(Διατριβή Νικολάου Γραίκου)
Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν ιδιότυπο τύπο, που συνδυάζει στοιχεία από τον οκταγωνικό και το σταυροειδή.
Μεταγενέστερη προσθήκη της δεκαετίας του 1830 είναι η δυτική εξωτερική στοά του ναού, που στηρίζει το υπερώο. Στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλιέων, που διασώζεται σήμερα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους , υπάρχει τουλάχιστον μία καταγραφή εξόδων για την κατασκευή της στοάς και του κωδωνοστασίου το 1835. Κάτω από το κεντρικό παράθυρο της δυτικής στοάς υπάρχει η επιγραφή: \
Μεταγενέστερη προσθήκη της δεκαετίας του 1830 είναι η δυτική εξωτερική στοά του ναού, που στηρίζει το υπερώο. Στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλιέων, που διασώζεται σήμερα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους , υπάρχει τουλάχιστον μία καταγραφή εξόδων για την κατασκευή της στοάς και του κωδωνοστασίου το 1835. Κάτω από το κεντρικό παράθυρο της δυτικής στοάς υπάρχει η επιγραφή: \
Ο ΝΑΡΘΗΞ (ΟΥ)ΤΟΣ ΜΕΤΑ Τ(ΟΥ) ΚΑΜΠΑΝΑΡΙ(ΟΥ) / ΩΚΟΔΟΜΗΘΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΟΘΩΝΟΣ /
Τ(ΟΥ) ΠΡΩΤ(ΟΥ) ΕΠΙΤΡΟΠΕΥΟΝΤΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ / ΙΕΡΟΝ Τ(ΟΥ)ΤΟΝ ΝΑΟΝ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ
ΚΡΟΜΜΙΔΗ ΝΙΚΟ/ΛΑ(ΟΥ) ΓΑΛΑΝΟΠ(ΟΥ)Λ(ΟΥ). ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗ/ΡΙΩ 1834 .
ΦΕΥΡ(ΟΥ)ΑΡΙ(ΟΥ) . 18 .
Πρόβλημα υπάρχει ως προς την ταυτότητα των ζωγράφων των τοιχογραφιών του ναού. Με
βάση μαρτυρίες που ανακαλύψαμε σε αρχεία και την επιτόπου έρευνα του υλικού μπορούμε να καταλήξουμε σε νεότερα συμπεράσματα.
Οι τοιχογραφίες του ναού έγιναν σε διάφορες φάσεις, από τον 19ο αιώνα μέχρι και τη δεκαετία του 1960 και σε πολλές περιπτώσεις επιζωγραφίστηκαν παλαιότερες παραστάσεις αλλοιώνοντας τον αρχικό τους χαρακτήρα.
Όλες οι μέχρι στιγμής βιβλιογραφικές αναφορές συγκλίνουν στην άποψη ότι οι τοιχογραφίες φιλοτεχνήθηκαν από τον Δημήτριο Βυζάντιο. Μάλιστα θεωρείται ότι ο Βυζάντιος δεν αγιογράφησε εξαρχής τον ναό, αλλά απλώς επιζωγράφισε παλαιότερες «ἐξηλειμμένας, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ χρόνου» βενετσιάνικες παραστάσεις «Ἰταλικῆς σχολῆς τοῦ ΙΖ’ αἰῶνος» και μάλιστα με «τα σκληρά περιγράμματα και την παγερότητα του κλασικισμού»
Παράλληλα στη σχετική βιβλιογραφία ιδιαίτερη μνεία γίνεται για την παράσταση του Μυστικού Δείπνου αγνώστου ζωγράφου, που βρίσκεται στην κοίλη και πλάγια οροφή (θόλο) της ανατολικής κεραίας του ναού κάτω από τον τρούλο, που αντιγράφει τη γνωστή παράσταση του Leonardo da Vinci. Για την παράσταση αυτή έχει καταγραφεί στη βιβλιογραφία η ανεπιβεβαίωτη πληροφορία ότι αποτελεί δώρο του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας πατέρα του Όθωνα .
