Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

18 Σεπτεμβρίου 1834: Τo Ναύπλιο παύει να είναι πρωτεύουσα της Ελλάδας

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 7:44:00 μ.μ. | |
18 Σεπτεμβρίου 1834: Τo Ναύπλιο παύει να είναι πρωτεύουσα της Ελλάδας
  Όταν το 1834 η Αθήνα ανακηρύχθηκε επίσημα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, ήταν απλά ένα μικρό χωριό 7.000 κατοίκων, πολύ πιο αραιοκατοικημένο απ’ ό,τι ήταν πριν από 2.300 χρόνια, και απλωνόταν σε μικρή απόσταση γύρω από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Έμοιαζε τότε με ένα υπαίθριο μουσείο ερειπίων, όπου χαλασμένα και ερειπωμένα αρχαία, βυζαντινά και μεσαιωνικά κτίρια βρίσκονταν δίπλα σε τρισάθλιες καλύβες, όπου ζούσαν οι πάμφτωχοι, τότε, Αθηναίοι, αγρότες στην πλειοψηφία τους.

Η απόφαση για τον ορισμό της μελλοντικής ελληνικής πρωτεύουσας κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Προσωπικότητες της εποχής, πολιτικοί, αλλά και εξειδικευμένοι επιστήμονες (αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι κ.ά.) πήραν μέρος στη συζήτηση, προσπαθώντας να επηρεάσουν τις εξελίξεις και την τελική απόφαση. Οι πόλεις που προτάθηκαν ήταν, μεταξύ άλλων, η Κόρινθος, τα Μέγαρα, ο Πειραιάς, το Άργος, ενώ υπήρχε και η άποψη να παραμείνει πρωτεύουσα το Ναύπλιο – όπως ίσχυε ως τότε.



Πριν οριστικοποιηθεί η επιλογή και η μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο, τον Δεκέμβριο του 1834, αρκετές άλλες περιοχές διεκδίκησαν την αναλαμπή ή απλώς τη λάμψη της «Βασιλικής Καθέδρας και Πρωτεύουσας».


Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά σπουδαιότερος και επικρατέστερος αντίπαλος της Αθήνας ήταν ο Ισθμός! Χωρίς, μάλιστα, το «φορτίο» της αρχαίας Κορίνθου και με ορθολογικά κριτήρια (γεωγραφικά και οικονομικά). Λόγος γίνεται, φυσικά, για την ίδρυση μιας νέας πόλης εκεί, δεδομένου ότι η Παλαιά Κόρινθος ήταν κατεστραμμένη και ολιγάνθρωπη.

Με την επιλογή του συμφωνούσαν το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δυνάμεων και των εγχώριων κέντρων εξουσίας στο νεοσύστατο βασίλειο.

Οπως υποστήριζε ο Αλ. Μαυροκορδάτος και επαναλαμβανόταν στις περισσότερες εφημερίδες, «εάν ληφθεί υπόψη η γνώμη της πλειοψηφίας των Ελλήνων, θα διαπιστωθεί ότι αυτή συγκλίνει υπέρ του Ισθμού. Ολη η Πελοπόννησος και το μεγαλύτερο μέρος της Στερεάς εύχονται την εγκατάσταση της κυβέρνησης στη θέση αυτή...»

Σχηματικά, ο Ισθμός συγκέντρωνε την «ελληνική» προτίμηση για πρωτεύουσα, ενώ η Αθήνα ήταν επιλογή των Βαυαρών. Η συζήτηση για τη μεταφορά της πρωτεύουσας είχε ανοίξει ταυτοχρόνως σχεδόν με την άφιξη του Οθωνα στο Ναύπλιο (Ιανουάριος 1833).

Θα κλείσει έναν ακριβώς χρόνο αργότερα, αφού πρώτα απασχόλησε ζωηρά το πανελλήνιο. Αν και το ζήτημα θα επανέρχεται για αρκετά χρόνια μετά με διάφορες αφορμές.

Ισως ο πρώτος ο οποίος κάνει λόγο για την Αθήνα ως πρωτεύουσα είναι ο λόγιος Κωνσταντίνος Αγαθόφρων Νικολόπουλος, αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης.


Στο γαλλικό περιοδικό «Revue Encyclo-pedique», με το οποίο συνεργαζόταν, προεξοφλούσε τον Ιούνιο του 1822 ότι μετά τη βέβαιη απελευθέρωση των Ελλήνων, θα γινόταν πρωτεύουσα, θα ιδρύονταν μουσεία, ακαδημίες, βιβλιοθήκες κ.ά. Την ίδια περίοδο και πριν ακόμη παραδοθούν οι Οθωμανοί του ναυπλιακού κάστρου είχε προεπιλεγεί το Ναύπλιο, λόγω της θέσης και της σημασίας του στον επαναστατικό αγώνα, ως έδρα της «Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος» (στην Α' Συνέλευση της Επιδαύρου το 1821 πρωτεύουσα είχε οριστεί η Κόρινθος).

