Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Τα ζυμαρικά όπως τα ξέρουμε σήμερα ξεκίνησαν το 1824 από το Ναύπλιο

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 10:25:00 π.μ. | |
Τα ζυμαρικά όπως τα ξέρουμε σήμερα ξεκίνησαν το 1824 από το Ναύπλιο
 Η ιστορία των Ελληνικών Ζυμαρικών ξεκινά από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα στην πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο.
Εδώ λειτούργησε το 1824 η πρώτη «Φάμπρικα Μακαρονιών» όπως χαρακτηριστικά την αποκαλούσαν οι Ναυπλιώτες.

Μέχρι τότε τα μόνα ζυμαρικά που γνώριζαν οι Ελληνες ήταν αυτά που έφτιαχναν στα σπίτια τους δηλ. οι παραδοσιακές χυλοπίτες και ο τραχανάς.

Σύντομα δημιουργήθηκαν και άλλες μικρές βιομηχανίες ζυμαρικών κυρίως από ιδιοκτήτες αλευρόμυλων.
1890: Βεζούβιος και STAR

Το 1875 στην Τεγέα της Αρκαδίας ο Β. Χαραλαμπόπουλος δημιούργησε μια οικοτεχνία που παρήγαγε μακαρόνια. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1890, η οικοτεχνία μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο και μετατράπηκε σε βιοτεχνία από τους Χαρ. Χαραλαμπόπουλο και Θ. Χαραλαμπόπουλο.

Τότε στο Ναύπλιο λανσάρεται και η πρώτη μάρκα ζυμαρικών με την επωνυμία «Βεζούβιος» ­ ίσως να είναι και τα πρώτα επώνυμα ζυμαρικά στην ιστορία του κλάδου ­ και η επιχείρηση ονομάζεται «Χαραλαμπόπουλος Μακαρόνια». Και η οικοτεχνία αλλά και η μετέπειτα βιοτεχνία ήταν ιπποκίνητες, δηλαδή το συμπιεστήριο το έθεταν σε κίνηση με γαϊδουράκι ή άλογο.

Μετά από περίπου 20 χρόνια, το 1909, ο Θ. Χαραλαμπόπουλος φεύγει από το Ναύπλιο και αναζητεί την τύχη του στον Πειραιά, που λόγω του λιμανιού είχε αρχίσει να γνωρίζει βιομηχανική αίγλη. Η νέα βιοτεχνική μακαρονοποιία, που δημιουργήθηκε στην κεντρική αγορά του Πειραιά, στην οδό Μπουμπουλίνας, είναι πλέον δική του. Μέσα στα επόμενα χρόνια το προστατευτικό νομικό πλαίσιο που έχει θεσπισθεί, όπως επισημαίνει ο Αγγ. Αγγελόπουλος στη μελέτη του «Αι Ανώνυμαι Εταιρείαι εν Ελλάδι» (1928), είχε ως αποτέλεσμα η ελληνική βιομηχανία να «εμφανίζει μίαν υπερτροφικήν ανάπτυξιν».

* «Οι δουλειές πάνε καλά»
Πράγματι η βιοτεχνία παραμένει υποτυπώδης και η ιπποκίνηση αντικαθίσταται από το γκάζι αλλά «οι δουλειές πηγαίνουν καλά», αν και η ξήρανση των ζυμαρικών είναι φυσική γινόταν με τον αέρα και εξαρτιόταν από τις καιρικές συνθήκες! Ετσι λίγο αργότερα ο Θ. Χαραλαμπόπουλος θα αναζητήσει νέο εργοστάσιο σαφώς μεγαλύτερο της βιοτεχνίας της οδού Μπουμπουλίνας.