Η σύγχυση ως προς τη χρονολόγηση και την ταυτότητα των ζωγράφων των τοιχογραφιών επιτείνεται και από τη σύντομη περιγραφή του Λαμπρυνίδη, η οποία σημειωτέον έγινε το 1898.
Αναφέρει ο Λαμπρινίδης :
«Ἡ ἐν γένει ζωγραφικὴ τοῦ Ναοῦ εἶναι ἐλαφρὰ καὶ ἀρκούντως ἐπιτυχής· αἱ γραφαὶ τῶν λοιπῶν θόλων εἶναι ἀλληγορικαὶ ἀφθονούντων τῶν ἑξαπτερύγων Χερουβὶμ περὶ τὴν μυστικὴν Λυχνίαν. Τὰς
Γραφὰς ταύτας […] ἀνακαίνισε, μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ἀνάκτησιν τοῦ Ναυπλίου, τῷ 1823, ὁ
Ἕλλην Ζωγράφος Δ. Κ. Βυζάντιος, ὡς νῦν ὑφίστανται».
.Η περιγραφή αυτή ταιριάζει με την αντίστοιχη του Buchon, ο οποίος επισκέφθηκε το ναό το 1841 .
Αναφέρει ο Buchon :
«Στο μεγάλο τύμπανο του κέντρου είναι ζωγραφισμένος ο Ιησούς Χριστός· στα τέσσερα τρίγωνα είναι οι ευαγγελιστές με τα σύμβολά
τους, τα ζώα, όλα ζωγραφισμένα με τρόπο πολύ πλατύ… Οι ζωγραφιές του θόλου έχουν μυστικο-
πάθεια. Τα φτερά των αγγέλων αφθονούν και τους βλέπει κανείς συγκεντρωμένους γύρω από το μυστικό κηροπήγιο».
. Ο σημερινός επισκέπτης του ναού δε θα δει τις παραστάσεις με τους αγγέλους, παρά μόνο τις μικρές και σχεδόν αθέατες παραστάσεις με την επτάφωτο λυχνία, τις πλάκες
του νόμου, την ανοιχτή Βίβλο και το Άγιο Δισκοπότηρο στη βάση του τύμπανου ανάμεσα στα παράθυρα . Παρ΄ όλα αυτά υπάρχουν σχετικά πρόσφατες βιβλιογραφικές αναφορές, που επαναλαμβάνουν τις περιγραφές αυτές προφανώς από ελλιπή παρατήρηση του in situ υλικού. Συνεπώς υπήρξε μία ανακαίνιση των τοιχογραφιών του ναού με terminus post quem το έτος 1898, όταν εκδίδεται το βιβλίο του Λαμπρυνίδη.
Η λύση των προβλημάτων ως προς την ταυτότητα των ζωγράφων των τοιχογραφιών υποβοηθείται καθοριστικά από την έρευνα στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου. Στην έρευνα αυτή ανακαλύψαμε ένα πρώτο έγγραφο, το οποίο αφορά τις αγιογραφικές εργασίες του Δημητρίου Βυζάντιου στο ναό το διάστημα 1834 - 1836. Πρόκειται για ιδιόχειρη και υπογραμμένη επιστολή του προς τον Δήμαρχο Ναυπλιέων με ημερομηνία 4 Νοεμβρίου 1836, με την οποία ζητά να τού δοθεί το οφειλόμενο χρηματικό ποσό για τις αγιογραφίες του στο θόλο του ναού.
Συγκεκριμένα ζητά 467,40 δραχμές ως υπόλοιπο της αμοιβής του για την αγιογράφηση των τεσσάρων ευαγγελιστών, του Παντοκράτορα , τον χρωματισμό των ανάγλυφων μπαρόκ διακοσμήσεων («κορινθιακὸν γῦρον»), την αγιογράφηση των τεσσάρων καμάρων (θόλων) και το σχεδιασμό του βασιλικού θρόνου, όπως επίσης και τη συμβολή του στο χρύσωμά του.
