ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΤΙΑΣΗΣ
ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ
ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

NEKTAR

ΣΧΟΛΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Ποιος βοήθησε τον Χίτλερ; Ποιος τρέφει τον φασισμό σήμερα;

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 7:26:00 μ.μ. | | |
Παρουσίαση βιβλίου
Από την άνοδο του ναζισμού και την πολιτική του κατευνασμού στις μεταμορφώσεις του φασισμού στην Ελλάδα — Μια ιστορική προσέγγιση.

Η παρουσίαση του βιβλίου του Ιβάν Μαΐσκι «Ποιος βοήθησε τον Χίτλερ;», με αφορμή την ομιλία του Αναστάση Γκίκα, μέλους του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, στο εργατικό κέντρο του Άργους επαναφέρει ένα θεμελιώδες ιστορικό και πολιτικό ερώτημα: Ο φασισμός αποτελεί μια παρέκκλιση από την κανονική λειτουργία του καπιταλισμού ή μια μορφή πολιτικής εξουσίας που αναπτύσσεται μέσα από τις ίδιες τις αντιφάσεις του;

Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί αποκλειστικά στην προσωπικότητα του Χίτλερ, στην ιδεολογία του ναζισμού ή στις ιδιαίτερες συνθήκες της Γερμανίας του Μεσοπολέμου. Απαιτεί τη μελέτη των κοινωνικών τάξεων, των οικονομικών συμφερόντων, των πολιτικών συμμαχιών και των διεθνών ανταγωνισμών που συνέβαλαν στην άνοδο και την επικράτησή του.

1. Ο Χίτλερ δεν ανέβηκε στην εξουσία μόνος του

Ο Ιβάν Μαΐσκι, πρεσβευτής της Σοβιετικής

Ένωσης στη Μεγάλη Βρετανία από το 1932 έως το 1943, υπήρξε άμεσος παρατηρητής των διεθνών διπλωματικών εξελίξεων που προηγήθηκαν του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο βιβλίο του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, εξετάζει τον ρόλο των κυβερνήσεων της Βρετανίας και της Γαλλίας, καθώς και τη στάση των ΗΠΑ, απέναντι στη ναζιστική Γερμανία.

Το ιστορικό γεγονός είναι ότι ο Χίτλερ διορίστηκε καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου 1933, ύστερα από πολιτικούς χειρισμούς συντηρητικών κύκλων και με τη στήριξη σημαντικών τμημάτων των γερμανικών οικονομικών ελίτ.

Η οικονομική κρίση του 1929, η μαζική ανεργία, ο φόβος της κοινωνικής επανάστασης και η ισχυρή παρουσία του εργατικού κινήματος δημιούργησαν το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε ο ναζισμός.

Η ναζιστική εξουσία δεν περιορίστηκε στην κατάργηση των κοινοβουλευτικών ελευθεριών. Συνέτριψε τα ανεξάρτητα εργατικά συνδικάτα, απαγόρευσε το Κομμουνιστικό Κόμμα, και διαμόρφωσε ένα καθεστώς τρομοκρατικής καταστολής.

Παράλληλα, διατήρησε την καπιταλιστική ιδιοκτησία και ανέπτυξε στενή συνεργασία με μεγάλους βιομηχανικούς και χρηματοπιστωτικούς ομίλους, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των εξοπλισμών και της πολεμικής οικονομίας.

Επισηςη άνοδος και η σταθεροποίηση του καθεστώτος δεν μπορούν να ερμηνευτούν έξω από τις ταξικές σχέσεις της εποχής.

2. Η πολιτική του κατευνασμού: Η αντικομμουνιστική στρατηγική και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αναδεικνύει ο Μαΐσκι είναι η πολιτική του κατευνασμού.
Η Συμφωνία του Μονάχου, τον Σεπτέμβριο του 1938, με την οποία η Βρετανία και η Γαλλία αποδέχθηκαν την παραχώρηση της Σουδητίας στη ναζιστική Γερμανία χωρίς τη συμμετοχή της Τσεχοσλοβακίας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η πολιτική αυτή επέτρεψε στη Γερμανία να ενισχύσει τη στρατηγική της θέση.

Η ανοχή προς τη ναζιστική επέκταση συνδέεται και με την επιδίωξη ορισμένων δυτικών κυβερνητικών κύκλων να κατευθύνουν τη γερμανική επιθετικότητα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.

Ωστόσο, η ιστορική ερμηνεία απαιτεί να συνεκτιμηθούν και άλλοι παράγοντες: ο φόβος ενός νέου ευρωπαϊκού πολέμου, οι στρατιωτικές αδυναμίες, οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και οι διαφορετικές επιδιώξεις των κυβερνήσεων.

Η αποτυχία των αγγλογαλλοσοβιετικών διαπραγματεύσεων του 1939 και η μετέπειτα υπογραφή του γερμανοσοβιετικού συμφώνου μη επίθεσης αποτελούν μέρος αυτής της σύνθετης ιστορίας. Η μελέτη τους οφείλει να περιλαμβάνει και τα μυστικά πρωτόκολλα του συμφώνου, χωρίς να παραγνωρίζει την προηγούμενη πολιτική του κατευνασμού.

Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν καθορίζονται πρωτίστως από τις διακηρύξεις περί ειρήνης και δημοκρατίας, αλλά από πραγματικούς συσχετισμούς ισχύος, κρατικά συμφέροντα και κοινωνικές αντιθέσεις.

Ακόμα πρέπει να εξεταστεί "Η Πτώση του Παρισιού" πως μια ιμπεριαλιστική δύναμη πολύ πιο ισχυρή από την τότε Γερμανική στρατιωτική μηχανή έπεσε σαν χάρτινος πύργος.

Ακόμα έχει γίνει ανέκδοτο ότι οι Δυτικές δυνάμεις υποστήριξαν την Πολωνία που ονομάσθηκε "Ο αστείος πόλεμος"

3. Από τον ιστορικό φασισμό στη σύγχρονη ακροδεξιά


Η ελληνική ιστορία προσφέρει ιδιαίτερα σημαντικό υλικό για την κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στον αντικομμουνισμό, την αστική εξουσία και τις αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης.
Η εμφάνιση της Χρυσής Αυγής στη σύγχρονη Ελλάδα απέδειξε ότι ο ναζισμός δεν αποτελεί αποκλειστικά μουσειακό κατάλοιπο του Μεσοπολέμου.

Η οργάνωση αξιοποίησε την οικονομική κρίση, την κοινωνική ανασφάλεια, τον εθνικισμό, τον ρατσισμό και τον αντικομμουνισμό για να αποκτήσει κοινωνική και εκλογική επιρροή.
Η εγκληματική δράση της, με χαρακτηριστικό γεγονός τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013, ανέδειξε τον πραγματικό χαρακτήρα της. Η καταδίκη της ηγεσίας της για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης το 2020 αποτέλεσε σημαντικό γεγονός.

Το βαθύτερο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Γιατί σε συνθήκες κοινωνικής κρίσης ένα τμήμα των λαϊκών στρωμάτων μπορεί να στραφεί προς αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις αντί να αμφισβητήσει τις κοινωνικές σχέσεις που παράγουν την ανασφάλειά του;

Η απάντηση είναι στη σχέση ανάμεσα στην αντικειμενική ταξική θέση και στην πολιτική συνείδηση.
Η οικονομική εξαθλίωση δεν γεννά αυτόματα επαναστατική συνείδηση. Μπορεί να τροφοδοτήσει τον συλλογικό αγώνα, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει στον φόβο, στην απογοήτευση και στην αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων.

Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η φασιστική ιδεολογία.

Συμπέρασμα: Η ιστορία δεν αθωώνει το σύστημα που γέννησε τον φασισμο.


Το βιβλίο του Ιβάν Μαΐσκι δεν έχει αξία μόνο επειδή φωτίζει τη διπλωματική ιστορία πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η σημασία του βρίσκεται και στο ότι υποχρεώνει τον αναγνώστη να εξετάσει τις πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που επέτρεψαν στον ναζισμό να ισχυροποιηθεί.
Η ιστορία του φασισμού δεν είναι αποκλειστικά ιστορία ακραίων ιδεών. Είναι ιστορία ταξικών συγκρούσεων, οικονομικών κρίσεων, πολιτικών επιλογών, κρατικών μηχανισμών και διεθνών ανταγωνισμών.

Από τη Γερμανία του 1933 μέχρι την Ελλάδα του Μεταξά, από τα Τάγματα Ασφαλείας μέχρι τη δικτατορία του 1967 και τις σύγχρονες νεοναζιστικές οργανώσεις, οι ιστορικές μορφές μεταβάλλονται. Δεν ταυτίζονται, αλλά η μελέτη τους αναδεικνύει επαναλαμβανόμενους μηχανισμούς αντικομμουνισμού, αυταρχισμού και καταστολής.

Ο φασισμός δεν μπορεί να ερμηνευτεί αποκομμένος από το κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο αναπτύσσεται. Ούτε όμως κάθε καπιταλιστική κρίση οδηγεί αναγκαστικά στον φασισμό.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποια κοινωνική δύναμη θα δώσει πολιτική διέξοδο στην κρίση: εκείνη που επιδιώκει να διατηρήσει τις υπάρχουσες σχέσεις κυριαρχίας μέσω του αυταρχισμού και του εθνικισμού ή εκείνη που αγωνίζεται για την κοινωνική χειραφέτηση.

Η ιστορική γνώση αποκτά ουσιαστική αξία όταν συμβάλλει στην κατανόηση και στην αλλαγή της κοινωνικής πραγματικότητας.

Γιατί το αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος βοήθησε τον Χίτλερ τότε, αλλά ποιες κοινωνικές σχέσεις επιτρέπουν στον φασισμό να επανεμφανίζεται σήμερα.

Θεμιστοκλής Παπαϊωάννου
👁 — προβολές
ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