Διελκυστίνδα

Σχετική απόφαση θα ληφθεί το 1823 και θα επαναβεβαιωθεί έναν χρόνο αργότερα. Θα οριστικοποιηθεί, όμως, στη συνέλευση της Τροιζήνας (1827), με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε τότε κατάλληλος «άλλος τόπος , ει μη το Ναύπλιον». Λόγω, όμως, των ταραχών και των εμφύλιων συγκρούσεων, ενώ έρχεται ο Καποδίστριας (Ιανουάριος1828), η έδρα της κυβέρνησης θα μεταφερθεί τότε στην Αίγινα.

Οταν επανήλθαν οι συζητήσεις για την πρωτεύουσα, το σχετικά μεταμορφωμένο και πολυάνθρωπο Ναύπλιο ξαναέθεσε «υποψηφιότητα». Αλλά ως έδρα των παλιών κέντρων εξουσίας από τα οποία ήθελε να απομακρυνθεί η αντιβασιλεία του Οθωνα δεν είχε τύχη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τη νέα υποψηφιότητά του υποστήριζαν μόνο Πελοποννήσιοι (κι όχι όλοι). Συνήθως εναλλακτικά με το Αργος.

Ο Γκ. Μάουρερ, μέλος εκείνη την περίοδο της τριμελούς αντιβασιλείας του Οθωνα, χαρακτηρίζει «μεγάλο πονοκέφαλο» το ζήτημα: «Οι Μωραΐτες έλεγαν το Αργος ή η Τριπολιτσά ή η Κόρινθος. Οι Στερεοελλαδίτες έλεγαν η Αθήνα. Ο Κωλέττης υποστήριζε φυσικά τα Μέγαρα. Και ο αρχιτέκτων Γκούτενσον μιλούσε για Πειραιά. Γύρω από το θέμα της πρωτεύουσας οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν, τόσο ανάμεσα στον κόσμο όσο και τους επίσημους κι οι εφημερίδες με πηχυαίους τίτλους υπερθεμάτιζαν άλλες τούτη κι άλλες για κείνη τη λύση...».

Ο Μάουρερ δεν είναι απολύτως ακριβής. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι απέδιδε τις αντιθέσεις σε τοπικισμούς και περιφερειακά συμφέροντα (υπαρκτά, αλλά όχι κυρίαρχα). Μεταθέτοντας την κύρια αντίθεση μεταξύ της πλειονότητας των Ελλήνων και των Βαυαρών.

Ουσιαστικά τον Λουδοβίκο Α' της Βαυαρίας, πατέρα του Οθωνα. Αυτός ήταν που είχε προ-επιλέξει την Αθήνα.

1832-1833
Ποιος πρότεινε τι και γιατί...


Λουδοβίκος και Βαυαροί: Από την ανακήρυξη ακόμη του νεοελληνικού βασιλείου ήταν υπέρ της Αθήνας. Την άποψη επιβάλλει στον Οθωνα και την αντιβασιλεία.

Φιλέλληνες και ξένοι: Οι περισσότεροι υπέρ της Αθήνας «όπου εζούσαν εκείνοι οίτινες με τα έργα και τα συγράμματά των εφώτισαν πάσαν την οικουμένην». Η ίδια θέση διανθισμένη με διάφορες παραλλαγές, προσθήκες κ.λπ. διαπερνά και το σύνολο του ξένου Τύπου. Οπως και τους ξένους διπλωμάτες στην Ελλάδα.

Ελληνικές εφημερίδες:
 Οι ναυπλιακές εφημερίδες «Χρόνος» (φιλοαγγλική) και «Αθηνά» (φιλορωσική) πρωτοστατούν στις συζητήσεις. Εκφράζουν αντι-βαυαρικές θέσεις για το ζήτημα, προτείνουν κατά καιρούς άλλες πόλεις και συντάσσονται, τελικά, με την επιλογή του Ισθμού.

«Kόμματα»: Οι Ναπαίοι (φιλορωσικό κόμμα) πρότειναν αρχικώς την Τρίπολη, οι «Καποδιστριακοί» το Ναύπλιο - Αργος για να συμβιβαστούν στην τελευταία φάση των συζητήσεων «περί καθέδρας» με τη λύση του Ισθμού. Με την τελευταία συντασόταν τόσο το «αγγλικό» όσο και το «γαλλικό» κόμμα.