Η δεύτερη σειρά εγγράφων αφορά το αίτημα του αγιογράφου Ευθύμιου Παπακωστόπουλου προς το Δήμο Ναυπλιέων για την αποπληρωμή αγιογραφικών εργασιών, που πραγματοποίησε στο ναό του Αγίου Γεωργίου το 1834. Με τα έγγραφα αυτά ερμηνεύεται εκ νέου το ζήτημα της ταυτότητας του αγιογράφου της παράστασης του Μυστικού Δείπνου, αφού στην ιδιόχειρη επιστολή του με ημερομηνία 8 Μαΐου 1840 αναφέρει ρητά ότι ανάλαβε την κατασκευή των τοιχογραφιών του Μυστικού Δείπνου, της Μεταμόρφωσης, της Ανάληψης και του Παντοκράτορα .
Μερικές μέρες αργότερα στις 7 Ιουνίου 1840 ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου διαβιβάζει στο Δήμαρχο Ναυπλιέων την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου με την οποία ψηφίστηκε η καταβολή του ποσού των 100 δρχ. στον αγιογράφο Ευθ. Παπακωστόπουλο, για τις εργασίες του στο ναό του Αγίου Γεωργίου με αρ. πρωτ. 7 Ιουνίου 1840.
Και ένα μήνα περίπου αργότερα ο Διοικητής αποστέλλει έγγραφο προς το Δήμαρχο Ναυπλιέων, με το οποίο εγκρίνει τη δαπάνη των 100 δρχ.
Λίγο αργότερα εκδίδεται και σχετικό χρηματικό ένταλμα με ἀριθ. 132.
Οι παραπάνω γραπτές μαρτυρίες φωτίζουν σημαντικά το πρόβλημα της ταυτότητας των ζωγράφων των τοιχογραφιών του ναού, χωρίς όμως να το επιλύουν απόλυτα. Εάν συνοψίσουμε τις πληροφορίες θα καταλήξουμε σε μερικά αντιφατικά συμπεράσματα. Έτσι ο Βυζάντιος σύμφωνα με την επιστολή του φέρεται να αγιογράφησε το διάστημα 1834 – 1836 τον Παντοκράτορα, τους τέσσερεις ευαγγελιστές, τον «κορινθιακό γύρο» και τους τέσσερεις «μικρούς» θόλους. Ο Ευθ. Παπακωστόπουλος δηλώνει ότι το 1836 ζωγράφισε τους θόλους του ναού τον Παντοκράτορα, το Μυστικό Δείπνο, τη Μεταμόρφωση και την Ανάληψη. Η δήλωσή του Παπακωστόπουλου δε θα δημιουργούσε πρόβλημα εάν στη θέση του Παντοκράτορα, τον οποίο ζωγράφισε σύμφωνα με το δικό του ισχυρισμό ο Βυζάντιος, δήλωνε τη Βαϊοφόρο. Πιστεύουμε ότι ο Παπακωστόπουλος εκ παραδρομής συμπερίλαβε τον Παντοκράτορα, αφού δηλώνει ξεκάθαρα ότι ζωγράφισε τους «θόλους» δηλαδή τις τέσσερεις ιδιόμορφες κοίλες επιφάνειες που στεγάζουν το εγκάρσιο και το κάθετο κλίτος του ναού κάτω από τον κεντρικό τρούλο. Μήπως όμως πράγματι στη θέση της Βαϊοφόρου ζωγράφισε κάποια παράσταση Παντοκράτορα –γεγονός πάντως εικονογραφικά παράδοξο για τη θέση αυτή- επιζωγραφισμένη σήμερα από την παράσταση της Βαϊοφόρου; Η λύση των αντιφατικών αυτών πληροφοριών θα πρέπει να αναζητηθεί στη μελέτη αυτού καθαυτού του καλλιτεχνικού υλικού.
Η μελέτη αυτή κατά τη γνώμη μας οδηγεί στα παρακάτω συμπεράσματα.
Πρώτον.
