Η κ. Αγγελική θυμάται. Η ντισκοτέκ άνοιξε το 1981, τότε που τα φωτορυθμικά καθρέφτιζαν μια εποχή πιο αθώα και ελεύθερη. Από νωρίς δέθηκε με το θέατρο: μετά τις πρόβες και τις παραστάσεις, όλοι κατέληγαν στην πίστα. Δεν τους ένοιαζαν τα επαγγελματικά, μόνο να μένει το κέφι ζωντανό και η πίστα γεμάτη. Το Καπάκι έμεινε ίδιο: ρετρό ψυχή, ίδια διακόσμηση, μια μουσική ροή χωρίς σοβαροφάνεια—ελληνικά, ντίσκο, ροκ, λάτιν, ό,τι σηκώσει η νύχτα.
Από εκεί πέρασαν πολλοί: η Τζένη Καρέζη, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Γιώργος Κιμούλης, ο Γιώργος Λαζάνης. Κάποτε ο Μίμης Κουγιουμτζής χόρεψε τσάμικο στην πίστα. Κάποτε, όταν ο κόσμος δεν χωρούσε, ο DJ έβαλε το Volare με τον Παβαρότι· σιωπή, μετά ένα βαλς της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη, κι ύστερα οι Gipsy Kings και τα δέντρα να τρίζουν από τον χορό. Όταν έπαιζε η Αλίκη, δεν περνούσες την πόρτα.
Η κρίση δυσκόλεψε τα χρόνια, μα το Καπάκι κράτησε χαρακτήρα και ατμόσφαιρα. Σήμερα το συνεχίζουν τα παιδιά της Αγγελικής και του Ηλία, με τον ίδιο τρόπο. Για όσους μεγάλωσαν πλάι στο θέατρο, η Επίδαυρος ήταν κουλτούρα και διέξοδος. Κι όσο η νύχτα βρίσκει ρυθμό στα παλιά ντίσκο, όσο μια πίστα μένει στη θέση της και περιμένει, κάτι από τη μαγεία εκείνης της εποχής δεν χάνεται. Το Καπάκι δεν ήταν ποτέ ένα μπαρ· ήταν γλέντι και πανηγύρι. Κι αν αντέξουν οι νεότεροι, θα μείνει—για να θυμίζει πως μερικά πράγματα δεν αλλάζουν, όσο κι αν αλλάξει η μουσική.










(1).webp)



