Ο κ. Ανδριανός στον χαιρετισμό του επεσήμανε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Θα ήθελα καταρχάς να συγχαρώ θερμά τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου και το Ινστιτούτο για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη για την πρωτοβουλία της διοργάνωσης αυτής της εκδήλωσης, που γίνεται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος FOODGaP.
Το θέμα που συζητούμε σήμερα — το κόστος των τροφίμων και η επισιτιστική ασφάλεια στην Ελλάδα — αγγίζει την καθημερινότητα κάθε νοικοκυριού, τη βιωσιμότητα της πρωτογενούς μας παραγωγής, αλλά και την ανθεκτικότητα της χώρας και της κοινωνίας μας συνολικά.
Η τροφή, όχι μόνο με τη στενή έννοια των προϋποθέσεων της απλής επιβίωσης, αλλά η ποιοτική, υγιεινή, θρεπτική διατροφή που αντανακλά την ιστορία και τον πολιτισμό ενός τόπου είναι βασική ανθρώπινη ανάγκη και προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής.
Τα τελευταία χρόνια, γνωρίσαμε αλλεπάλληλες κρίσεις με άμεσο αντίκτυπο στο κόστος παραγωγής, στις τιμές των τροφίμων, αλλά και στην αίσθηση ασφάλειας των πολιτών: ενδεικτικά μόνο αναφέρω την πανδημία, την ενεργειακή κρίση, τις γεωπολιτικές αναταράξεις, τις πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, την κλιματική κρίση, τις επιζωοτίες.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα είναι μια αναντίρρητη πραγματικότητα. Συμπυκνώνει ταυτόχρονα τη δυσκολία ενός νοικοκυριού να επιλέξει ποιοτικά και υγιεινά τρόφιμα, αλλά και την αγωνία του παραγωγού που βλέπει το κόστος ενέργειας, ζωοτροφών, λιπασμάτων, μεταφορών και εργασίας να αυξάνεται.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Για να μιλήσουμε για προσιτές τιμές πρέπει ταυτόχρονα να μιλήσουμε για δίκαιο εισόδημα στον παραγωγό. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επισιτιστική ασφάλεια χωρίς ταυτόχρονα να μιλήσουμε για ανθεκτική εγχώρια παραγωγή, για τη φροντίδα προς το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.
Η επισιτιστική ασφάλεια βρίσκεται πλέον ψηλά και στις ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Αυτό καταδείχθηκε και στο πρόσφατο Συμβούλιο των Υπουργών Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου είχα την τιμή να εκπροσωπώ την Ελλάδα.
Στις Βρυξέλλες δεν μιλήσαμε μόνο για την επάρκεια των τροφίμων, αλλά και για τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν στον παραγωγό να συνεχίσει να παράγει με βιώσιμο και ανταγωνιστικό τρόπο.
Μία κρίσιμη παράμετρος αυτής της συζήτησης είναι η προσιτότητα των εισροών της παραγωγής — και ιδίως των λιπασμάτων. Γιατί όταν αυξάνεται υπέρμετρα το κόστος των βασικών εισροών, πιέζεται και ο παραγωγός, και τελικά ο καταναλωτής.
Γι’ αυτό, δίπλα στις εθνικές πρωτοβουλίες και δράσεις που ήδη έχει αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι και η Ευρώπη αναγνωρίζει την ανάγκη για στήριξη των παραγωγών, για ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας στον τομέα των λιπασμάτων και για μια ρεαλιστική μετάβαση σε πιο βιώσιμες λύσεις.
Και λέω ρεαλιστική μετάβαση, γιατί οι αναγκαίες αλλαγές στην ευρωπαϊκή γεωργία δεν μπορεί να σημαίνουν απώλεια ανταγωνιστικότητας. Πρέπει να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται μαζί με τον παραγωγό και προς όφελός του — και, τελικά, προς όφελος ολόκληρης της αλυσίδας αξίας της αγροδιατροφής.