Ο Βυζάντιος ζωγράφισε τον κεντρικό τρούλο με τον Παντοκράτορα, τους τέσσερεις ευαγγελιστές και τις γύψινες διακοσμήσεις. Σύμφωνα με τη δήλωσή του ζωγράφισε επίσης τους τέσσερεις «μικρούς» θόλους, εννοώντας μάλλον τους τέσσερεις γωνιακούς χαμηλούς θόλους (φουρνικά), οι οποίοι σήμερα είναι απλώς κοσμηματογραφημένοι με έναστρο ουρανό. Ίσως στους θόλους αυτούς να ζωγράφισε τις παραστάσεις των αγγέλων με τη «μυστική λυχνία ή κηροπήγιο» που αναφέρει τόσο ο Buchon το 1840 και ο Λαμπρυνίδης το 1898. Ίσως πάλι οι παραπάνω συγγραφείς να εννοούσαν τις μικρού μεγέθους αντίστοιχες παραστάσεις στα ανάγλυφα διάχωρα ανάμεσα στα παράθυρα του τυμπάνου του τρούλου· υπόθεση μάλλον παράδοξη εξαιτίας του μικρού μεγέθους και της περιορισμένης ορατότητας αυτών των παραστάσεων. Καμία από τις αρχικές παραστάσεις του Βυζάντιου δε διασώθηκε, εκτός ίσως από τις προαναφερόμενες παραστάσεις ανάμεσα στα παράθυρα του τρούλου εάν υποτεθεί ότι είναι δικές του. Άλλες από αυτές επιζωγραφίστηκαν και άλλες αντικαταστάθηκαν τελείως μάλλον από τον Δ. Γεωργαντά γύρω στα 1900. Επιπλέον η απουσία κάθε συγγένειας με τις παραστάσεις του Βυζάντιου στην οροφή του Αγίου Ανδρέα Πατρών είναι χαρακτηριστική. Άλλωστε είναι πιστοποιημένο με βάση έγγραφα του Δημοτι- κού Αρχείου Ναυπλιέων ότι κατά τη δεκαετία του 1840 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής στον τρούλο .
.Δεύτερον.
Ο Παπακωστόπουλος ζωγράφισε σύμφωνα με τη δήλωσή του το Μυστικό Δείπνο, την Ανάληψη και τη Μεταμόρφωση στις ιδιόμορφες κοίλες επιφάνειες (θόλους) κάτω από τον τρούλο. Είναι σίγουρο ότι από τις παραστάσεις αυτές η Ανάληψη και η Μεταμόρφωση αλλοιώθηκαν τελείως αφού επιζωγραφίστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα πιθανότατα από τον Δ. Γεωργαντά, ενώ η παράσταση του Μυστικού Δείπνου, μάλλον «φρεσκαρίστηκε» από τον Α. Πολίτη στις αρχές του 20ου αιώνα, χάνοντας μέρος της αρχικής φυσιογνωμίας. Όσο για τη Βαϊοφόρο ο ιστορι-κός του Ναυπλίου Γ. Χώρας υποστηρίζει ότι είναι έργο του Γεωργαντά.
.Παρά τις πολλές ομοιότητες των επιμέρους μορφών της παράστασης, με τις ανάλογες των υπογραμμένων από τον Α. Πολίτη έργων, όπως για παράδειγμα με την τοιχογραφία του Ιησού να ευλογεί τα παιδιά στο ναό της Παναγίας του Ναυπλίου, θα συμφωνήσουμε μαζί του κυρίως εξαιτίας της επιμελέστερης σύνθεσης , η οποία παραπέμπει σε ζωγράφο των δυνατοτήτων του Γεωργαντά. Πρόβλημα δημιουργεί η υφή της ζωγραφικής επιφάνειας η οποία είναι εμφανώς παλαιότερη από τις υπόλοιπες τοιχογραφίες του Γεωργαντά στο ναό. Μήπως αυτό σημαίνει ότι η παράσταση, ως η παλαιότερη στο ναό,ανήκει στον Παπακωστόπουλο; Βέβαια οι πληροφορίες στην επιστολή του Παπακωστόπουλου, δεν οδηγούν σε παρόμοιο συμπέρασμα, όμως δεν είναι σπάνια τα λάθη στα ιδιόχειρα σημειώματα των αγιογράφων της εποχής . Το σίγουρο είναι ότι το περιεχόμενο της επιστολής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ζωγράφος έμεινε απλήρωτος για αρκετά χρόνια, καταρρίπτει και τις πληροφορίες που επαναλαμβάνονται συχνά στη σχετική βιβλιογραφία, ότι η τοιχογραφία του Μυστικού Δείπνου είναι κατάλοιπο της βενετσιάνικης εποχής ή είναι δώρο του πατέρα του Όθωνα, βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου.
