Ζωντανά 9 με 11 η εκπομπή "Μαζί"
με την Αλεξία Δρίτσα και τον Βασίλη Ζώη


Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

3 Σεπτεμβρίου 1843: Η επανάσταση που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει σύνταγμα - Ο ρόλος του συνταγματάρχη Καλλέργη

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 11:04:00 π.μ. | | |
3 Σεπτεμβρίου 1843: Η επανάσταση που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει σύνταγμα - Ο ρόλος του συνταγματάρχη Καλλέργη
Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 Η απολυταρχική διακυβέρνηση του Όθωνα, η πτώχευση του ελληνικού Δημοσίου το 1843 και η εκβιαστική τακτική των ξένων δανειστών, συνέτειναν στην επιδείνωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης στη χώρα.

Η στρατιωτική εξέγερση υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη με την προτροπή του Μακρυγιάννη, την ενθάρρυνση των ξένων πρεσβειών και τη συμπόρευση των πολιτικών ηγετών, ανάγκασαν τον Όθωνα να δεχτεί τη συγκρότηση συντακτικής εθνοσυνέλευσης η οποία ψήφισε το Σύνταγμα του 1844.

Τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν αποτέλεσμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας κατά της απολυταρχίας του Όθωνα. Ενώ αρχικά οι αρχηγοί της συ­νωμοσίας σκόπευαν να εξεγερθούν στις 25 Μαρτίου 1844, αναγκάστηκαν να κινηθούν νωρίτερα, φοβού­μενοι ότι το μυστικό τους είχε προδοθεί. Τα μέτρα των ανακτόρων επέσπευσαν κατά πολύ το κίνημα. Η απόφαση για τη σύσταση έκτακτου στρατοδικεί­ου, το οποίο το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου θα δίκα­ζε 83 επιφανή πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα με σκοπό την αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης, οδήγησε τους επικεφαλής να δράσουν ακριβώς ε­κείνη την ημέρα. Κατά τον Ασπρέα , η κυβέρνηση φάνηκε διστακτική στη συγκεκριμένη περίσταση και έχασε πολύτιμο χρόνο, παρακολουθώντας τους αρχηγούς της συνωμοσίας και πιστεύοντας ότι η σύσταση του έκτακτου στρατοδικείου και ο διορισμός των δικαστών έφθανε για να αποθαρρύνει τους συνωμότες και να σταματήσει τις ενέργειές τους.

Αντίθετα, οι τελευταίοι αντέδρασαν πολύ μεθοδικά. Λίγο πριν από την έκρηξη της επανάστασης, μύησαν τον Σκαρβέλη, αρχηγό του πεζικού, και τον Σχινά, αρχηγό του πυροβολικού. «Υπό τας συνθήκας ταύτας η επανάσταση η αποσκοπήσασα και επιτυχούσα την ανατροπήν της απολύτου μοναρχίας, εξερράγη νύκτα της 2ας Σεπτεμβρίου υπό χαρακτήρα απολύτως στρατιωτικόν»[ii]. Ο βασιλιάς, μολονότι γνώριζε για τη συνωμοσία, είχε καθυστερήσει τις συλλήψεις. Είναι πολύ πιθανό ότι φοβόταν τη λαϊκή αντίδραση σε περίπτωση σύλληψης και δίκης επιφανών, που προέρχονταν και από τα τρία κόμ­ματα, θεωρούσε ότι κάθε προσπάθεια καταστολής της συνωμοσίας θα προξενούσε λαϊκή εξέγερση και τα γεγονότα που ακολούθησαν, δικαίωσαν βε­βαίως τους φόβους και τις ανησυχίες του.