Το ίδιο ισχύει και για την εμπορική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα στηρίζει μια Ευρώπη ανοιχτή, εξωστρεφή και ανταγωνιστική. Αλλά το άνοιγμα των αγορών πρέπει να γίνεται με όρους δικαιοσύνης, ισορροπίας και πραγματικής αμοιβαιότητας.
Οι ευρωπαϊκές εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες οφείλουν να προστατεύουν αποτελεσματικά τα ευρωπαϊκά αγροτικά προϊόντα και τους παραγωγούς μας.
Δεν είναι δίκαιο, για παράδειγμα, ο Ευρωπαίος και ο Έλληνας παραγωγός να καλούνται να τηρούν υψηλές προδιαγραφές ασφάλειας τροφίμων, περιβαλλοντικής προστασίας, μεταχείρισης των ζώων και εργασιακών κανόνων, και την ίδια στιγμή να αντιμετωπίζουν αθέμιτο ανταγωνισμό από εισαγόμενα προϊόντα που παράγονται με χαμηλότερες απαιτήσεις.
Άλλωστε, τόσο για την ελληνική όσο και ευρύτερα για την ευρωπαϊκή γεωργία, ανταγωνιστικότητα και βιωσιμότητα είναι συμπληρωματικές στοχεύσεις και προϋποθέσεις.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η αξία της σημερινής συζήτησης. Το FOODGaP αναδεικνύει ότι τα συστήματα τροφίμων πέρα από ένα ζήτημα παραγωγής και αγοράς, είναι και ζήτημα διακυβέρνησης – πολυεπίπεδης, συμμετοχικής και τοπικά προσαρμοσμένης.
Η εμπειρία από πολλές ευρωπαϊκές και μεσογειακές περιοχές δείχνει ότι οι καλύτερες λύσεις προκύπτουν όταν οι τοπικές αρχές, οι παραγωγοί, οι επιχειρήσεις, οι επιστήμονες, οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών και οι πολίτες κάθονται στο ίδιο τραπέζι, στο πλαίσιο σταθερών μηχανισμών συνεργασίας, με τις αποφάσεις να λαμβάνονται βάσει έγκυρων δεδομένων, και τις πολιτικές για τα τρόφιμα να συνδέονται συνειδητά με όλο το φάσμα της δημόσιας πολιτικής: με την υγεία, την εκπαίδευση, το περιβάλλον, την κοινωνική προστασία, τον τουρισμό και την τοπική οικονομία.
Υπό το πρίσμα αυτό, στην Ελλάδα έχουμε μπροστά μας μια διπλή πρόκληση. Από τη μία πλευρά, να στηρίξουμε τον καταναλωτή, και ιδίως τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, ώστε η πρόσβαση σε ποιοτική και υγιεινή τροφή να μη μετατρέπεται σε προνόμιο.
Από την άλλη πλευρά, να στηρίξουμε τον Έλληνα παραγωγό γιατί χωρίς αυτόν δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική επισιτιστική ασφάλεια.
Αυτός είναι ο γνώμονας της δράσης και της στρατηγικής μας στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Μέσα από το Στρατηγικό Σχέδιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής 2023–2027, στηρίζουμε επενδύσεις που μειώνουν το κόστος παραγωγής, εκσυγχρονίζουν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, ενισχύουν τη χρήση νέων τεχνολογιών, αξιοποιούν την ευφυή γεωργία και βοηθούν τους παραγωγούς να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα τους διαθέσιμους πόρους.
Ιδιαίτερα η μείωση του κόστους παραγωγής είναι προϋπόθεση για πιο σταθερές τιμές, για μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις και για ισχυρότερη θέση των ελληνικών προϊόντων στην αγορά.
Ταυτόχρονα, δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στη βελτίωση της θέσης του αγρότη μέσα στην αλυσίδα αξίας. Στηρίζουμε την οικοτεχνία, τη μεταποίηση σε μικρή κλίμακα, την καθετοποίηση της παραγωγής, την ανάδειξη προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως τα ΠΟΠ, τα ΠΓΕ και τα βιολογικά προϊόντα, με στόχο η προστιθέμενη αξία να μένει όσο γίνεται περισσότερο στον παραγωγό και στην τοπική κοινότητα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι βραχείες αλυσίδες εφοδιασμού. Η απευθείας σύνδεση παραγωγού και καταναλωτή, όπου αυτό είναι εφικτό, μπορεί να μειώσει το κόστος και να στηρίξει την τοπική οικονομία.