Στην ιστορία της επιχείρησης η επόμενη τομή χρονικά συμπίπτει με το κρίσιμο 1922. Τη χρονιά που συντελείται η μεγαλύτερη καταστροφή του Ελληνισμού στον αιώνα μας η μικρή βιοτεχνία «ανδρώνεται» και αποκτά πλέον διαστάσεις βιομηχανίας. Στη λειτουργία του εργοστασίου ­ το οποίο παραμένει στον Πειραιά, αλλά μεταφέρεται στην οδό Αριστείδου ­ ενσωματώνεται νέος, σύγχρονος για την εποχή του, μηχανολογικός εξοπλισμός, γεγονός που επιτρέπει στον χρόνο της ξήρανσης των μακαρονιών να μειωθεί από 10 σε πέντε ημέρες. Επίσης ο όγκος παραγωγής, που ήταν μόλις 200 οκάδες στη μία βάρδια το 1909, έγινε αργότερα 800 οκάδες και το 1922 εκτοξεύθηκε στις 2.500 οκάδες.

Μετά τον Αύγουστο του 1922, όταν περίπου δύο εκατομμύρια ξεριζωμένοι πρόσφυγες κατακλύζουν τον ελλαδικό χώρο, τα δεδομένα στην ελληνική αγορά και στην οικονομία γενικότερα ανατρέπονται. Φθηνά εργατικά χέρια υπάρχουν άφθονα και πολύ περισσότερα «στόματα που πρέπει να χορτάσουν». Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1924 η αξία της βιομηχανικής παραγωγής ζυμαρικών ανήλθε στα 66.700.000 δρχ. ενώ το 1921 έφθασε στα 40.500.000 δρχ., αυξήθηκε δηλαδή περίπου κατά 60%. Μάλιστα μέσα σε διάστημα μόλις τριών χρόνων η συνολική αξία της βιομηχανικής παραγωγής ειδών διατροφής αυξήθηκε κατά τέσσερις φορές.

Την ίδια χρονιά, το 1922, αρχίζει να δραστηριοποιείται στην εταιρεία και ο γιος του Θεόδωρου, ο Σαράντος Χαραλαμπόπουλος, και το 1930, όταν ο πατέρας αποσύρεται, οι Ιωάννης και Χαρ. Χαραλαμπόπουλος συμμετέχουν στη διοίκηση της επιχείρησης. Ετσι ο Σαρ. Χαραλαμπόπουλος γίνεται διευθύνων σύμβουλος και τα άλλα δύο αδέλφια του καταλαμβάνουν τις θέσεις του τεχνικού και του οικονομικού διευθυντή. Η νέα διοίκηση προχωρεί σε αλλαγή του μηχανολογικού εξοπλισμού και έτσι αλλάζουν ο τρόπος παραγωγής και ο τρόπος ξήρανσης. Η ξήρανση των ζυμαρικών, που αποτελεί κρίσιμο μέγεθος στην εξέλιξη της συγκεκριμένης βιομηχανικής κατηγορίας, από πέντε ημέρες γίνεται σε 8-100 ώρες.

Η γερμανική επίταξη
Το 1940 το εργοστάσιο κλείνει λόγω του πολέμου και αρχίζει να επαναλειτουργεί το 1941 αφού έχει επιταχθεί. Στη διάρκεια της Κατοχής συνεχίζει να λειτουργεί και το 1948 καταστρέφεται από πυρκαϊά. Το 1952 μεταφέρεται στην οδό Κέκροπος, λανσάρεται ο λογότυπος «Star» και κυκλοφορούν για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά τα ζυμαρικά διαίτης. Η μεταπολεμική βιομηχανική ανάπτυξη αναδεικνύει την επιχείρηση σε μία από τις πιο σημαντικές του κλάδου. Ισως είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι από τις περισσότερες από 40 βιομηχανίες που λειτουργούσαν στον κλάδο αυτή την εποχή ελάχιστες πλέον έχουν απομείνει εν ζωή. Επιβεβαίωση του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει αποτελεί το γεγονός ότι ο Σαρ. Χαραλαμπόπουλος από το 1961 ως και το 1965 είναι πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Βιομηχάνων Ζυμαρικών.