Τρίτον.
Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι έργα του Γεωργαντά είναι μάλλον, ο Παντοκράτορας , οι ευαγγελιστές στα λοφία και οι παραστάσεις της Βαϊοφόρου, της Μεταμόρφωσης και της Ανάληψης στις κοίλες επιφάνειες κάτω από τον τρούλο.
Τέταρτον.
Γύρω στα 1906 (χρονολογία που υπάρχει και στην αφιέρωση της τοιχογραφίας της Σταύρωσης στο βόρειο τοίχο) ο Α. Πολίτης πραγματοποίησε εκτεταμένες καλλιτεχνικές εργασίες στο ναό, ζωγραφίζοντας τις παραστάσεις των πλάγιων τοίχων (Ο Ιησούς προ του Πιλάτου, Σύλληψη του Ιησού, Κοίμηση της Θεοτόκου, Σταύρωση), τους προφήτες στα εσωράχια των τόξων, τις παραστάσεις των ανατολικών πεσσών (Άνωθεν οι Προφήται , Άγιο Φανούριο, Aγία Τριάδα), τις κόγχες της Πρόθεσης και του Διακονικού και επιζωγραφίζοντας παλαιότερες παραστάσεις. Είναι επίσης πολύ πιθανό να ζωγράφισε και τις παραστάσεις του Χριστού και των ευαγγελιστών στον άμβωνα. Εάν συγκρίνουμε τις παραστάσεις αυτές με τις υπογραμμένες τοιχογραφίες του ζωγράφου Α. Πολίτη στο ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου στο Ναύπλιο οι ομοιότητες είναι πολλές. Μάλιστα σε πολλές από αυτές τις παραστάσεις καταγράφεται ως αφιερωτής ο Πάνος Γ. Βόσνου . Ο ίδιος καταγράφεται και στις προαναφερόμενες παραστάσεις στον ναό του Αγίου Γεωργίου , στοιχείο το οποίο παραπέμπει στη συσχέτιση χορηγού ζωγράφου.
Πρώτον.
Ο Βυζάντιος ζωγράφισε τον κεντρικό τρούλο με τον Παντοκράτορα, τους τέσσερεις ευαγγελιστές και τις γύψινες διακοσμήσεις. Σύμφωνα με τη δήλωσή του ζωγράφισε επίσης τους τέσσερεις «μικρούς» θόλους, εννοώντας μάλλον τους τέσσερεις γωνιακούς χαμηλούς θόλους (φουρνικά), οι οποίοι σήμερα είναι απλώς κοσμηματογραφημένοι με έναστρο ουρανό. Ίσως στους θόλους αυτούς να ζωγράφισε τις παραστάσεις των αγγέλων με τη «μυστική λυχνία ή κηροπήγιο» που αναφέρει τόσο ο Buchon το 1840 και ο Λαμπρυνίδης το 1898. Ίσως πάλι οι παραπάνω συγγραφείς να εννοούσαν τις μικρού μεγέθους αντίστοιχες παραστάσεις στα ανάγλυφα διάχωρα ανάμεσα στα παράθυρα του τυμπάνου του τρούλου· υπόθεση μάλλον παράδοξη εξαιτίας του μικρού μεγέθους και της περιορισμένης ορατότητας αυτών των παραστάσεων. Καμία από τις αρχικές παραστάσεις του Βυζάντιου δε διασώθηκε, εκτός ίσως από τις προαναφερόμενες παραστάσεις ανάμεσα στα παράθυρα του τρούλου εάν υποτεθεί ότι είναι δικές του. Άλλες από αυτές επιζωγραφίστηκαν και άλλες αντικαταστάθηκαν τελείως μάλλον από τον Δ. Γεωργαντά γύρω στα 1900. Επιπλέον η απουσία κάθε συγγένειας με τις παραστάσεις του Βυζάντιου στην οροφή του Αγίου Ανδρέα Πατρών είναι χαρακτηριστική. Άλλωστε είναι πιστοποιημένο με βάση έγγραφα του Δημοτι- κού Αρχείου Ναυπλιέων ότι κατά τη δεκαετία του 1840 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής στον τρούλο .
