Για εμάς η Ακροναυπλία δεν ήταν ποτέ απλώς ένα κάστρο ψηλά πάνω από την πόλη. Ήταν ο βράχος πάνω από τα σπίτια μας. Ήταν η σκιά που έπεφτε στις αυλές και στα στενά όπου παίζαμε παιδιά. Ήταν πάντα εκεί, πάνω από τα κεφάλια μας, ακόμη κι όταν δεν γνωρίζαμε τι κουβαλούσε μέσα της.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τι μας είχε δώσει ο ίσκιος της.
Ιστορίες ξεχασμένες μέσα στον χρόνο άρχισαν σιγά σιγά να βγαίνουν ξανά στον αέρα. Όχι μέσα από επίσημα βιβλία και τελετές. Μέσα από τις κουβέντες των ανθρώπων της γειτονιάς. Από μεγαλύτερα παιδιά. Από ανθρώπους που θυμούνταν άλλους ανθρώπους.
Παιδιά μεγαλύτερα από εμάς, μια δεκαετία και περισσότερο, μας διηγούνταν πως όταν ήταν μικρά προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τους ανθρώπους που βρίσκονταν φυλακισμένοι πίσω από τα κάγκελα της Ακροναυπλίας.Δεν γνώριζαν την πραγματική αιτία της φυλακιση τους.
Υπήρχε μια σιωπή .Τα παιδιά άρχισαν κάτι σαν παιχνίδι που στην πορεία κατάλαβαν ,πόσο δια φορετικοι φυλακισμένοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι
Κατάλαβαν ότι υπήρχε μια ποιότητα διαφορετικη
Δεν μπορούσαν τότε να φανταστούν πόση ανάσα ζωής μπορούσε να δώσει ένα παιδικό παιχνίδι σε έναν φυλακισμένο άνθρωπο.
Ο Ψαρομαχαλάς ήταν γειτονιά ψαράδων. Η πετονιά υπήρχε σε κάθε σπίτι. Έφτιαχναν λοιπόν χαρταετούς και, αντί για τον συνηθισμένο σπάγκο, τους αμολούσαν με λεπτή πετονιά.
Τους άφηναν να ανέβουν ψηλά, προς τον βράχο, μέχρι να πλησιάσουν τα κάγκελα.
Και τότε συνέβαινε κάτι που στα μάτια των παιδιών μπορεί να έμοιαζε μικρό, αλλά για τους ανθρώπους πίσω από τα κάγκελα ήταν ένας δεσμός με τον έξω κόσμο.
Οι φυλακισμένοι έγραφαν μηνύματα στις ουρές των χαρταετών.
Κι έτσι ένας χαρταετός γινόταν ταχυδρόμος.
Και από τα μηνύματα αυτά άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι οι άνθρωποι πίσω από τα σίδερα ήταν κομμουνιστές.
Η λεπτή πετονιά ένωνε για λίγες στιγμές δύο κόσμους: τους ανθρώπους πίσω από τα κάγκελα και τη ζωή της γειτονιάς που συνεχιζόταν από κάτω.
Υπήρχε και άλλος τρόπος.
Μηνύματα έμπαιναν μέσα σε κάλτσες και οι κάλτσες πετιούνταν από ψηλά προς την πλαγιά. Τα παιδιά ανέβαιναν στο βουνό, τις έβρισκαν, τις έπαιρναν και διάβαζαν τα χαρτάκια που υπήρχαν μέσα.
Μικροί αγγελιοφόροι χωρίς να το γνωρίζουν.
Και ύστερα ήρθε η δική μας εποχή.
Οι φυλακισμένοι μάς έβλεπαν κάτω στη γειτονιά να παίζουμε. Ήμασταν παιδιά λαικων
οικογενειών και μπάλες δεν υπήρχαν εύκολα.
Και τότε από εκεί ψηλά κατέβαιναν προς εμάς μπάλες φτιαγμένες από πανί.
Τις έφτιαχναν οι ίδιοι και μας τις πετούσαν για να παίξουμε ποδόσφαιρο.
Εκείνοι ήταν κλεισμένοι πίσω από τα κάγκελα.
Εμείς ήμασταν ελεύθεροι κάτω από τον βράχο.
Κι όμως, μέσα από μια πάνινη μπάλα, για μια στιγμή, τα κάγκελα έχαναν τη δύναμή τους.
Εκείνοι έδιναν κάτι στα παιδιά που δεν είχαν.
Και τα παιδιά, μόνο και μόνο επειδή έπαιζαν από κάτω, τους έδιναν κάτι που ίσως ήταν ακόμη πολυτιμότερο: τον ήχο της ζωής που συνεχιζόταν.
Τότε δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε.
Παίρναμε την πάνινη μπάλα και τρέχαμε να παίξουμε.
Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβαινε πάνω και κάτω από εκείνον τον βράχο.
Σήμερα, όταν κοιτάζουμε την Ακροναυπλία από τον Ψαρομαχαλά, δεν βλέπουμε μόνο πέτρες, τείχη
Βλέπουμε έναν αετό δεμένο σε μια λεπτή πετονιά.
Βλέπουμε ένα μήνυμα γραμμένο στην ουρά του.
Βλέπουμε μια κάλτσα να κατρακυλά στην πλαγιά κρύβοντας μέσα της λίγες λέξεις.
Βλέπουμε μια πάνινη μπάλα να πέφτει από ψηλά και παιδιά να τρέχουν να την πιάσουν.
Αυτά δεν ήταν μεγάλα ιστορικά γεγονότα.
Ήταν όμως οι μικρές κρυφές γέφυρες ανάμεσα στη φυλακή και στη γειτονιά, ανάμεσα στους κρατούμενους και στα παιδιά, ανάμεσα στον εγκλεισμό και στη ζωή.
Και ίσως γι' αυτό, όσο μεγαλώνουμε, καταλαβαίνουμε όλο και περισσότερο τι σημαίνει να έχεις γεννηθεί κάτω από τον ίσκιο αυτού του βράχου.
Γιατί ο ίσκιος της Ακροναυπλίας δεν σκέπαζε μόνο τα σπίτια μας.Σκέπαζε ιστορίες.
Και τώρα που τα παιδιά εκείνης της γειτονιάς μεγάλωσαν, οι ιστορίες αυτές αρχίζουν πάλι να βγαίνουν στο φως.
Θεμιστοκλής Παπαϊωάννου





.webp)





.webp)