Το 1973 το εργοστάσιο μεταφέρεται στην Ελευσίνα και γίνονται επενδύσεις σε νέο βιομηχανικό εξοπλισμό και το 1979 με τη Nestle Βρετανίας και με εισαγωγική εταιρεία της Ιταλίας, την πολυεθνική Cirio. Η εξαγωγική δραστηριότητά της είναι ιδιαίτερα σημαντική και το 1981 απονέμεται στην εταιρεία το βραβείο εξαγωγών του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Εκτοτε οι ξένες αγορές αποκτούν μεγάλη σπουδαιότητα για την παραγωγική λειτουργία της επιχείρησης, αφού και σήμερα το 65% της συνολικής παραγωγής της προωθείται σε ξένες αγορές, όπως των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Νιγηρίας, της Βρετανίας και του Ισραήλ. Στις δεκαετίες όμως του 1980 και του 1990 τα δεδομένα στον κλάδο έχουν αλλάξει δραματικά. Η είσοδος ξένων επιχειρήσεων προκαλεί ένταση του ανταγωνισμού, ο οποίος επιτείνεται από την εκτεταμένη πλέον πώληση προϊόντων «ιδιωτικής ετικέτας» από τις αλυσίδες των σουπερμάρκετ.

«Ιδιωτική ετικέτα»

Οπως υποστηρίζει ο κ. Θ. Χαραλαμπόπουλος, δύο φορές έφθασε στο σημείο να πωλήσει την εταιρεία. Και τις δύο φορές υπαναχώρησε την τελευταία στιγμή φθάνοντας στο σημείο να πωλήσει όλη την οικογενειακή ακίνητη περιουσία που διέθετε προκειμένου να την εξυγιάνει και να τη διατηρήσει εν λειτουργία. Αναζητεί νέες αγορές, παράγει προϊόντα «ιδιωτικής ετικέτας» (όμιλος Μαρινόπουλου, Unilever και Fytro) και προσπαθεί να αξιοποιήσει τις δυνατότητες των αναπτυξιακών νόμων.

Παράλληλα το 1992 η εταιρεία Αφοί Θ. Χαραλαμπόπουλοι ΑΕ επιχειρεί να αναπτυχθεί στην Ουκρανία και συγκεκριμένα στην Οδησσό, χωρίς όμως αποτέλεσμα, και το 1996 δημιουργεί νέο εργοστάσιο στην Κομοτηνή. Οι πωλήσεις της κυμαίνονται περί το 1,5 δισ. δρχ. και, μετά από τέσσερις ζημιογόνες οικονομικές χρήσεις, το 1999 θα παρουσιάσει κέρδη 250 εκατ. δρχ. Ετσι ευελπιστεί ότι θα κατορθώσει ως το 2001 να καθετοποιήσει την επιχείρηση διαθέτοντας και μύλο έτσι ώστε να κατορθώσει να διαβεί τις «πύλες της Σοφοκλέους» και ειδικότερα την παράλληλη αγορά προκειμένου να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της στις νέες παγκοσμιοποιημένες συνθήκες της οικονομίας, 125 χρόνια μετά τη δημιουργία της.

1910: Μακαρόνια KORONA
Η ιστορία της αρχίζει στα 1910 στο εμπορικό λιμάνι του Πειραιά. Ξεκινάει σαν προσωπική επιχείρηση, ενώ μεταπολεμικά (1946) αναπτύσσεται σε βιομηχανία.


