"...παίρνουμε τον ανηφορικό και με πολλές κορδέλες μουλαρόδρομο, που πηγαίνει από την Καρυά προς στη Νεστάνη (Τσιπιανά) της Αρκαδίας, περνάμε μέσα από την πλατανόφυτη περιοχή των επτά νερόμυλων και φτάνουμε στη Σπασμένη.
Σπασμένη είναι ένα βύθισμα, γεμάτο βράχια-τρόχαλα, που είχαν κατρακυλήσει από το σαθρό τμήμα της ανατολικής πλευράς του Αρτεμισίου. Στο μέρος αυτό υπάρχει κατάδρομα μια μοτσιάρα, που βγάζει λίγο μεν , αλλά δροσερό νερό κι εκεί κάνουν στάση οι περαστικοί για να δροσιστούν. Δίπλα είναι και «ο ποταμός», ένα μεγάλο αυλάκι με κελαρυστό νερό, για να πίνουν τα ζωντανά, πρόβατα, γίδια κλπ...."
Λόγια Καρυάς από ένα παιδί της που μεγάλωσε στην αγκαλιά της, δροσίστηκε στα νερά της, πάτησε στα χώματά της και τίμησε το όνομά της με την παρουσία και το έργο του. Αγροτόπαιδο στα ξελογγώματα, τους τρυγητούς και τα θερίσματα, δάσκαλος να μερακλώνεται με την αγάπη των παιδιών, τα παιχνιδίσματα της γλώσσας και την ομορφιά του Λόγου στους δρόμους έκφρασης συναισθημάτων, σκέψεων και ιδεών που περπατούσε.
Ειλικρινά δεν μπόρεσα να βρω εικόνα περισσότερο δυνατή σε συμβολισμούς και συναίσθημα από το πουρνάρι του Άι Λιά για να μιλήσω για το έργο του Σπύρου Καραμούντζου. Θαυμάζοντας τις δυνατές του ρίζες που κρατούνε μακρόχρονα αγκαλιά το βράχο για να μένει ατάραχο επάνω του το όμορφο ξωκλήσι. Και μόνο μ’αυτή την εικόνα στοχάστηκα την ιδιαιτερότητα της επιστροφής του Σπύρου Καραμούντζου στην Καρυά για να αφιερώσει τις λέξεις και τον ποιητικό του λόγο στην όμορφη πατρίδα του. Ο ίδιος θα το ονομάσει χρέος. Το χρέος της επιστροφής εκεί που έφαγε ζεστό κομμάτι καρβελούσι από τα χέρια της μάνας του, εκεί που φόρτωνε τα μουλάρια με σπαρτά, εκεί που γνώρισε την ομορφιά της γλώσσας, τον πρώτο παλμό της ιστορίας του τόπου του, που απάγγειλε τα πρώτα του ποιήματα σε σχολικές γιορτές, εκεί που χόρεψε και τραγούδησε με άλλους νέους και νιές στο πανηγύρι του Αγιαννιού. Ακόμη και σήμερα που ο αμείλικτος χρόνος μας υποχρεώνει να τον αποχαιρετήσουμε στο μεγάλο του ταξίδι, ακόμη και σήμερα η παρουσία του, ο λόγος και το έργο του παραμένει ριζιμιός σαν το πουρνάρι του Άι Λιά.
Η αφήγηση αυτή είναι σαν το χορό που έσερναν αγόρια και κορίτσια στο αλώνι του σχολείου. Ένα σχολείο που το υπηρέτησε πιστά και με όλη του την αγάπη και που το έβλεπε σταδιακά να μαραζώνει μέχρι να κλείσει οριστικά. Εδώ άρχισε εξάλλου η συνειδητή πορεία ζωής και έργου του Σπύρου Καραμούτζου και ίσως μ’ αυτό να τελειώνει σήμερα μιας και είναι από τους λιγοστούς παλιούς που είχαν απομείνει. Το σημείωνε με λύπη ο κυρ-Σπύρος Καραμούντζος όταν απαριθμούσε το χωριό τα 2500 άτομα του ντόπιου πληθυσμού σε σχέση με τους λιγοστούς κατοίκους του σήμερα. Όμως το σχολείο στέκεται όμορφο ακόμη εκεί και επαναλαμβάνει τις μαρτυρίες του Σπύρου Καραμούντζου.