Στην ίδια λογική, εργαλεία ψηφιοποίησης και διαφάνειας, όπως η δημόσια παρακολούθηση τιμών σε βασικά αγροτικά προϊόντα, μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο ενημερωμένη αγορά και σε καλύτερη κατανόηση των πιέσεων που διαμορφώνονται από το χωράφι μέχρι το ράφι.
Κι εδώ οφείλω να υπογραμμίσω την κρίσιμη σημασία της συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων μερών σ’ αυτή την προσπάθεια.
Ιδιαίτερα οι δήμοι και οι περιφέρειες γνωρίζουν από κοντά τόσο την πραγματικότητα της τοπικής παραγωγής, όσο και τις ανάγκες των ανθρώπων στις τοπικές κοινωνίες.
Γνωρίζουν ποιες οικογένειες δυσκολεύονται περισσότερο, ποιες τοπικές αλυσίδες μπορούν να ενισχυθούν, ποιες κοινωνικές δομές χρειάζονται στήριξη, ποιες πρωτοβουλίες μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
Μπορούν γι’ αυτό να έχουν κρίσιμο ρόλο σε ζητήματα όπως τα σχολικά γεύματα, οι βιώσιμες δημόσιες προμήθειες, οι κοινωνικές δομές σίτισης, οι λαϊκές αγορές, η μείωση της σπατάλης τροφίμων και η αναδιανομή πλεονασμάτων, και βεβαίως η στενότερη σύνδεση του τουρισμού με την τοπική παραγωγή.
«Θα ήθελα καταρχάς να συγχαρώ θερμά τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου και το Ινστιτούτο για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη για την πρωτοβουλία της διοργάνωσης αυτής της εκδήλωσης, που γίνεται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος FOODGaP.
Το θέμα που συζητούμε σήμερα — το κόστος των τροφίμων και η επισιτιστική ασφάλεια στην Ελλάδα — αγγίζει την καθημερινότητα κάθε νοικοκυριού, τη βιωσιμότητα της πρωτογενούς μας παραγωγής, αλλά και την ανθεκτικότητα της χώρας και της κοινωνίας μας συνολικά.
Η τροφή, όχι μόνο με τη στενή έννοια των προϋποθέσεων της απλής επιβίωσης, αλλά η ποιοτική, υγιεινή, θρεπτική διατροφή που αντανακλά την ιστορία και τον πολιτισμό ενός τόπου είναι βασική ανθρώπινη ανάγκη και προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής.
Τα τελευταία χρόνια, γνωρίσαμε αλλεπάλληλες κρίσεις με άμεσο αντίκτυπο στο κόστος παραγωγής, στις τιμές των τροφίμων, αλλά και στην αίσθηση ασφάλειας των πολιτών: ενδεικτικά μόνο αναφέρω την πανδημία, την ενεργειακή κρίση, τις γεωπολιτικές αναταράξεις, τις πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, την κλιματική κρίση, τις επιζωοτίες.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα είναι μια αναντίρρητη πραγματικότητα. Συμπυκνώνει ταυτόχρονα τη δυσκολία ενός νοικοκυριού να επιλέξει ποιοτικά και υγιεινά τρόφιμα, αλλά και την αγωνία του παραγωγού που βλέπει το κόστος ενέργειας, ζωοτροφών, λιπασμάτων, μεταφορών και εργασίας να αυξάνεται.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Για να μιλήσουμε για προσιτές τιμές πρέπει ταυτόχρονα να μιλήσουμε για δίκαιο εισόδημα στον παραγωγό. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επισιτιστική ασφάλεια χωρίς ταυτόχρονα να μιλήσουμε για ανθεκτική εγχώρια παραγωγή, για τη φροντίδα προς το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και την ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.
