
Ο ποιητής Ανδρέας Βεργιόπουλος στην παρέμβασή του στο επετειακό συνέδριο για το Ν. Καρούζο (17-10-2026)
O Ανδρέας Βεργιόπουλος είναι πρόσωπο από τον κύκλο των χαμένων ποιητών. Παρ’ ότι γνωστός και ιδιαίτερα αγαπητός, ο ίδιος αναζητά στην ησυχία του κοινωνικού αναχωρητισμού την πηγή έμπνευσης για να εκφράσει τη δημιουργική λάβα που υπάρχει μέσα του και προσπαθεί να εκτονώσει τη δύναμή της στα νοήματα και τη στιχοπλοκή της ποίησής του.
Η παρουσία του στο τριήμερο για τα 100 χρόνια της γέννησης του Νίκου Καρούζου ήταν απρόσμενη και ταυτόχρονα χαροποιητική για όσους τον αγαπούν καθώς, στις ελάχιστες δημόσιες εμφανίσεις και παρεμβάσεις του, μοιράζεται τις πολύτιμες εμπειρίες του από τη ζωή και από τον κόσμο της σκέψης και των αισθήσεων. Κάπως έτσι, για μια ακόμη φορά, μοιράστηκε μαζί μας τη βόλτα του στ’ Ανάπλι με το Νίκο Καρούζο και κυρίως, μας επέτρεψε να ακούσουμε τα λόγια που του εκμυστηρεύτηκε ένα χειμωνιάτικο βράδυ, περίπου στα χίλια εννιακόσια ογδόντα, όχι πολύ μακριά από το Βουλευτικό, στην παραλία της πόλης, ενώ βαδίζανε προς τον φάρο, σε μια αποστροφή του, για κάτι που του είπε, του απάντησε : " Ανδρέα, να ξέρεις, η ποίηση είναι το μεγαλύτερο αίσθημα της επιείκειας".