Η ανώτατη στρατιωτική διεύθυνση των επαναστα­τικών δυνάμεων είχε ανατεθεί στον Δημήτριο Καλλέργη, ο οποίος λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 2ας Σεπτεμβρίου, αφού εξαπάτησε τους κατα­σκόπους της κυβέρνησης, συγκάλεσε το ιππικό σύ­νταγμα. Ανάμεσα στους αξιωματικούς, παρευρισκό­ταν και ο διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, Σπυρομήλιος. Ο Καλλέργης εξέθεσε την κρισιμότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το έθνος, τό­νισε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσουν όλοι στο κί­νημα, για το οποίο ήταν ενημερωμένοι οι αξιωματικοί του στρατού, και ότι θα έπρεπε ή να πετύχουν ή να πεθάνουν. Με το σύνθημα «Ζήτω το Σύνταγμα»,[iii] ενθουσίασε τους αξιωματικούς, υπαξιωματι­κούς και στρατιώτες, οι οποίοι αμέσως το ενστερνί­στηκαν. Ο Σκαρβέλης είχε παρατάξει το τάγμα των ακροβολιστών και περίμενε, ο δε Σχινάς περίμενε, ως επικεφαλής του πυροβολικού.

Το σύνθημα της εκκίνησης ήταν δυο πυροβολισμοί, μετά τους ο­ποίους όλα τα στρατιωτικά σώματα θα ξεκινούσαν α­πό διάφορα σημεία, κατά των ανακτόρων. Στη μια μετά τα μεσάνυχτα, ο Καλλέργης έδωσε το σύνθη­μα και ξεκίνησε συνοδευόμενος από μουσική, τύμπανα και σάλπιγγες. «Δια των οδών της πρωτευ­ούσης δεν διήλαυνε σώμα στασιάσαντος στρατού, αλλά στρατός θριαμβευτικής πορείας. Οι στρατιώται εκραύγαζον «Ζήτω το Σύνταγμα» και οι πολίται έκπληκτοι απήντουν δια της αυτής ζητω­κραυγής. Αλλά και οι μεν και οι δε εγνώριζον μόνον την λέξιν, ολίγιστοι δε ίσως και το πολί­τευμα, το οποίον διηυθύνοντο να επιβάλουν βία εις το Στέμμα. Η μόνη υποληφβείσα συντεταγμέ­νη δύναμις εν τη πρωτευούση, ήτις παρέμεινε πι­στή εις το Στέμμα ήτο η της χωροφυλακής»[iv].

Ο Καλλέργης, στο μεταξύ, είχε διατάξει να ανοί­ξουν τη φυλακή του Μεντρεσέ και να απελευθερώ­σουν τους κρατούμενους, και παράλληλα είχε στείλει αποσπάσματα στρατιωτών για να καταλάβουν τα υπουργεία, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Τα­μείο, το Νομισματοκοπείο και ένα σώμα του ιππι­κού για να ελευθερώσει τον Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης ήταν αποκλεισμένος στο σπίτι του, περικυκλωμένος από τη χωροφυλακή. Παρά τον κλοιό, ορισμένοι φίλοι του είχαν καταφέρει να μπουν στο σπίτι του, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά του. Οι χωροφύλακες τότε άρχισαν να πυροβολούν και οι έγκλειστοι ανταπέδωσαν. Κατά την ανταλλαγή των πυρών, σκοτώθηκε ένας ενωμοτάρχης, ο μόνος νεκρός κατά τη διάρκεια της ε­πανάστασης. Όταν όμως έφθασε ο στρατός, οι χω­ροφύλακες υποχώρησαν και ο Μακρυγιάννης μπό­ρεσε να βγει έξω με τους δικούς του. Στη πλατεία μπροστά από τα ανάκτορα είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού, φωνάζοντας συνθήματα.