Η επισιτιστική ασφάλεια βρίσκεται πλέον ψηλά και στις ευρωπαϊκές προτεραιότητες. Αυτό καταδείχθηκε και στο πρόσφατο Συμβούλιο των Υπουργών Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου είχα την τιμή να εκπροσωπώ την Ελλάδα.
Στις Βρυξέλλες δεν μιλήσαμε μόνο για την επάρκεια των τροφίμων, αλλά και για τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν στον παραγωγό να συνεχίσει να παράγει με βιώσιμο και ανταγωνιστικό τρόπο.
Μία κρίσιμη παράμετρος αυτής της συζήτησης είναι η προσιτότητα των εισροών της παραγωγής — και ιδίως των λιπασμάτων. Γιατί όταν αυξάνεται υπέρμετρα το κόστος των βασικών εισροών, πιέζεται και ο παραγωγός, και τελικά ο καταναλωτής.
Γι’ αυτό, δίπλα στις εθνικές πρωτοβουλίες και δράσεις που ήδη έχει αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι και η Ευρώπη αναγνωρίζει την ανάγκη για στήριξη των παραγωγών, για ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας στον τομέα των λιπασμάτων και για μια ρεαλιστική μετάβαση σε πιο βιώσιμες λύσεις.
Και λέω ρεαλιστική μετάβαση, γιατί οι αναγκαίες αλλαγές στην ευρωπαϊκή γεωργία δεν μπορεί να σημαίνουν απώλεια ανταγωνιστικότητας. Πρέπει να σχεδιάζονται και να υλοποιούνται μαζί με τον παραγωγό και προς όφελός του — και, τελικά, προς όφελος ολόκληρης της αλυσίδας αξίας της αγροδιατροφής.
Το ίδιο ισχύει και για την εμπορική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα στηρίζει μια Ευρώπη ανοιχτή, εξωστρεφή και ανταγωνιστική. Αλλά το άνοιγμα των αγορών πρέπει να γίνεται με όρους δικαιοσύνης, ισορροπίας και πραγματικής αμοιβαιότητας.
Οι ευρωπαϊκές εμπορικές συμφωνίες με τρίτες χώρες οφείλουν να προστατεύουν αποτελεσματικά τα ευρωπαϊκά αγροτικά προϊόντα και τους παραγωγούς μας.
Δεν είναι δίκαιο, για παράδειγμα, ο Ευρωπαίος και ο Έλληνας παραγωγός να καλούνται να τηρούν υψηλές προδιαγραφές ασφάλειας τροφίμων, περιβαλλοντικής προστασίας, μεταχείρισης των ζώων και εργασιακών κανόνων, και την ίδια στιγμή να αντιμετωπίζουν αθέμιτο ανταγωνισμό από εισαγόμενα προϊόντα που παράγονται με χαμηλότερες απαιτήσεις.
Άλλωστε, τόσο για την ελληνική όσο και ευρύτερα για την ευρωπαϊκή γεωργία, ανταγωνιστικότητα και βιωσιμότητα είναι συμπληρωματικές στοχεύσεις και προϋποθέσεις.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η αξία της σημερινής συζήτησης. Το FOODGaP αναδεικνύει ότι τα συστήματα τροφίμων πέρα από ένα ζήτημα παραγωγής και αγοράς, είναι και ζήτημα διακυβέρνησης – πολυεπίπεδης, συμμετοχικής και τοπικά προσαρμοσμένης.
Η εμπειρία από πολλές ευρωπαϊκές και μεσογειακές περιοχές δείχνει ότι οι καλύτερες λύσεις προκύπτουν όταν οι τοπικές αρχές, οι παραγωγοί, οι επιχειρήσεις, οι επιστήμονες, οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών και οι πολίτες κάθονται στο ίδιο τραπέζι, στο πλαίσιο σταθερών μηχανισμών συνεργασίας, με τις αποφάσεις να λαμβάνονται βάσει έγκυρων δεδομένων, και τις πολιτικές για τα τρόφιμα να συνδέονται συνειδητά με όλο το φάσμα της δημόσιας πολιτικής: με την υγεία, την εκπαίδευση, το περιβάλλον, την κοινωνική προστασία, τον τουρισμό και την τοπική οικονομία.
