ΧΧΧ

ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΕΙΣ
ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΣΥΣΚΕΥΕΣ
ΕΙΔΗ ΣΠΙΤΙΟΥ
MAKEUP ARTIST

Σελίδες

ΠΟΡΤΟ ΧΕΛΙ
NEKTAR

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Αύγουστος από παλιά... (γράφει ο Πέτρος Λυγίζος)

Ικαρία 1970
Είναι αλήθεια ότι οι αναμνήσεις φέρνουν συγκίνηση. Δεν ξέρω τι απόγιναν τα καλοκαιρινά απογεύματα που δεν τελείωναν ποτέ. Ικαρία, δεκαετία του 70.

Από το χωριό μέχρι την παραλία ένα τέταρτο με τα πόδια. Στο δρόμο κλέβαμε σύκα. Όλο και κάποιο κλωνάρι έβγαινε έξω από τις αυλές. Ο Κώστας, πιο ψηλός κι ευκίνητος, τέντωνε τα μακριά του χέρια κι έπιανε ό,τι μπορούσε. Μου έδινε κι εμένα. Τα τρώγαμε καθισμένοι σε έναν βράχο που έμοιαζε κι ίσως να ήταν- νεολιθικός. Συνεχίζαμε. Ξύναμε τα δάχτυλα που μας έτρωγαν από το γάλα του σύκου. ''Ρε σύ, μην τα κόβεις άγουρα''. Μιλιά ο Κώστας. Μας έπαιρνε η κατηφόρα. Οι σαγιονάρες μπερδεύονταν στο πέτρινο καλντερίμι. Τις βγάζαμε μα οι πέτρες έκαιγαν. Τρέχαμε. Ποιος θα φτάσει πρώτος στην παραλία. Ο νικητής κέρδιζε και το δικαίωμα να μιλήσει πρώτος σε κορίτσι. Κέρδιζε ο Κώστας. Η θάλασσα, περήφανη, απέραντη και παγωμένη. Μετά από πολλά χρόνια έμαθα για την τάφρο της Ικαρίας. Πού να ξέραμε τότε ότι κολυμπούσαμε σε μιαν άβυσσο. Μα ούτε τώρα που το ξέρω, με νοιάζει. Καθόμασταν πολλή ώρα μέσα. Ιδιαίτερα όταν δεν είχαμε κανένα φαγητό της προκοπής, γυρνούσαμε σπίτι το απόγευμα. Θα μας έδερναν, το ξέραμε, μα δεν μας πείραζε. Το ξύλο, δεμένο με τα παιδικά μας χρόνια. Κάναμε μακροβούτια. Ποιος θα περάσει κάτω από δυο βάρκες. Μάσκα κίτρινη, δίχως βατραχοπέδιλα, ανάσα ατέλειωτη. Όταν βγαίναμε στην επιφάνεια, κοιτάζαμε μήπως μας είχε θαυμάσει κάποιο κορίτσι για τον άθλο μας. Τίποτα. Ύστερα πιάναμε τις απόχες. Τις πιο πολλές φορές αιχμαλωτίζαμε τσούχτρες. Τις πετάγαμε στην ακτή και παρατηρούσαμε τον αργό τους θάνατο. Απαίσιο παιχνίδι. Το σκέπτομαι τώρα και ντρέπομαι. Μα το κάναμε. Μια φορά μονάχα, από απέραντη τύχη, μπερδεύτηκε στην απόχη μου ένα χταπόδι. Τρόμαξα τόσο που πέταξα την απόχη μακριά. Φυσικά, το χταπόδι εξαφανίστηκε. Βγήκα έντρομος στην ακτή. Ένας κύριος που είδε το σκηνικό, βούτηξε μπας και το πιάσει. Με ψαροντούφεκο. Σε πέντε λεπτά έβγαινε με το χταπόδι καρφωμένο. 'Αρχισε να το χτυπά με μανία. ''Έτσι γίνεται με τα χταπόδια...΄΄ μας είπε. Μόλις τέλειωσε η ιεροτελεστία, μας το χάρισε. ΄΄Να το πάτε στη μάνα σας... εσείς το πιάσατε...'' Δεν περίμενα τόση γενναιοδωρία. Ενθουσιαστήκαμε. Δεν το ξεχνώ ποτέ αυτό. ΄΄Να πούμε ότι το πιάσαμε εμείς, ρε Κώστα...΄΄ ΄΄Ποιος θα μας πιστέψει ρε... ξέρουνε πόσο μπουνταλάδες είμαστε...όλοι το ξέρουν''.