1926: Μακαρόνια ΑΒΕΖ

Η ΑΒΕΖ έχει ιστορία 125 ετών και ρίζες από την Κωνσταντινούπολη, όπου τη δεκαετία του 1880, ο υποδηματοποιός Κ. Μήκας σερβίριζε μακαρόνια στους πελάτες του μαγαζιού του, όσο αυτοί περίμεναν να τους φτιάξει τα παπούτσια! Γρήγορα το τσαγκαράδικο μετατράπηκε σε μακαρονοποιείο. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή η βιομηχανία μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα θεωρείται από τις πρώτες σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς ιδρύθηκε το 1926.
1927: Μακαρόνια ΜΙSKΟ
Το 1927 ξεκίνησε την πορεία της στον Πειραιά η MISKO από τις οικογένειες Μιχαηλίδη και Κωνσταντίνη. Η επωνυμία της προήλθε από την ένωση των δύο επιθέτων των ιδρυτών της. Το 1953 η εταιρεία πέρασε σε άλλη ιδιοκτησία και μεταφέρθηκε στην Πάτρα, ενώ το 1991 η MISKO εξαγοράστηκε από τον όμιλο της Barilla SpA, της μεγαλύτερης εταιρείας ζυμαρικών παγκόσμια.
1932: Μακαρόνια ΗΛΙΟΣ

Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1932 στην Ελευσίνα και το 1934 μεταφέρθηκε στο κέντρο της Αθήνας σε ιδιόκτητο εργοστάσιο, στο Μεταξουργείο. Τα πρώτα ζυμαρικά ονομάζονται «SANTÉ», αλλά μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μετονομάζονται σε «ΗΛΙΟΣ» και καθιερώνουν το σύνθημα ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΠΟΙΟΤΗΤΑ». Το 1995 η εταιρεία εξαγοράζεται από τον αλευροβιομήχανο Παναγιώτη Δάκο που συνεχίζει τη λειτουργία της.
1938: Από την ΒΕΖΑΚ στην Μέλισσα

Η πρώτη επαφή της οικογένειας Κίκιζα με τα ζυμαρικά ξεκίνησε το 1938 όταν συνεταιρίζονται με το μακαρονοποιείο «Δήμητρα» και του αναθέτουν να φτιάξει ζυμαρικά με την φίρμα τους. Το 1947 ο Αλέξανδρος Κίκιζας με τον αδελφό του Γρηγόρη, ιδρύουν μια μονάδα παραγωγής μακαρονιών στην Αθήνα με την επωνυμία «ΒΕΖΑΚ» (Βιομηχανία Εκλεκτών Ζυμαρικών Αδελφών Κίκιζα). Όταν ο Γρηγόρης αποχωρεί η εταιρεία περνάει στα χέρια του Αλέξανδρου, που καθιερώνει την επωνυμία «Μέλισσα», το σύμβολο της εργατικότητας και τα μακαρόνια κυκλοφορούν σε κυλινδρική συσκευασία.

1957: Μακαρόνια ΣΤΕΛΛΑ

Η ιστορία της ξεκινά το 1957, όταν οι αδελφοί Πανουτσόπουλοι δημιουργούν μια παραδοσιακή βιοτεχνία ζυμαρικών, έχοντας σαν κύριο μέλημά τους την παρασκευή νόστιμων ζυμαρικών από ποιοτικά υλικά. Πολλοί Έλληνες ταυτίζονται με τον συμπαθητικό φούρναρη και το γνωστό σλόγκαν "40 χρόνια φούρναρης…έχω ψήσει!", το οποίο γίνεται συνώνυμο με τη μάρκα και σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή.

Η παγκόσμια ιστορία των μακαρονιών

Η καταγωγή των μακαρονιών είναι γεμάτη μύθους και αντιφάσεις. Από τον ευρύτατα διαδεδομένο θρύλο, ότι τα μακαρόνια τα έφερε στην Ιταλία στον 13ο αιώνα ο Μάρκο Πόλο από την Άπω Ανατολή, έως την αναφορά για ύπαρξη ζυμαρικών στα 1000 π.χ., στην αρχαία Ελλάδα. Σύμφωνα με την τελευταία, η λέξη "λάγανον" περιέγραφε μία φαρδιά πλακωτή ζύμη από νερό και αλεύρι, την οποία οι Έλληνες έκοβαν σε λωρίδες. Αυτή η μέθοδος φαίνεται πως μεταφέρθηκε στην Ιταλία στον 8ο αιώνα π.χ. και στα λατινικά έγινε "laganum". Εικάζεται ότι η λέξη "λαζάνια" έχει τη ρίζα της σε αυτή την λέξη. Αυτή η ιστορία πιστοποιείται από Λατίνους συγγραφείς όπως ο Κικέρων, ο Οράτιος και οΑπίκιος.