Υπό το πρίσμα αυτό, στην Ελλάδα έχουμε μπροστά μας μια διπλή πρόκληση. Από τη μία πλευρά, να στηρίξουμε τον καταναλωτή, και ιδίως τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, ώστε η πρόσβαση σε ποιοτική και υγιεινή τροφή να μη μετατρέπεται σε προνόμιο.
Από την άλλη πλευρά, να στηρίξουμε τον Έλληνα παραγωγό γιατί χωρίς αυτόν δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική επισιτιστική ασφάλεια.
Αυτός είναι ο γνώμονας της δράσης και της στρατηγικής μας στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Μέσα από το Στρατηγικό Σχέδιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής 2023–2027, στηρίζουμε επενδύσεις που μειώνουν το κόστος παραγωγής, εκσυγχρονίζουν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, ενισχύουν τη χρήση νέων τεχνολογιών, αξιοποιούν την ευφυή γεωργία και βοηθούν τους παραγωγούς να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα τους διαθέσιμους πόρους.
Ιδιαίτερα η μείωση του κόστους παραγωγής είναι προϋπόθεση για πιο σταθερές τιμές, για μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις και για ισχυρότερη θέση των ελληνικών προϊόντων στην αγορά.
Ταυτόχρονα, δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στη βελτίωση της θέσης του αγρότη μέσα στην αλυσίδα αξίας. Στηρίζουμε την οικοτεχνία, τη μεταποίηση σε μικρή κλίμακα, την καθετοποίηση της παραγωγής, την ανάδειξη προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως τα ΠΟΠ, τα ΠΓΕ και τα βιολογικά προϊόντα, με στόχο η προστιθέμενη αξία να μένει όσο γίνεται περισσότερο στον παραγωγό και στην τοπική κοινότητα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι βραχείες αλυσίδες εφοδιασμού. Η απευθείας σύνδεση παραγωγού και καταναλωτή, όπου αυτό είναι εφικτό, μπορεί να μειώσει το κόστος και να στηρίξει την τοπική οικονομία.
Στην ίδια λογική, εργαλεία ψηφιοποίησης και διαφάνειας, όπως η δημόσια παρακολούθηση τιμών σε βασικά αγροτικά προϊόντα, μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο ενημερωμένη αγορά και σε καλύτερη κατανόηση των πιέσεων που διαμορφώνονται από το χωράφι μέχρι το ράφι.
Κι εδώ οφείλω να υπογραμμίσω την κρίσιμη σημασία της συνεργασίας όλων των εμπλεκόμενων μερών σ’ αυτή την προσπάθεια.
Ιδιαίτερα οι δήμοι και οι περιφέρειες γνωρίζουν από κοντά τόσο την πραγματικότητα της τοπικής παραγωγής, όσο και τις ανάγκες των ανθρώπων στις τοπικές κοινωνίες.
Γνωρίζουν ποιες οικογένειες δυσκολεύονται περισσότερο, ποιες τοπικές αλυσίδες μπορούν να ενισχυθούν, ποιες κοινωνικές δομές χρειάζονται στήριξη, ποιες πρωτοβουλίες μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
Μπορούν γι’ αυτό να έχουν κρίσιμο ρόλο σε ζητήματα όπως τα σχολικά γεύματα, οι βιώσιμες δημόσιες προμήθειες, οι κοινωνικές δομές σίτισης, οι λαϊκές αγορές, η μείωση της σπατάλης τροφίμων και η αναδιανομή πλεονασμάτων, και βεβαίως η στενότερη σύνδεση του τουρισμού με την τοπική παραγωγή.
Κυρίες και κύριοι,
Η συνεργασία είναι η κρίσιμη έννοια και η βασικότερη προϋπόθεση για να πετύχουμε την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρίσιμων αυτών ζητημάτων: Συνεργασία ανάμεσα στο κράτος και την αυτοδιοίκηση. Συνεργασία ανάμεσα στους παραγωγούς και την αγορά. Συνεργασία ανάμεσα στην έρευνα, την τεχνολογία και την παραγωγική πράξη.