Η παρέμβαση του Ανδρέα Βεργιόπουλου στο τριήμερο αφιέρωμα για τα 100 Χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καρούζου είχε τον τίτλο “Η ανακούφιση που μου προσφέρει η απαιτητική ανάγνωση του «Ο μειλίχιος τρόπος του Βαρβαρόσσα»”. Παρέμβαση συνδυαστική από την άποψη ότι μέσω του ποιήματος, ο Ανδρέας Βεργιόπουλος έριξε ακόμη περισσότερο βιωματικό φως στην προσωπικότητα και στη δημιουργικότητα του Νίκου Καρούζου. Ο τελευταίος βουτάει στα χαρακτηριστικά ενός άγριου Οθωμανού αξιωματούχου ο οποίος, στο πεδίο της μάχης δεν δείχνει έλεος απέναντι σ’εκείνους που πρέπει να υποτάξει και μετατρέπει τον αιμοσταγή ναύαρχο σε έναν άνθρωπο μειλίχιο, χωρίς αγριάδα στο πνεύμα και στην παρουσία του, ένας άνθρωπος απλός με μοναδική του σκέψη να τον απασχολεί το τέλος του θανάτου, οδυνηρό και εξισωτικό καθώς δεν γνωρίζει αξιώματα και δυνάμεις.
«Ο ποιητής αντιδιαστέλλει τον άνθρωπο της ναυτικής διοίκησης και της δημιουργίας του Οθωμανικού στόλου,» σημειώνει ο Ανδρέας Βεργιόπουλος, «με 'κείνον που αποπαρασημοφορείται και μπαίνει στον κόσμο της αγωνίας και της οδυνηρής αναμονής του θανάτου, με τους όρους που αυτή η αναμονή του γήρατος αξιώνει: " Τιποτένιος από το γήρασμα", "... σακαράκα ο φτωχογέροντας", "... τ ' αχαμνά του που τα'χε σακκουλιάσει απαίσια το γήρας", " Γέροντας πια και πρώην καπνιστής", " ... κι αποσπούσε μ' ένα κρακ την μασέλα του", "... ονειρευότανε την εύκολη στύση του λουτρού."».
Στο διπλό ερώτημα που απαντάει ο Ανδρέας Βεργιόπουλος με την ανάλυση του ποιήματος είναι πρώτα αυτό που ο ποιητής Ν. Καρούζος αναζητά να αναδείξει μέσα από μια τόσο αιματοβαμμένη προσωπικότητα όπου και μόνο το άκουσμα του ονόματος προκαλούσε τρόμο και δεύτερο, πως ένας ποιητής βρίσκει ανακούφιση στην ποίηση του Νίκου Καρούζου. Η έννοια της ανακούφισης εδώ ενέχει την ευχαρίστηση που νιώθει κάποιος από μια πλήρη νοηματική απόδειξη της διαδικασίας του βίου, της υλικής παρουσίας, της α-νόητης δράσης στον υπαρκτό κόσμο. Η απάντηση του Ανδρέα Βεργιόπουλου και στα δυο ερωτήματα που θέτει με αφορμή το ποίημα του Ν. Καρούζου για τον Βαρβαρόσσα, είναι απολύτως υπαρξιακή και βιωματικά πηγαία από την ίδια τη γνωριμία του με τον Ν. Καρούζο, αλλά και την παράλληλη διανοητική πορεία του με αυτόν.
«Το μεγάλο μυστικό που κρατάει ο Καρούζος για τον εαυτό του είναι, η αγωνία των τελευταίων στιγμών της βίωσης, έχει δικό της λεξιλόγιο και δεν είναι με κραυγές.» Ένα μυστικό που ξεχειλίζει πάντως από την ίδια τη ζωή του ποιητή και τις αντίστοιχες ποιητικές του εκφράσεις. Εδώ, ο Ανδρέας Βεργιόπουλος, ακολουθεί την υπαρξιακή αγωνία του Ν.Καρούζου και μας εκμυστηρεύεται στην ίδια βόλτα βαδίζοντας προς το φάρο στο λιμάνι τα’ Αναπλιού:
«Όταν λέω με ανακουφίζει και με ανακουφίζει επιμελώς η ποίηση του Καρούζου, εννοώ, ότι δίνει νόημα στην ευκαιρία, να αναγνωρίσουμε την αγωνία ενός καρτερικού τέλους, είτε είσαι κρατερός, είτε είσαι ένας άσημος γέρων και το τέλος επέρχεται με την μορφή των απωλειών, της αδεξιότητας, με την εγκατάλειψη των δυνάμεων και καμία φήμη, δεν μπορεί να ανασχέσει την πρόσκλησή σου στην ολική απώλεια και την εκμηδένιση του επερχόμενου θανάτου, του ανέκκλητου τέλους. Στα έσχατα βήματα, δεν υπάρχει Αρχιναύαρχος ή Καπουδάν πασάς να ανασχέσει την θνητότητα».
Στα έσχατα βήματα βρίσκεσαι μόνος με την ιδέα του πλήρους και ανεπανόρθωτου τέλους ή, για κάποιους άλλους, με την «μακαρία οδό ᾗ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως». Ότι και να πιστεύει κανείς, η έστω ακριβοθώρητη αλλά πάντα αγέρωχη παρέμβαση του Ανδρέα Βεργιόπουλου, για μια ακόμη φορά, μας χάρισε πτυχές ενός δημιουργού το όνομα και το έργο του οποίου θα μείνει στην ιστορία όχι μόνο ως ένας «εκλεκτός τεχνίτης του στίχου» αλλά και ως πνευματικός άνθρωπος ο οποίος «άφησε ιστορία με την αδιάλλακτη στάση ζωής του, ως ένας αγέρωχος».