Μολονότι ο Όθων – αδυνατώντας να εκτιμήσει την κατάσταση- είχε δώσει εντολή στη φρουρά των α­νακτόρων να διαλύσει το στρατό που είχε περικυ­κλώσει τα ανάκτορα, δεν εισακούστηκε. Προσπά­θησε να επικοινωνήσει με το στρατό και το πυρο­βολικό μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, Βλα­χόπουλου, και του υπασπιστή του, Γαρδικιώτη Γρίβα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν ο Βλαχόπου­λος πλησίασε τον Καλλέργη και τους στρατιώτες, προσπαθώντας να τους πείσει να διαλυθούν, συνε­λήφθη και φυλακίσθηκε μαζί με τον Γαρδικιώτη Γρίβα, κατόπιν διαταγής του Καλλέργη.

Αργά τη νύχτα, ο βασιλιάς εμφανίστηκε μα­ζί με το συνταγματάρχη Ες (Hess) σε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος που έ­βλεπε προς την πλατεία και ρώτησε τον Ε­πικεφαλής Καλλέργη τι ζητούσε. Ο τελευ­ταίος, πάντοτε έφιππος, του απάντησε: «Μεγαλει­ότατε, ευδοκήσατε να ικανοποιήσετε την αίτησιν του στρατού και του λαού, ομογνωμόνως ζητούντων Σύνταγμα» [v].

Ο Όθων απάντησε οργισμένος «Ας διαλυθώσι και θέλω μεριμνήση περί της αι­τήσεώς των», απάντηση που ήταν φυσικά αδύνατον να γίνει δεκτή και που συγχρόνως δείχνει τον τρό­πο με τον οποίο προσέγγιζε την κατάσταση. Οι συ­γκεντρωμένοι, βεβαίως, ήταν αποφασισμένοι να λάβουν την απάντηση μέσα στην ίδια νύχτα και οι διοικητές των στρατιωτικών δυνάμεων αρνήθηκαν να απομακρυνθούν. Ο Καλλέργης απάντησε: «Με­γαλειότατε, δεν θέλουν διαλυθή,έως ου η Υ.Μ. δεν αποφασίση μετά του Συμβουλίου της Επι­κρατείας». Τότε παρενέβη ο Ες, που προξένησε την οργή του Καλλέργη, ο οποίος τον κατηγόρησε«ως παραίτιον και συμμέτοχον της δεινής θέσεως εις την οποίαν είχον επιβούλως καταντήσει τον βασιλέα οι αυλικοί του και τον διέταξε να απέλθη από της θυρίδος»[vi].

Ο Ες και ο βασιλιάς, μέσα στο παλάτι και μπροστά στην ανένδοτη στάση των στρατιωτικών, αποφάσισαν να στείλουν το διαγγελέα του βασιλιά, Στάινστορφ, για να διατάζει τον Σχινά να φέρει τα πυροβόλα. Ο τελευταίος όμως συνέταξε το πυροβολικό στην πλατεία, στο πλευρό των επαναστατών υπό το σύνθημα «Ζήτω το Σύ­νταγμα». Έτσι, όλα τα σώματα της φρουράς συνε­νώθηκαν πλέον στο κίνημα. Το πλήθος του λαού που συνέρρεε προς την πλατεία αυξανόταν όλο και περισσότερο και εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του. «Όλοι ήσαν ενησχολημένοι να εκφράσωσι τον ενθουσιασμόν των, ως αν είχαν ήδη το Σύνταγμα ανά χείρας. Αι κραυγαί υπέρ του Συντάγματος εσυγχέοντο μετά της στρατιωτικής μουσικής, ήτις δεν έπαυε παιανίζουσα και ούτως η συνάθροισις ενέφαινε μάλλον χαρακτήρα πανηγύρεως, παρά την τρομεράν των επαναστάσεων εικόνα» [vii].