Ι. Κωλέττης: Υπέρ της κλιμακωτής, «περιοδεύουσας» πρωτεύουσας μέχρι να να οριστεί η Κωνσταντινούπολη. Προσωρινά την τοποθετούσε στα Μέγαρα (τόπος στο μέσο μεταξύ Ισθμού και Αθήνας). Σχετική πρόταση με «κινητή πρωτεύουσα» κατατέθηκε και από μέλος της αντιβασιλείας. Πρόβλεπε να μετακινείται σταθερά και σταδιακά από το Αργος στην Κόρινθο, τα Μέγαρα, την Αθήνα και με την προοπτική της επέκτασης των συνόρων στη Λάρισα, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη.

Αλ. Μαυροκορδάτος:
Υπέρ του Ισθμού ως «κεντρικότερο σημείο του κράτους». Πρότεινε διπλωματικά και για «συμβιβασμό» προσωρινά για δύο χρόνια της Αθήνα μέχρι να οργανωθεί ως μόνιμη πρωτεύουσα ο Ισθμός.

Σπ. Τρικούπης: Γνωμοδότησε υπέρ του Ισθμού, προβάλλοντας κυρίως πολιτικές ωφέλειες. Κυρίως τον ουδέτερο και συνθετικό χαρακτήρα της θέσης, ως προς τις τοπικιστικές ? περιφερειακές αντιθέσεις (ο μισός στη Στερεά και ο υπόλοιπος στην Πελοπόννησο).

Περιφέρειες: Πελοπόννησος, Δυτική Στερεά, Κυκλάδες υπέρ του Ισθμού. Ετερόχθονες (γενικώς), Φαναριώτες, Ανατολική Στερεά, Υδραίοι κ.ά. υπέρ της Αθήνας.

Διχασμός για τον χαρακτήρα
Δεν δίχαζε μόνο η επιλογή της πόλης για να γίνει η πρωτεύουσα, αλλά και το ζήτημα αν αυτή θα έχει χαρακτήρα μόνιμο ή προσωρινό. Παρά το γεγονός ότι τα πρώτα σύνορα του νεοελληνικού βασιλείου θεωρούνταν βέβαιο ότι θα επεκταθούν (επομένως θα διαμορφώνονταν και άλλα κριτήρια για την επιλογή της «καθέδρας»), οι περισσότερες προτάσεις είτε για την Αθήνα είτε για τον Ισθμό έκλιναν προς τη μονιμότητα. Κατεξοχήν όσων ήθελαν την Αθήνα πρωτεύουσα, με πρώτους τους Βαυαρούς και τους ξένους.

Πολυεπίπεδα κριτήρια

Ανεξαρτήτως των ιδεολογικών -ιστορικών και πολιτικών- κομματικών κριτηρίων στη συζήτηση, μέχρι την οριστική επιλογή της Αθήνας, υπεισέρχονται και άλλοι σημαντικοί παράγοντες. Γεωγραφικοί, δημογραφικοί, διαθεσιμότητα κρατικής γης, δημοσιονομικοί, κλιματολογικοί, οχυρωματικοί-αμυντικοί, αναπτυξιακοί κ.ά. Ολοι, όμως, υποχωρούν μπροστά στο όνομα της Αθήνας, τον συμβολισμό και το «ιστορικό νόημα». Σε συνδυασμό με τη θέληση των Βαυαρών για ένα μοναρχικό - απολυταρχικό κέντρο εξουσίας.

Τελικά η πλάστιγγα έγειρε προς την Αθήνα, η οποία σαν σήμερα, στις 18 Σεπτεμβρίου του 1834, ανακηρύχθηκε επίσημα «Βασιλική καθέδρα και πρωτεύουσα». Οι λόγοι που οδήγησαν στο να πάρει τελικά η Αθήνα το «χρίσμα» έχουν να κάνουν με την ένδοξη ιστορία της ως λίκνου του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού (την απόφαση πιθανότατα επηρέασε ο βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος, ο οποίος ήταν γνωστός αρχαιολάτρης).

Κάθε άλλο παρά έτοιμη έδειχνε η Αθήνα το 1834 για να αναλάβει τον ηγεμονικό ρόλο της πρώτης πόλης του κράτους. Έχοντας χάσει προ πολλού την αίγλη της αρχαίας εποχής και με νωπές τις πληγές στο «κορμί» της από τις μάχες που διεξήχθησαν στο έδαφός της κατά την Επανάσταση, η Αθήνα αποτελούσε μια μικρή κωμόπολη (ή μάλλον, ένα… μεγάλο χωριό) που αριθμούσε μόλις 10.000 κατοίκους και περίπου 170 κατοικίες και κατεστραμμένα κτίρια. Συγκριτικά, την ίδια εποχή ο πληθυσμός της Πάτρας ανερχόταν σε 15.000 κατοίκους, ενώ της Θεσσαλονίκης σε 60.000.