.Δεύτερον.
Ο Παπακωστόπουλος ζωγράφισε σύμφωνα με τη δήλωσή του το Μυστικό Δείπνο, την Ανάληψη και τη Μεταμόρφωση στις ιδιόμορφες κοίλες επιφάνειες (θόλους) κάτω από τον τρούλο. Είναι σίγουρο ότι από τις παραστάσεις αυτές η Ανάληψη και η Μεταμόρφωση αλλοιώθηκαν τελείως αφού επιζωγραφίστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα πιθανότατα από τον Δ. Γεωργαντά, ενώ η παράσταση του Μυστικού Δείπνου, μάλλον «φρεσκαρίστηκε» από τον Α. Πολίτη στις αρχές του 20ου αιώνα, χάνοντας μέρος της αρχικής φυσιογνωμίας. Όσο για τη Βαϊοφόρο ο ιστορι-κός του Ναυπλίου Γ. Χώρας υποστηρίζει ότι είναι έργο του Γεωργαντά.
.Παρά τις πολλές ομοιότητες των επιμέρους μορφών της παράστασης, με τις ανάλογες των υπογραμμένων από τον Α. Πολίτη έργων, όπως για παράδειγμα με την τοιχογραφία του Ιησού να ευλογεί τα παιδιά στο ναό της Παναγίας του Ναυπλίου, θα συμφωνήσουμε μαζί του κυρίως εξαιτίας της επιμελέστερης σύνθεσης , η οποία παραπέμπει σε ζωγράφο των δυνατοτήτων του Γεωργαντά. Πρόβλημα δημιουργεί η υφή της ζωγραφικής επιφάνειας η οποία είναι εμφανώς παλαιότερη από τις υπόλοιπες τοιχογραφίες του Γεωργαντά στο ναό. Μήπως αυτό σημαίνει ότι η παράσταση, ως η παλαιότερη στο ναό,ανήκει στον Παπακωστόπουλο; Βέβαια οι πληροφορίες στην επιστολή του Παπακωστόπουλου, δεν οδηγούν σε παρόμοιο συμπέρασμα, όμως δεν είναι σπάνια τα λάθη στα ιδιόχειρα σημειώματα των αγιογράφων της εποχής . Το σίγουρο είναι ότι το περιεχόμενο της επιστολής, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ζωγράφος έμεινε απλήρωτος για αρκετά χρόνια, καταρρίπτει και τις πληροφορίες που επαναλαμβάνονται συχνά στη σχετική βιβλιογραφία, ότι η τοιχογραφία του Μυστικού Δείπνου είναι κατάλοιπο της βενετσιάνικης εποχής ή είναι δώρο του πατέρα του Όθωνα, βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου.
Τρίτον.
Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι έργα του Γεωργαντά είναι μάλλον, ο Παντοκράτορας , οι ευαγγελιστές στα λοφία και οι παραστάσεις της Βαϊοφόρου, της Μεταμόρφωσης και της Ανάληψης στις κοίλες επιφάνειες κάτω από τον τρούλο.
Τέταρτον.