Στις 3 η ώρα το πρωί, συγκλήθηκε τοΣυμβούλιο της Επικρατείας, για να επικυρώσει και να νομι­μοποιήσει τις επαναστατικές πράξεις. Ο στρατός έθεσε υπό επιτήρηση τα σπίτια των υπουργών και κάλεσε τους συμβούλους της Επικρατείας να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου είχαν ήδη προσέλθει οι Μεταξάς, Ζωγράφος, Παλαμή­δης και Ψύλλας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρία­σης, η οποία άρχισε στις 3 το πρωί, ο στρατός φρουρούσε το κτίριο, ενώ μέσα στο κτίριο παρευρίσκο­νταν οι Μακρυγιάννης, Σπυρομήλιος και άλλοι α­ξιωματικοί, αποκλείοντας κάθε εισβολή από έξω και εμποδίζοντας πιθανή αποχώρηση συμβούλων. Στο τέλος της συνεδρίασης, συντάχθηκε προκήρυ­ξη η οποία αναγνώριζε το κίνημα, καθιστούσε το Συμβούλιο συνυπεύθυνο, καθησύχαζε τον λαό και το στρατό και τους ενέπνεε θάρρος. «Λαός και στρατός είχον ήδη ό,τι επεθύμουν, την νομιμότη­τα αντιπροσωπευομένην από εν νομοθετικόν σώ­μα, το οποίον εις την κατάστασιν ταύτην, την άνευ κυβερνήσεως, ανελάμβανε την διεύθυνσιν των πραγμάτων και εξησφάλιζε την κοινήν ησυχίαν»[viii].

Εκτός από την προκήρυξη, το Συμβούλιο συνέταξε και μια αναφορά προς το βασιλιά με την οποία ζητούσε την παραχώρηση του Συντάγματος. Επίσης, το Συμβούλιο ψήφισε ορισμένα διατάγμα­τα με τα οποία καθοριζόταν η σύγκληση της Εθνο­συνέλευσης σε διάστημα ενός μηνός, η σύνθεση του προσωρινού υπουργείου, η εξουσιοδότηση του υπουργείου να συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση, η παύση των μελών του προηγούμενου υπουργικού συμβουλίου, ο καθορισμός του όρκου του στρατού και των πολιτικών αρχών, καθώς και η απόλυση α­πό τις δημόσιες υπηρεσίες όλων των ξένων, εκτός από τους παλιούς φιλέλληνες [ix]. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από πρό­ταση του Κ. Ζωγράφου, εξέλεξε επιτροπή αποτε­λούμενη από τους Γ. Κουντουριώτη, Λ. Μαυρομι­χάλη, Γ. Λινιάνα, Γ. Ψύλλα, Αν. Λόντοκαι το γραμματέα του Συμβουλίου, Κ. Προβελέγγιο, η ο­ποία θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του στο βασιλιά, ο οποίος με τη σειρά του θα επικύρωνε και θα υπέ­γραφε.

Η επιτροπή αυτή παρουσίασε τις αποφάσεις του Συμβουλίου στο βασιλιά, ο οποίος ζήτησε να συμβουλευθεί, πριν απαντήσει, τους πρεσβευτές, τους ξένους πρεσβευτές. Το αίτημα αυτό, όπως ή­ταν αναμενόμενο, δεν έγινε δεκτό. Αντίθετα, επέ­μειναν στον Όθωνα να απαντήσει το συντομότερο δυνατόν και να υπογράψει το διάταγμα για τη σύ­γκληση της Εθνικής Συνέλευσης, η οποία θα συνέτασσε το Σύνταγμα του ελληνικού κράτους.

Όταν δε αργότερα οι πρεσβευτές ζήτησαν να μπουν στα ανάκτορα και να επικοινωνήσουν με το βασιλιά (γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο παρευρισκόμενο πλήθος), ο Καλλέργης τους απαγόρευσε την είσοδο, φοβούμενος ότι θα επηρέαζαν αρνητικά τον Όθωνα. Τους τόνισε ότι δεν μπορού­σε να επιτρέψει την είσοδο σε κανέναν, αν πρώτα δεν αποφάσιζε το Συμβούλιο της Επικρατείας με το βασιλιά, ενώ παράλληλα τους διαβεβαίωσε ότι ο βασιλιάς δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο.