Στο δρόμο μαλώναμε για το θέμα αυτό. Στο τέλος, κατάφερα να τον πείσω. ΄΄Εσύ θα μιλήσεις, να το ξέρεις Πέτρο...΄΄ Φτάσαμε. ''Μαμά, μαμά, κοίτα τι πιάσαμε ...με την απόχη. Τρομερό;΄΄ Μα άκουσε ο πατέρας μου κι έφτασε ξαφνικά. ''Ποιος σας το έδωσε αυτό;΄΄΄Έχασα τη φωνή μου. Κι ο Κώστας το ίδιο. ΄΄Μπερδεύτηκε στην απόχη και μετά το πέταξα και ήλθε ένας κύριος και...΄΄''Φιλιώ, έγινε ψαράς ο γιός σου. Δεν με πίστευαν. Ρώτησαν τον Κώστα που τον θεωρούσαν πιο σοβαρό. Όταν με επιβεβαίωσε, ηρέμησαν. Το χταπόδι μπήκε στη σχάρα και συνόδευσε μια πελώρια μακαρονάδα με ντομάτα φρέσκια και βασιλικό που φύτευε η γιαγιά μου. 'Ενιωθα περήφανος. Είχα συμβάλει στο μεσημεριανό της οικογένειάς μου. Ήμουν έντεκα ετών.