Πέρα από τα εξαιρετικά λαογραφικά στοιχεία ο συγγραφέας αναδεικνύει δυο μεγάλης σημασίας θέματα ιδιαίτερα για τις ορεινές τοπικές κοινωνίες: το θαύμα της εργασίας και τη διατήρηση της εσωτερικής συνοχής, της τόσο απαραίτητης για την επιβίωση της κοινότητας σε δύσκολες συνθήκες. Υπό το πρίσμα των δυο αυτών θεμάτων, τα Λόγια Καρυάς μας προσφέρουν πολλά στοιχεία που εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας για την οργάνωση των τοπικών κοινωνιών και ταυτόχρονα μεταφέρουν εικόνες χαράς για τα καλά αποτελέσματα, θλίψης για την άνιση μάχη με το δύσκολο φυσικό περιβάλλον.
Ο Δέντρος είναι μια περιοχή ξελιθαρωμένη σπιθαμή προς σπιθαμή για να μετατραπεί σε καλλιεργήσιμη γη. «Κάθε μέρος του Δέντρου», γράφει ο Σπύρος Καραμούντζος, είχε το όνομα μιας οικογένειας η οποία το είχε ξελογγώσει. Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Καραμούντζος, που είχε χωράφια στο Δέντρο, έβλεπε με σταναχώρια χρόνο με το χρόνο να ξεπλένονται οι πεζούλες του από το χώμα και αντί σιτάρι να φυτρώνουν ριζιμιά λιθάρια.
Αντί σιτάρι να ριζώνουν ριζιμιά λιθάρια! Διάβασα πολλές φορές τη φράση αυτή, κοιτάζοντας τα ξυπόλητα πόδια της κυρα-Σωτηρίας καθώς, ζαλωμένη με το φορτίο τ’άχυρο περπατάει αφήνοντας στο πρόσωπό της να μαντέψεις αν πρόκειται για χαμόγελο ευχαρίστησης που στα χρόνια της μπορούσε ακόμη να τα βάλει με τη δουλειά ή μορφασμό αγκομαχητού από το φορτίο και το δρόμο. Πόσες χιλιάδες ώρες, ημέρες και νύχτες, χρόνο αιώνιο χρειάστηκαν οι γενιές εκείνες για να δώσουν ανθρώπινη ηρεμία στην άγρια φύση! Να παράξουν, να οργανώσουν, να εξοικονομήσουν, να αρματωθούν με πείσμα και ελπίδα, για να φτιάξουν κάτι καινούριο και καλύτερο. Οι δικές μας γενιές έμαθαν να μιλάνε για προστιθέμενη αξία προϊόντος, για ΦΠΑ, αγνοώντας πως το θαύμα της εργασίας έδωσε αξία στην παραγωγή και τα προϊόντα και γι΄αυτό ή έννοιά της αποτελούσε χρυσή αξία μέχρι και πρόσφατα και όχι απαξία όπως λογίζεται σήμερα.
Τρεις αντρειωμένοι βούλησαν – να βγουν από τον Άδη. – Ο ένας θέλει Άνοιξη, - ο άλλος Αλωνάρη – κι ο Δήμος τ’Αϊ Δημητριού – π’ ανοίγουν τα βαένια.
Βέβαια η κορυφαία εκδήλωση ήταν εκείνη της θρησκευτικής εορτής του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, όταν μετά από τη λειτουργία άρχιζαν τα όργανα και έφταναν στην Καρυά πανηγυριώτες ακόμη και από την Κορινθία.
Αποχαιρετώντας τον σήμερα που ξεκινά για το μεγάλο του ταξίδι, αναζητούμε λόγια χαράς από εκείνα που έσπειρε με την παρουσία και το έργο του, λόγια που θ’αντηχούν χρόνια πολλά ίσαμε το Παλιοχώρι και το Μπαχώμι, ίσαμε τον Κοκκινόβραχο, τη Γλατζινίτσα και τον Δέντρο. Καλό σου ταξίδι κυρ-Σπύρο.








.webp)