Συνεργασία ανάμεσα στους δημόσιους φορείς, τις επιχειρήσεις, και την κοινωνία των πολιτών. Τα βιώσιμα και ανθεκτικά συστήματα τροφίμων χτίζονται μέσα από συνεργασία, με εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια.
Και εδώ η Ελλάδα έχει όλες τις προϋποθέσεις για να κάνει τα βήματα που χρειάζονται: διαθέτουμε ισχυρή αγροτική παραγωγή, προϊόντα υψηλής ποιότητας, μια μοναδική διατροφική παράδοση, ενεργές τοπικές κοινωνίες, υψηλής ποιότητας επιστημονικό δυναμικό, εθνικά και ευρωπαϊκά εργαλεία και πόρους.
Το ζητούμενο είναι να συνθέσουμε ακόμη πιο αποτελεσματικά αυτά τα επιμέρους στοιχεία στην κοινή προσπάθεια για ένα νέο παραγωγικό παράδειγμα που θα διασφαλίζει προσιτή και ποιοτική τροφή για τον πολίτη, αξιοπρεπές εισόδημα για τον παραγωγό, λιγότερη σπατάλη, μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις.
Αυτός άλλωστε είναι και ο προσανατολισμός μας στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ για την οποία ήδη έχει ξεκινήσει η σχετική διαβούλευση.
Με αυτές τις σκέψεις, για μια ακόμη φορά θέλω να σας συγχαρώ και να σας ευχαριστήσω γιατί η συζήτηση θα συμβάλει στον κοινό μας προβληματισμό με ουσιαστικό και πρακτικό τρόπο, αναδεικνύοντας όχι μόνο τις δυσκολίες, αλλά και τις λύσεις, και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση πολιτικών που απαντούν στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών, των παραγωγών και των τοπικών κοινωνιών».
Η συνεργασία είναι η κρίσιμη έννοια και η βασικότερη προϋπόθεση για να πετύχουμε την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρίσιμων αυτών ζητημάτων: Συνεργασία ανάμεσα στο κράτος και την αυτοδιοίκηση. Συνεργασία ανάμεσα στους παραγωγούς και την αγορά. Συνεργασία ανάμεσα στην έρευνα, την τεχνολογία και την παραγωγική πράξη.
Συνεργασία ανάμεσα στους δημόσιους φορείς, τις επιχειρήσεις, και την κοινωνία των πολιτών. Τα βιώσιμα και ανθεκτικά συστήματα τροφίμων χτίζονται μέσα από συνεργασία, με εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια.
Και εδώ η Ελλάδα έχει όλες τις προϋποθέσεις για να κάνει τα βήματα που χρειάζονται: διαθέτουμε ισχυρή αγροτική παραγωγή, προϊόντα υψηλής ποιότητας, μια μοναδική διατροφική παράδοση, ενεργές τοπικές κοινωνίες, υψηλής ποιότητας επιστημονικό δυναμικό, εθνικά και ευρωπαϊκά εργαλεία και πόρους.
Το ζητούμενο είναι να συνθέσουμε ακόμη πιο αποτελεσματικά αυτά τα επιμέρους στοιχεία στην κοινή προσπάθεια για ένα νέο παραγωγικό παράδειγμα που θα διασφαλίζει προσιτή και ποιοτική τροφή για τον πολίτη, αξιοπρεπές εισόδημα για τον παραγωγό, λιγότερη σπατάλη, μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις κρίσεις.
Αυτός άλλωστε είναι και ο προσανατολισμός μας στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ για την οποία ήδη έχει ξεκινήσει η σχετική διαβούλευση.
Με αυτές τις σκέψεις, για μια ακόμη φορά θέλω να σας συγχαρώ και να σας ευχαριστήσω γιατί η συζήτηση θα συμβάλει στον κοινό μας προβληματισμό με ουσιαστικό και πρακτικό τρόπο, αναδεικνύοντας όχι μόνο τις δυσκολίες, αλλά και τις λύσεις, και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση πολιτικών που απαντούν στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών, των παραγωγών και των τοπικών κοινωνιών».










.webp)