Από τότε, δεν έπιασα ξανά χταπόδι. Μα θυμάμαι με λεπτομέρειες εκείνο το γεύμα. Ήταν η μόνη φορά που ανεβήκαμε την ανηφόρα από την παραλία σε είκοσι λεπτά. Θυμάμαι ακόμη τον απόκοσμο κρότο που έκανε το κορμί του άμοιρου χταποδιού πάνω στον καυτό βράχο. Οι βεντούζες του κινούνταν με έναν σοφά κανονισμένο ρυθμό, τόσο που μου έφερνε λύπηση. Βέβαια, όχι τόση ώστε να μην το καταπιώ εκείνο το αλησμόνητο μεσημέρι. Φρόντισα να διαδώσω και στα κορίτσια το φοβερό νέο, ότι έξαφνα είχα γίνει δεινός ψαράς και έπιανα χταπόδια ακόμη και με απόχες. Κάποιες το πίστεψαν. Μα ο Κώστας, γρήγορα αποκατέστησε την αλήθεια. Έγινα ρεζίλι. Είχα κάνει μέρες να βγω έξω. Τις νύχτες που η παρέα μου κατέβαινε στο λιμάνι για βόλτα, εγώ καθόμουν στο μικρό μπαλκόνι και χάζευα το ολοφώτεινο ανάγλυφο στον απέραντο ουρανό. Άπειρα αστέρια μου γεννούσαν επίσης άπειρα ερωτήματα για τον κόσμο, τη ζωή και το νόημά της, για τους εξωγήινους που μας παρακολουθούσαν κρυμμένοι πίσω από απίστευτους πλανήτες και μετεωρίτες, για το θάνατο και το μάταιο της ζωής, για τον χρόνο… Τα πρωινά ξυπνούσα νωρίς. Αν αργούσα, η μάνα μου θύμωνε. ‘’Εγώ κάνω δουλειές κι εσείς κοιμάστε…΄΄ Από τότε έχω ενοχές για τον ύπνο. Έβγαινα στις συκιές, έπιανα μια χρυσόμυγα, την έδενα με κλωστή μακριά και έτρεχα σαν τρελός υποχρεώνοντας το καημένο έντομο σε μια παράλογα γρήγορη πτήση. Μετά έρχονταν συνήθως τα ξαδέλφια μου. Ο Νίκος, ο Βασίλης και πάντα, ο Κώστας. Ο Βασίλης πολύ ζωηρός. Μια φορά είχε ρίξει τη γυάλα μου και πάτησε το αγαπημένο μου χρυσόψαρο. Πολύ κακός, σκέφτηκα. Το σκέπτομαι ακόμη. Πηγαίναμε στο διπλανό ρέμα και κυνηγούσαμε τα βατράχια. Παίζαμε κρυφτό. Έρχονταν από κάτω κι ο Σάββας … Αλλάζαμε χωριό… Πού να μας βρούνε οι άλλοι! ΄΄Πού είχατε πάει, ρε;΄΄ Μιλιά εμείς. Ο Βαγγέλης ερχόταν σπάνια. Δεν του έπαιρνες κουβέντα εύκολα. Καλό παιδί κι έξυπνο. Ζωγράφιζε ό,τι έβλεπε, αρκεί να του άρεσε, έστω και λίγο. Είχε ζωγραφίσει έναν σιδερένιο μύλο της μάνας μου και μια πετσέτα που σερνόταν τσαλακωμένη. Την έχω ακόμη τη ζωγραφιά εκείνη. Τον συγκινεί αυτό, όποτε του το θυμίζω. Αυτό είμαστε, οι μνήμες. Άλλες ατόφιες, άλλες ξεθωριασμένες. Πολλά μεσημέρια τρώγαμε με τα ξαδέλφια μου, όλοι μαζί. ΄΄Νερό να πίνετε, κάνει καλό…΄΄ μάλωνε πάντα η γιαγιά. Μετά έπρεπε να κοιμηθούμε… υποχρεωτικά. Δεν νύσταζα ποτέ. Έξω τα τζιτζίκια έσκαγαν από την κάψα. Για πολλά χρόνια νόμιζα ότι τραγουδούσαν. Πριν λίγο καιρό διάβασα ότι το περίφημο κι ανιαρό τερέτισμά τους δεν είναι παρά μια κραυγή αγανάκτησης για την αμείλικτη ζέστη. Τα αγάπησα πιο πολύ… Πάσχιζα να δω αν κοιμόντουσαν οι άλλοι. Δεν κοιμόταν κανένας. Ο πατέρας μου ροχάλιζε. Τον ακούγαμε και πνίγαμε το γέλιο μας, μην τυχόν και τον ξυπνήσουμε. Η μάνα μου έκανε περιπολίες, αν είμασταν ήσυχοι. Κάναμε ότι μας είχε πάρει ο ύπνος. Σκεπάζαμε το πρόσωπό μας με το σεντόνι και ακούγαμε το αργό της βάδισμα στο παλιό, ξύλινο πάτωμα. Όταν έφευγε, βάζαμε πάλι τα γέλια. Ήμασταν χαρούμενοι, ευτυχισμένοι. Δεν ζητούσαμε πολλά, σχεδόν τίποτα. Χαρτζιλίκι, όποτε έκρινε ο πατέρας. Στα κέφια του, πενήντα δραχμές κάθε Σάββατο. Αμέσως τρέχαμε για παγωτό πύραυλο. Πέντε δραχμές ο μικρός, δέκα ο μεγάλος, με αμύγδαλο, σοκολάτα κι ένα τεράστιο φουντούκι στην κορυφή, σαν καφέ παγόβουνο. Το τρώγαμε αργά, απολαυστικά, γιατί ξέραμε πως θα αργούσε πάλι τούτη η περιττή πολυτέλεια. Έτσι όμως μάθαμε ότι η χαρά κρύβεται στα απλά, μάθαμε να εκτιμάμε κι ακόμη ότι όλα έχουν κάποια κρυμμένη αξία που σε καλεί να την αποκαλύψεις. Σηκωνόμασταν κρυφά. Ανοίγαμε το πορτάκι του πηγαδιού, δέναμε στον κουβά το καρπούζι και το βυθίζαμε στο βάθος εκείνου του άγνωστου, μυστικού κόσμου, με τα ξωτικά και τις κρυμμένες νεράιδες που έβγαιναν μόνο τις νύχτες για να χορέψουν με τον πρίγκηπα. Το αφήναμε για ώρα. Κι όταν πια το βγάζαμε, νιώθαμε πως δαγκώναμε κρύσταλλο. Ακόμη κι όταν κυκλοφόρησαν τα ψυγεία, τούτη η εξαίσια συνήθεια άργησε να πάψει.