Γύρω στα 1906 (χρονολογία που υπάρχει και στην αφιέρωση της τοιχογραφίας της Σταύρωσης στο βόρειο τοίχο) ο Α. Πολίτης πραγματοποίησε εκτεταμένες καλλιτεχνικές εργασίες στο ναό, ζωγραφίζοντας τις παραστάσεις των πλάγιων τοίχων (Ο Ιησούς προ του Πιλάτου, Σύλληψη του Ιησού, Κοίμηση της Θεοτόκου, Σταύρωση), τους προφήτες στα εσωράχια των τόξων, τις παραστάσεις των ανατολικών πεσσών (Άνωθεν οι Προφήται , Άγιο Φανούριο, Aγία Τριάδα), τις κόγχες της Πρόθεσης και του Διακονικού και επιζωγραφίζοντας παλαιότερες παραστάσεις. Είναι επίσης πολύ πιθανό να ζωγράφισε και τις παραστάσεις του Χριστού και των ευαγγελιστών στον άμβωνα. Εάν συγκρίνουμε τις παραστάσεις αυτές με τις υπογραμμένες τοιχογραφίες του ζωγράφου Α. Πολίτη στο ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου στο Ναύπλιο οι ομοιότητες είναι πολλές. Μάλιστα σε πολλές από αυτές τις παραστάσεις καταγράφεται ως αφιερωτής ο Πάνος Γ. Βόσνου . Ο ίδιος καταγράφεται και στις προαναφερόμενες παραστάσεις στον ναό του Αγίου Γεωργίου , στοιχείο το οποίο παραπέμπει στη συσχέτιση χορηγού ζωγράφου.
Κάποιος άλλος ανώνυμος δυτικότροπος αγιογράφος την ίδια εποχή θα πρέπει να αγιογράφησε τις παραστάσεις στα γωνιαία διαμερίσματα, στο χώρο του Ιερού και στους πεσσούς του τρούλου. Ούτως ή άλλως ο χώρος του Ιερού διαμορφώθηκε οριστικά γύρω στα 1870 επειδή παρουσίασε προβλήματα, όπως και ο τρούλος .
Εν τέλει οι τοιχογραφίες της κόγχης του Ιερού έγιναν μόλις τα νεότερα χρόνια κατά τη δεκαετία του 1960 από τον Γ. Κ. Πανούτσο, ο οποίος συνεχίζει τη δυτικότροπη παράδοση με μειωμένες όμως απαιτήσεις.
Οι αγιογράφοι των εικόνων αυτών είναι ποικίλοι. Τις κεντρικές εικόνες (Άγιο Δημήτριο, Μητέρα Θεού, Ιησού Χριστό, άγιο Ιωάννη Πρόδρομο) ιστόρησε ο Δημ . Τουντόπουλος , τις περισσότερες ιστόρησε ο Ιω. Δημάδης (άγιο Πέτρο Άργους, άγιο Σπυρίδωνα, αγία Ειρήνη, Σύναξη των Αποστόλων, άγιο Γεώργιο, αγία Μαρίνα, Eυαγγελισμό της Θεοτόκου, Ιησού Χριστό, άγιο Νικόλαο ). Δύο εικόνες ιστόρησε ο Α. Σιγάλας (άγιο Θεοδόσιο το νέο, άγιο Θεοδόσιο κοινοβιάρχη), μία ο Γ. Δ. Κορίζης (αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη) και τις υπόλοιπες και νεότερες ο Κ. Κατσίγιαννης και το εργαστήριο του Γυναικείου Ησυχαστηρίου Γεννήσεως του Χριστού Άργους.
Η εντύπωση που δίνει το χαμηλό, μαρμάρινο τέμπλο με τις δυτικότροπες εικόνες είναι απόλυτα εναρμονισμένη με τη γενικότερη ιδιάζουσα αρχιτεκτονική οργάνωση του εσωτερικού χώρου ναού και με την τοιχογράφηση.
Υ.Γ. Από πληροφορίες η ανακαίνιση του ναού προβλέπεται από τον Οκτώβρη .
Photo : taSSos
via facebook Τάσος Ηλιάδης


.webp)







.webp)