«Σύμφωνα με τον Πισκατόρυ (Piscatory), ο (Ρώ­σος) Κατακάζης (Catacasy) έδειχνε καταπτοημένος, μάλλον επειδή φαινόταν ότι ο Όθων δεν θα παραιτούνταν, ο (Άγγλος) Λάιονς (Lyons) δικαιο­λογούσε τους πάντες και τα πάντα, ο πρεσβευτής της Πρωσίας κατέκρινε τους πάντες και τα πάντα, ο Πρόκες-Οστεν (ProkeschOsten) καταδίκαζε τις πράξεις αλλά δικαιολογούσε τους ανθρώπους»[x].

Οι πρεσβευτές των Προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, γνώριζαν για τη συνωμοσία και, όπως ο ίδιος τους εί­χε παρουσιάσει διαφορετικά στον καθέναν την κατά­σταση, περίμεναν και ήλπιζαν ότι η συνωμοσία θα προωθούσε τελικά τις επιδιώξεις της κυβέρνησης του καθενός. Πάντως, οι περισσότεροι υποψιάζονταν ανάμιξη του Κατακάζη, πιστεύοντας ότι επιθυμούσε την αντικατάσταση του Όθωνα με ορθόδοξο πρίγκιπα.

Ορισμένοι υποψιάζονταν ανάμιξη του Λάιονς και, κατά τον αγγλόφιλο Δραγούμη,ο Καλλέργης απαγόρευσε την είσοδο των πρεσβευτών στα ανάκτο­ρα ύστερα από υπόδειξη του γραμματέα της αγγλι­κής πρεσβείας, Γκρίφιθς (Griffiths). Η αυστριακή διπλωματία διατύπωσε κατηγορίες κατά του, υπεράνω υποψίας, Πισκατόρι. Το γεγονός, όμως, ότι οι πρεσβευτές δεν διαμαρτυρήθηκαν, ισοδυναμεί με ηθική υποστήριξη προς την επανάσταση. Ο βασιλιάς είχε πλέον πεισθεί ότι «είχεν απο­γυμνωθεί από πάσης στρατιωτικής και πολιτικής δυνάμεως» και «ή έπρεπεν να υποκύψει ή να αποφασίση την απομάκρυνσιν αυτού από τον θρόνον». Από την άλλη πλευρά, κατά τον Ασπρέα [xi], «το γόητρον του Στέμματος βαρέως πληγέν περιεσώζετοκακώς δια του διατάγματος εκείνου». Ο βασιλιάς, όπως υποστήριζε αργότερα, προτιμούσε την παραίτηση, αλλά φοβήθηκε ότι η αναχώρησή του θα οδηγούσε σε αναρχία.

Πράγματι, ύστερα και από την επέμβαση της βασίλισσας Αμαλίας, ο Όθων δέχθηκε να υπογράψει το διάταγμα για τη σύγκληση της Εθνικής Συνέλευσης, έπαυσε τους υπουργούς της κυβέρνησης, που ήταν η τελευταία κυβέρνηση της απόλυτης μοναρχίας, και ανέθεσε το σχηματισμό νέας κυβέρνησης στον Α. Μεταξά.

Το νέο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν κορυφαία στελέχη της επανά­στασης και στο οποίο εκπροσωπούνταν και τα τρία κόμματα, είχε ως εξής: Πρόεδρος και υπουργός των Εξωτερικών ο Α. Μετα­ξάς, υπουργός των Στρατιωτικών ο Αν. Λόντος, των Ναυτικών ο Κωνσταντίνος Κανάρης, της Δικαιο­σύνης ο Λέων Μελάς, των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας ο Μιχαήλ Σχινάς, των Οικονομικών ο Δρόσος Μανσόλας και των Εσωτερικών ο Ρήγας Παλαμήδης.