Μα οι γονείς ξυπνούσαν. Μας μάλωναν που δεν είχαμε κοιμηθεί και πάντα απορούσα πώς το καταλάβαιναν. ‘’Είναι μεγάλοι ρε, όλα τα ξέρουν…΄με διόρθωνε πάντα ο Κώστας. Σειρά έπαιρνε το απογευματινό κολατσιό. Ψωμί, νερό και ζάχαρη. Τόση ζάχαρη που μετά πίναμε ένα μπουκάλι νερό ο καθένας. Αργότερα, αφού είχαμε παίξει λίγο κυνηγητό να πάει κάτω το ψωμί, η μάνα μου μας κερνούσε υποβρύχιο. Μπόλικη βανίλια τυλιγμένη σε παλιό, μεγάλο κουτάλι, έτοιμη πάντα να καταλήξει στο λαίμαργο, εφηβικό στόμα και να κολλήσει στο σαγόνι ή κάτω από τη μύτη. Πάλι γέλια. ΄΄Πώς έγινες έτσι ρε;΄΄ Κι ύστερα, πάλι παιχνίδι. Ούτε κινητά, ούτε καν τηλεόραση. Μονάχα γέλιο, ερωτικές προσδοκίες κι απογοητεύσεις, τσακωμοί, όνειρα τις νύχτες κάτω από τον ατέλειωτο ουρανό, αναφιλητά κάτω από το τριμμένο σεντόνι, η ροδοδάφνη να σκαρφαλώνει αδιάφορη στο μικρό μπαλκόνι, το γιασεμί να μοσκοβολά κι ο κρυφός κόσμος του πηγαδιού να στοιχειώνει πάντα τις σκέψεις μου.

Τα χρόνια πέρασαν πια. Ο Κώστας είναι τώρα παππούς, ο Βαγγέλης σπουδαίος ζωγράφος και πατέρας, ο Νίκος χαρούμενος όπως τότε… Ο Βασίλης έφυγε από τη ζωή αυτή. Όποτε βρισκόμαστε στο νησί, πίνουμε στην υγειά του ένα ποτήρι μπύρα, μπορεί και περισσότερα. Ο πατέρας μου δεν μας μαλώνει πια, αφού κι εκείνος δεν είναι στον κόσμο αυτόν. Κι εγώ, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά, κάθομαι στο ίδιο, μικρό μπαλκόνι κι αφηρημένος -όπως συνήθως- παρατηρώ την αγωνιώδη προσπάθεια της αιωνόβιας ροδοδάφνης να σκαρφαλώσει στο άπειρο, εκεί που κάποτε θα σκαρφαλώσουμε όλοι. Συγχρόνως, σηκώνω το μελαγχολικό βλέμμα μου στον ουρανό, ψάχνοντας, όπως τότε στις νύχτες της εφηβείας, τους κρυμμένους πλανήτες και τους μυστήριους αστερισμούς ενός αλλόκοτου, ανερμήνευτου κόσμου. Και τα πρωινά, ακόμη και τώρα, πιάνω τον εαυτό μου να ανοίγει σιγανά κι αθόρυβα το σκουριασμένο πορτάκι του πηγαδιού, ελπίζοντας πως -επιτέλους- τα ξωτικά κι οι όμορφες νεράιδες της νιότης μου θα έλθουν στο φως, μόνο και μόνο για να μου θυμίσουν πως ό,τι έζησα και ό,τι θυμάμαι, είναι η αλήθεια, η μόνη αλήθεια μιας εφήμερης ζωής…

Πέτρος Λυγίζος

*(Η εικόνα που συνοδεύει το αρθρο δημιουργήθηκε με ΤΝ)
ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΤΙΑΣΗΣ
ΛΟΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
Κέντρο Βιολογικής Γεωργίας
ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