Ζωντανή μετάδοση στις 17:00μ.μ. διαγωνιστικού μέρους του
"ΝΑΥΠΛΙΟ - ARTIVA 4o Διεθνές Χορωδιακό Φεστιβάλ"

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

«Εφέρθησαν ακόσμως»: Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου 1833-1862

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 7:56:00 μ.μ. |
«Εφέρθησαν ακόσμως»: Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου 1833-1862
O Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας, φιλόλογος στο 1ο ΕΠΑΛ Ναυπλίου δημοσίευσε την εργασία του «Εφέρθησαν ακόσμως» – Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου 1833-1862. Από την μελέτη αυτή που την κυκλοφόρησε ελεύθερη στο διαδίκτυο, δημοσιεύουμε εδώ ένα απόσπασμα:


Οι πρώτες συγκεκριμένες πληροφορίες που διαθέτουμε για φαινόμενα παραβατικής συμπεριφοράς χρονολογούνται τον Νοέμβριο του 1836 και αφορούν τη διαχρονική συνήθεια της αναγραφής σατιρικών κειμένων σε βάρος καθηγητών. Παρόμοιο φαινόμενο είχε παρατηρηθεί νωρίτερα και στο Κεντρικόν Σχολείον της Αίγινας όπου τα σατιρικά ή μάλλον υβριστικά κείμενα είχαν έντονα πολιτικό αντικαποδιστριακό χαρακτήρα στο πλαίσιο γενικότερης αντίδρασης εναντίον συγκεκριμένων καθηγητών, αλλά και του καθεστώτος.

Το πρώτο κείμενο είχε βρεθεί τοιχοκολλημένο στην εσωτερική πλευρά της κεντρικής εισόδου του σχολείου το Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 1836, από τον διευθυντή του Γυμνασίου, Λεόντιο Αναστασιάδη, ο οποίος αναζήτησε αμέσως τον ένοχο. Εν τω μεταξύ την επόμενη εργάσιμη, την Δευτέρα 11 Νοεμβρίου εμφανίστηκε και δεύτερο σατιρικό κείμενο ενώ από το μάθημα του Κωνσταντίνου Πιττακού, απουσίαζαν επτά μαθητές. Ο διευθυντής συγκάλεσε αμέσως τον σύλλογο διδασκόντων στον οποίο κλήθηκαν να δώσουν εξηγήσεις και οι απόντες μαθητές. Από αυτούς, οι τέσσερις ζήτησαν συγνώμη δηλώνοντας ότι παρασύρθηκαν και υποσχόμενοι «τοῦ λοιποῦ διαγωγήν χρηστήν, συνεχωρήθησαν». 

Από τους υπόλοιπους τρεις, οι δύο «οἱ τοιχοκολλήσαντες τό κατά τοῦ ὑποφαινομένου ἔγγραφον, ἐγένοντο αὐταπόβλητοι κατανοοῦντες ὅτι τό ἁμάρτημά των εἶναι μεῖζον ἀφέσεως. Εἷς δέ ἤθελε μέν νά διαμείνει μαθητής έλάλησεν ὅμως τόσον αὐθαδῶς καί τόσην ἀμετανοησίαν ἔδειξεν, ὥστε ἀπεβλήθη κοινῇ γνώμῃ». Ο Αναστασιάδης με έγγραφό του στις 12 Νοεμβρίου ζητά από την Διοίκησιν Αργολίδος να ζητήσει με τη σειρά της από το Υπουργείο να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες ώστε να μη γίνουν δεκτοί «οἱ τρεῖς οὗτοι εἰς κανέν οὔτε τῶν Γυμνασίων οὔτε τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων τοῦ Κράτους, ὡς ταραξίαι, οἵ καθαπτόμενοι τῆς ὑπολήψεως τῶν διδασκόντων καί θέλοντες νά προξενῶσι σκάνδαλα μεταξύ τῶν συναδέλφων καί ἐμοῦ». Στο ίδιο έγγραφο αναφέρονται και τα ονόματα των μαθητών, που ήταν ηλικίας από 20 έως 23 ετών.

Η Διοίκησις Αργολίδος, ωστόσο, στο συνοδευτικό έγγραφο με το οποίο αποστέλλει το υλικό της υπόθεσης στο Υπουργείο θεωρεί πως οι τρεις μαθητές ενήργησαν από ανοησία μάλλον παρά από κακοήθεια και γι’ αυτό ζητά μεν να τιμωρηθούν αλλά όχι και να αποβληθούν από όλα τα σχολεία της επικράτειας.

Στο υλικό συμπεριλαμβάνονται αντίγραφα των επίμαχων κειμένων τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς με τα σημερινά δεδομένα θα θεωρούνταν μάλλον ευφυή και πνευματώδη παρά κακοήθη, οπωσδήποτε όμως αποτελούν σοβαρή αμφισβήτηση του καθηγητικού «κατεστημένου» και των κρατικών επιλογών. Στο πρώτο κείμενο γραμμένο σε παιγνιώδες ύφος σατιρίζεται το μάθημα του Κωνσταντίνου Πιττακού της Ελληνικής Γλώσσας και του Εμμανουήλ Ψύχα της Φυσικής ο οποίος προτρέπει τους μαθητές να παρακολουθήσουν και το μάθημα της Γεωγραφίας που διδάσκει ο ίδιος μετά πολλών εμποδίων και χωρίς τα απαραίτητα υλικά, όπως εξάλλου πληροφορούμαστε από άλλες εκθέσεις του ίδιου του διευθυντή του σχολείου για το ίδιο σχολικό έτος. Σύμφωνα με το δεύτερο κείμενο, ο διευθυντής του Γυμνασίου, Λεόντιος Αναστασιάδης συγκεντρώνει κάποιους μαθητές από το τμήμα του Πιττακού το απόγευμα στο σπίτι του και τους «προμελετᾶ τό μάθημα» ενώ στη συνέχεια ο συντάκτης του κειμένου αναφέρεται ειρωνικά στους υπουργούς («οἱ καλοί μας ὑπουργοί») που «τοιοῦτον θέλουν» αναφερόμενος στον διευθυντή.