Η Αθήνα εκτεινόταν τότε γύρω από την Ακρόπολη (περίπου από του Ψυρρή ως του Μακρυγιάννη), έχοντας ως κέντρο της την περιοχή της Πλάκας (την Παλιά Πόλη). Από τα μεγάλα προβλήματα της νέας πρωτεύουσας ήταν η έλλειψη συστήματος ύδρευσης (οι Αθηναίοι νερό έπαιρναν από τις πηγές), καθώς και η ανυπαρξία δημόσιου φωτισμού και συγκοινωνιών, ενώ υπήρχε παντελής έλλειψη υπηρεσιών ή άλλων κοινωνικών αγαθών.

Ο Όθων ανέθεσε την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Αθήνας στον διακεκριμένο έλληνα αρχιτέκτονα Κλεάνθη και στους Βαυαρούς Schubert και Leo von Klenze με αυστηρή εντολή να μη θιγούν οι αρχαιολογικοί χώροι. Για την προστασία των αρχαιοτήτων ο Όθων εξέδωσε Διάταγμα που απαγόρευε την κατασκευή ασβεστοκαμίνων σε απόσταση 2.500 μέτρων από αρχαιοελληνικά λείψανα, ώστε να μη φθαρούν οι αρχαιότητες!

Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια χτίστηκαν στην Αθήνα γύρω στις 1.000 κατοικίες, πολλές αυθαίρετες και «κακώς οικοδομημένας, χθαμαλάς, πενιχράς εξωτερικής και εσωτερικής όψεως, άνευ ακρογωνιαίων λίθων, άνευ σχεδίων, συνεσφιγμένας περί στενάς, ανωμάλους και ακαθάρτους οδούς», όπως αφηγούνται οι μαρτυρίες της εποχής.

Αλλά και ο βαρόνος Κωνσταντίνος Μπέλλιος που ήλθε από τη Βιέννη σημείωνε τα εξής:«Τα σπίτια των Αθηνών, όπερ εις διάστημα ολίγου καιρού έγιναν, εκατασκευάσθησαν με βίαν και άκραν οικονομίαν, με λάσπας και ξύλα και με ασβέστην ασπρισμένα… χωρίς να σκεφθούν οι ανόητοι ότι μήτε πέντε χρόνους δεν θέλουν διατηρηθή, πρέπει να γκρεμισθούν, ότι τα τείχη των μόλις 5 δακτύλων χόντρους έχουν».

Το γκρέμισμα των αυθαιρέτων

Ο Όθων απαγόρευσε τη λατόμηση στους λόφους Νυμφών (Αστεροσκοπείου), Αγχέστου (Στρέφη), Φιλοπάππου και Λυκαβηττού, εξέδωσε Διατάγματα με αυστηρή εντολή να κατεδαφίζεται αμέσως κάθε αυθαίρετο που χτίζεται πλησίον των αρχαιοτήτων, ενώ διέταξε να γκρεμιστούν άμεσα όσα χτίστηκαν στις παρυφές της Ακροπόλεως.

Εξαιτίας των αυθαιρέτων ο Όθων έχασε τη δημοτικότητά του στις φτωχές μάζες, αλλά επέμενε να εκδίδει και άλλα Διατάγματα.

Πόλος έλξης


Στα επόμενα χρόνια η Αθήνα απετέλεσε τον πόλο έλξης για τους Έλληνες, που κατέφταναν εκεί απ’ όλα τα μέρη της χώρας για δουλειά και μια καλύτερη ζωή. Μοιραία, το 1896, στην έναρξη των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, η πρωτεύουσα είχε πλέον αλλάξει ριζικά την όψη της, έχει επεκταθεί χωρικά, αριθμούσε περίπου 140.000 κατοίκους (20πλασιάστηκε δηλαδή ο πληθυσμός της) και αποτελούσε το εμπορικό και πνευματικό κέντρο της χώρας.

Τώρα, αν από κάποια στιγμή και μετά η γιγάντωση και η ανάπτυξη της μεγαλούπολης έγιναν μπούμερανγκ για την εικόνα της και για την ποιότητα ζωής των κατοίκων της, αυτό αφήνουμε να το κρίνει ο αναγνώστης…
Blog Widget by LinkWithin