Ένας άλλος μύθος με ενδείξεις για την ύπαρξη των ζυμαρικών αναφέρεται σε ευρήματα που ανακαλύφθηκαν σε τοιχογραφίες του 4ου αιώνα π.χ., σε οικισμό των Ετρούσκων βόρεια της Ρώμης, όπου αναπαριστώνται διάφορα σκεύη για το βράσιμο νερού, μία επιφάνεια για την ανάμιξη νερού με αλεύρι, ένας κυλινδρικός πλάστης και ένα εργαλείο κοπής.

Τα ζυμαρικά υπήρχαν χωρίς αμφιβολία και στην αρχαία Κίνα, καθώς και στον Αραβικό κόσμο, αφού υπάρχουν γραπτές αναφορές σε μεσαιωνικά κείμενα του Ισλάμ για κάποια ζυμαρικά με την ονομασία "rishta". Αυτό που παραμένει άγνωστο είναι το κατά πόσον αυτά προϋπήρχαν της Ελληνικής εκδοχής, ότι οι Αρχαίοι Έλληνες έφτιαχναν ένα είδος ζυμαρικού με μεγάλο μάκρος για να μακαρίζουν τους νεκρούς τους - από εκεί προήλθε το όνομα μακαρόνι.

Οι ιστορίες για τα μακαρόνια συνεχίζονται στη Σικελία και τους Σαρακηνούς, στο Παλέρμο, στο βιβλίο του μάγειρα Martino da Como, στα κείμενα του Bartolomeo Sacchi, στα κείμενα του Βοκκάκιου. Από τον 15ο αιώνα και μετά τα μακαρόνια αρχίζουν να κατασκευάζονται και σε εμπορική βάση αλλά είναι τον 18ο αιώνα που τα μακαρόνια γνώρισαν την μεγάλη τους άνθηση. Το 1700 υπήρχαν στην Νάπολη κάπου 60 καταστήματα που πουλούσαν ζυμαρικά, τα οποία έφτασαν τα 280 το 1785. Το κλίμα της Νάπολης ήταν ιδανικό για την σωστή αποξήρανση των μακαρονιών τα οποία άπλωναν σε ξύλινες βέργες στον ήλιο να στεγνώσουν σε κάθε γωνιά της πόλης.

Η ανάμιξη της ζύμης μέχρι τότε γινόταν με τα πόδια, όπως το πάτημα των σταφυλιών, μέχρι που ο Βασιλιάς Φερδινάρδος ο 2ος ανάθεσε στον Cesare Spadaccini να κατασκευάσει τον πρώτο μηχανικό πατητήρι από χαλκό. Σύντομα αρχίζουν να λειτουργούν και τα πρώτα εργοστάσια μακαρονιών.

Τα μακαρόνια μέχρι τότε συνδυάζονταν κυρίως με πιπέρι και τυρί και τρώγονταν με τα δάκτυλα. Με την εισαγωγή της ντομάτας από τον Νέο Κόσμο αρχίζουν γύρω στο 1800 να εμφανίζονται και οι πρώτες σάλτσες ντομάτας για μακαρόνια, που ήταν κυρίως ντομάτες που βράζονταν με αλάτι και βασιλικό και σύντομα αρχίζει να χρησιμοποιείται το πηρούνι με τα 4 δόντια το οποίο μπορεί να μεταφέρει με λιγότερες απώλειες τα σπαγγέτι από το πιάτο στο στόμα.
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