Τελικά, με έγγραφο που φέρει την υπογραφή και τη σφραγίδα του ίδιου του βασιλιά Όθωνα αποφασίζεται για τους τρεις μαθητές «μή μεταμεληθέντας ν’ ἀποκλεισθῶσιν ἀπό πᾶν Γυμνάσιον ἤ Ἑλληνικόν Σχολεῖον τοῦ κράτους μεχρισότου δοῦντες δείγματα βελτιώσεως τῆς διαγωγῆς των ἐμφανίσωσι συγγνωστικοί [συγχωρεθούν δηλαδή] τοῦ αὐτοῦ Γυμνασιάρχου Ναυπλίας». Παρά δηλαδή την αυστηρότητα της ποινής, δίνεται ένα περιθώριο στους τιμωρημένους μαθητές, εφόσον δείξουν βελτίωση της διαγωγής τους και συγχωρεθούν από τον διευθυντή, να μπορέσουν να επανέλθουν στο σχολείο. Από τους ονομαστικούς καταλόγους που αποστέλλει ο Αναστασιάδης στο Υπουργείο στο τέλος του σχολικού έτους 1836-1837 απουσιάζουν τα ονόματα των τριών μαθητών, οπότε συμπεραίνουμε ότι πράγματι τελικά αποβλήθηκαν από το σχολείο. Αυτό που δεν γνωρίζουμε όμως είναι το αν τελικά κάποια στιγμή στο μέλλον μπόρεσαν να επανεγγραφούν σε αυτό ή σε κάποιο άλλο σχολείο και να συνεχίσουν τις σπουδές τους.

Οι κατοπινές εξελίξεις, ωστόσο, φαίνεται πως δικαιώνουν τους μαθητές, που ούτε κακοήθεις ούτε βέβαια ανόητοι ήταν, καθώς τα προβλήματα που αναδεικνύουν, παρά το ανοίκειο ύφος και τον προσβλητικό τόνο, αφορούσαν πραγματικά γεγονότα. Σύμφωνα όμως με τα ήθη της εποχής, οι μεν μαθητές τιμωρήθηκαν για την αυθάδεια τους, οι δε καθηγητές, παρά τις σοβαρές κατηγορίες που διατυπώνονται έμειναν στο απυρόβλητο. Εξάλλου, ο διευθυντής στην έκθεσή του για το χειμερινό εξάμηνο του σχολικού έτους 1836-1837, πλέκει το εγκώμιο των συναδέλφων του καθηγητών, οι οποίοι δύο χρόνια αργότερα θα στραφούν εναντίον του. Τα προβλήματα δηλαδή θα παραμείνουν και, όπως θα δούμε παρακάτω, η σοβούσα κρίση θα ξεσπάσει στις αρχές του 1839, με τελική κατάληξη την παραίτηση του διευθυντή.

Τον Νοέμβριο του 1859, τον σύλλογο απασχόλησαν εκ νέου πειθαρχικά ζητήματα που αφορούσαν τη συμπεριφορά των μαθητών εκτός σχολείου.

Με βάση το άρθρο 23 του Κανονισμού του 1857, απαγορευόταν ρητά στους μαθητές να συχνάζουν σε καφενεία ή σφαιριστήρια ενώ ακόμη σοβαρότερο παράπτωμα θεωρούνταν τα τυχερά παιχνίδια και το τάβλι. Παρά τις ρητές απαγορεύσεις, διαπιστώνεται πως «μαθηταί τινές […] φοιτῶσιν εἰς καφενεῖα» και μάλιστα εντός του ωραρίου λειτουργίας του σχολείου! Προκειμένου λοιπόν να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο, αποφασίζεται καταρχάς να ζητηθεί από τον Νομάρχη να αναθέσει στην αστυνομία την επιτήρηση και καταγγελία των μαθητών που θα συλλαμβάνονται να φοιτούν ή να χαρτοπαίζουν σε κάποιο καφενείο. 

Στη συνέχεια οι καταγγελλόμενοι θα δέχονται συμβουλές, θα επιπλήττονται, θα φυλακίζονται και θα γράφονται και στο ποινολόγιο ενώ για τους υπότροπους θα εφαρμόζονται πιο αυστηρές ποινές. Επίσης αποφασίζεται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 του Κανονισμού του 1857 να κατασκευαστούν μικρά δωμάτια («οἰκίσκοι») ή θάλαμοι «διά τούς εἰς κράτησιν ἤ φυλάκισιν καταδικαζομένους, διότι ἄλλως ἀδύνατον σωφρονισθῆναι οἱ ἀπειθοῦντες καί καταδικαζόμενοι ἀλλά μή περιοριζόμενοι δι’ ἔλλειψιν σωφρονιστικῶν δωματίων καί φυλακῶν». 

Φανταζόμαστε ότι εκεί θα «εξέτιαν» την ποινή τους οι τιμωρημένοι για συγκεκριμένα πειθαρχικά παραπτώματα μαθητές στους οποίους συχνά επιβαλλόταν να αντιγράφουν πολλές φορές μία φράση ή ένα απόσπασμα του μαθήματος, μία ποινή ιδιαίτερα δημοφιλής αν αναλογιστεί κανείς ότι επιβίωσε μέχρι σχετικά πρόσφατα ενώ εξακολουθεί να αναφέρεται ως αστείο εντός και εκτός σχολείου.
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