7-12-2018 : Βραδιά αφιερωμένη στην ποίηση του Ανδρέα Βεργιόπουλου
(Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης»)
Η παρέμβαση του Ανδρέα Βεργιόπουλου στο τριήμερο αφιέρωμα για τα 100 Χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καρούζου είχε τον τίτλο “Η ανακούφιση που μου προσφέρει η απαιτητική ανάγνωση του «Ο μειλίχιος τρόπος του Βαρβαρόσσα»”. Παρέμβαση συνδυαστική από την άποψη ότι μέσω του ποιήματος, ο Ανδρέας Βεργιόπουλος έριξε ακόμη περισσότερο βιωματικό φως στην προσωπικότητα και στη δημιουργικότητα του Νίκου Καρούζου. Ο τελευταίος βουτάει στα χαρακτηριστικά ενός άγριου Οθωμανού αξιωματούχου ο οποίος, στο πεδίο της μάχης δεν δείχνει έλεος απέναντι σ’εκείνους που πρέπει να υποτάξει και μετατρέπει τον αιμοσταγή ναύαρχο σε έναν άνθρωπο μειλίχιο, χωρίς αγριάδα στο πνεύμα και στην παρουσία του, ένας άνθρωπος απλός με μοναδική του σκέψη να τον απασχολεί το τέλος του θανάτου, οδυνηρό και εξισωτικό καθώς δεν γνωρίζει αξιώματα και δυνάμεις.
«Ο ποιητής αντιδιαστέλλει τον άνθρωπο της ναυτικής διοίκησης και της δημιουργίας του Οθωμανικού στόλου,» σημειώνει ο Ανδρέας Βεργιόπουλος, «με 'κείνον που αποπαρασημοφορείται και μπαίνει στον κόσμο της αγωνίας και της οδυνηρής αναμονής του θανάτου, με τους όρους που αυτή η αναμονή του γήρατος αξιώνει: " Τιποτένιος από το γήρασμα", "... σακαράκα ο φτωχογέροντας", "... τ ' αχαμνά του που τα'χε σακκουλιάσει απαίσια το γήρας", " Γέροντας πια και πρώην καπνιστής", " ... κι αποσπούσε μ' ένα κρακ την μασέλα του", "... ονειρευότανε την εύκολη στύση του λουτρού."».
Στο διπλό ερώτημα που απαντάει ο Ανδρέας Βεργιόπουλος με την ανάλυση του ποιήματος είναι πρώτα αυτό που ο ποιητής Ν. Καρούζος αναζητά να αναδείξει μέσα από μια τόσο αιματοβαμμένη προσωπικότητα όπου και μόνο το άκουσμα του ονόματος προκαλούσε τρόμο και δεύτερο, πως ένας ποιητής βρίσκει ανακούφιση στην ποίηση του Νίκου Καρούζου. Η έννοια της ανακούφισης εδώ ενέχει την ευχαρίστηση που νιώθει κάποιος από μια πλήρη νοηματική απόδειξη της διαδικασίας του βίου, της υλικής παρουσίας, της α-νόητης δράσης στον υπαρκτό κόσμο. Η απάντηση του Ανδρέα Βεργιόπουλου και στα δυο ερωτήματα που θέτει με αφορμή το ποίημα του Ν. Καρούζου για τον Βαρβαρόσσα, είναι απολύτως υπαρξιακή και βιωματικά πηγαία από την ίδια τη γνωριμία του με τον Ν. Καρούζο, αλλά και την παράλληλη διανοητική πορεία του με αυτόν.
«Το μεγάλο μυστικό που κρατάει ο Καρούζος για τον εαυτό του είναι, η αγωνία των τελευταίων στιγμών της βίωσης, έχει δικό της λεξιλόγιο και δεν είναι με κραυγές.» Ένα μυστικό που ξεχειλίζει πάντως από την ίδια τη ζωή του ποιητή και τις αντίστοιχες ποιητικές του εκφράσεις. Εδώ, ο Ανδρέας Βεργιόπουλος, ακολουθεί την υπαρξιακή αγωνία του Ν.Καρούζου και μας εκμυστηρεύεται στην ίδια βόλτα βαδίζοντας προς το φάρο στο λιμάνι τα’ Αναπλιού:
«Όταν λέω με ανακουφίζει και με ανακουφίζει επιμελώς η ποίηση του Καρούζου, εννοώ, ότι δίνει νόημα στην ευκαιρία, να αναγνωρίσουμε την αγωνία ενός καρτερικού τέλους, είτε είσαι κρατερός, είτε είσαι ένας άσημος γέρων και το τέλος επέρχεται με την μορφή των απωλειών, της αδεξιότητας, με την εγκατάλειψη των δυνάμεων και καμία φήμη, δεν μπορεί να ανασχέσει την πρόσκλησή σου στην ολική απώλεια και την εκμηδένιση του επερχόμενου θανάτου, του ανέκκλητου τέλους. Στα έσχατα βήματα, δεν υπάρχει Αρχιναύαρχος ή Καπουδάν πασάς να ανασχέσει την θνητότητα».
Στα έσχατα βήματα βρίσκεσαι μόνος με την ιδέα του πλήρους και ανεπανόρθωτου τέλους ή, για κάποιους άλλους, με την «μακαρία οδό ᾗ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως». Ότι και να πιστεύει κανείς, η έστω ακριβοθώρητη αλλά πάντα αγέρωχη παρέμβαση του Ανδρέα Βεργιόπουλου, για μια ακόμη φορά, μας χάρισε πτυχές ενός δημιουργού το όνομα και το έργο του οποίου θα μείνει στην ιστορία όχι μόνο ως ένας «εκλεκτός τεχνίτης του στίχου» αλλά και ως πνευματικός άνθρωπος ο οποίος «άφησε ιστορία με την αδιάλλακτη στάση ζωής του, ως ένας αγέρωχος».

Μουσικό Σχολείο Αργολίδας, 17-10-2026: αιωνίως μνημονεύοντας τον ποιητή και το έργο του.



.webp)



.webp)