Ο Καλλέργης δεν συμμετείχε στο κυ­βερνητικό σχήμα, αλλά ανέλαβε την ανώτατη διοί­κηση της φρουράς. Μετά την ορκωμοσία των νέων υπουργών, ζητή­θηκε από τον Όθωνα η υπογραφή δυο νέων δια­ταγμάτων, σύμφωνα με τα οποία καθιερωνόταν η 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτήκαι απονέμονταν τιμητικές διακρίσεις στους συνωμότες. Ο βασιλιάς πάλι αρνήθηκε την υπογραφή των τόσο προσβλητικών – κατά τη γνώμη του- διαταγμάτων και ζήτησε τη γνώμη των πρεσβευτών, τονίζοντας ότι προτι­μούσε να παραιτηθεί υπέρ του αδελφού του. Οι πρεσβευτές, αδυνατώντας να πείσουν τους υπουρ­γούς να αποσύρουν τα περιμάχητα διατάγματα, ύ­στερα και από την επιμονή του Καλλέργη κατάφε­ραν να μεταπείσουν το βασιλιά.

Στο σημείο αυτό, είναι χαρακτηριστική για τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης του Όθωνα η αντίδρασή του, όπως την περιγράφει ο Πισκατόρι προς τον Γκιζό:«Παρετήθην όλων των προνομίων μου. Δεν είμαι πλέον βασιλεύς, […] εφ’ όσον μου επέβαλον τους Υπουργούς, Εθνικήν Συνέλευσιν, Σύνταγμα, εφ’ όσον ο στρατός έπαυσε να με υπάκουη»[xii].

Στο μεταξύ, το πλήθος του λαού που ήταν συγκε­ντρωμένο από το πρωί στην πλατεία ζητούσε επίμο­να να βγει ο βασιλιάς με τους υπουργούς του στον ε­ξώστη, γιατί διαφορετικά απειλούσε ότι θα παρα­βιάσει τις πόρτες των ανακτόρων. Οι υπουργοί τότε καθησύχασαν το λαό, λέγοντας ότι τα αιτήματα είχαν όλα γίνει αποδεκτά και μετά άρχισε να αποχωρεί ή­ρεμος. Στις 3 το μεσημέρι, διαλύθηκε και ο στρατός, που και αυτός βρισκόταν ακόμη εκεί, δεχόμενος τις ζητωκραυγές του συγκεντρωμένου λαού.

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μια επανάσταση σχεδόν αναίμακτη [xiii], στην οποία συμμετείχαν ενωμένοι στρατός και λαός. Φυσικά, η ειρηνική και ήπια εξέλιξή της ήταν αποτέλεσμα τύχης, όπως υποστηρίζει ο Μ. Στασινόπουλος [xiv]. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρούσε η εφημερίδα «Αθηνά», «[…] οι Έλληνες έδειξαν πόσον προέ­βησαν εις τον πολιτισμόν, πόσον κατενόησαν τα δι­καιώματά των και τον τρόπον, καθ’ ον πρέπει να τ’ αποκτήσωσι, χωρίς ν’ αφήσωσιν ουδεμία κηλίδα εις την ιστορίαν. Δέκα έτη τους εσυκοφάντησαν ως ανθρώπους πλήρεις παθών και μίσους και δόλου, τους εξηυτέλισαν, ως υπομένοντας την δουλείαν και την διαφθοράν, και εις μιαν ημέραν έδειξαν ούτοι πόσον είναι ζηλότυποι της ελευθερίας των, πόσον είναι επιεικείς μετά την νίκην, πόσον είναι γεν­ναίοι προς τους προξένους της δυστυχίας των».[xv]

Η επανάσταση και τα αποτελέσματά της γρήγορα διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, προξενώντας ενθουσιασμό. Σύντομα, απολύθηκαν όσοι Βαυαροί παρέμεναν ακόμη στις θέσεις τους, οι οποίοι μάλι­στα απομακρύνθηκαν και από τη χώρα.

Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