Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

"Αναπολώ…" χρονογράφημα του Ναπ. Λαπαθιώτη για το Ναύπλιο

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 10:56:00 π.μ. |
"Αναπολώ…" χρονογράφημα του Ναπ. Λαπαθιώτη για το Ναύπλιο
 Ο Ναπ. Λαπαθιώτης όταν ήταν παιδί, στα οχτώ του χρόνια, πέρασε μερικούς μήνες στο Ναύπλιο, όπου εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς το 1896 όταν ο πατέρας του, ο στρατιωτικός καριέρας Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ορίστηκε διοικητής του εκεί Οπλοστασίου (που πρέπει να ήταν επίσης στρατιωτικό οπλουργείο). 

Παρά τη σχετικά σύντομη διάρκεια της διαμονής στο Ναύπλιο, ο Λαπαθιώτης αγάπησε την πόλη και κράτησε τις καλύτερες αναμνήσεις -και στην αυτοβιογραφία του αφιερώνει αρκετές σελίδες στη διαμονή του στο Ναύπλιο. Η ειδυλλιακή διαμονή διακόπηκε την άνοιξη του 1897, όταν, με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, ο πατέρας Λαπαθιώτης έφυγε για το μέτωπο της Ηπείρου και η υπόλοιπη οικογένεια επέστρεψε στην Αθήνα.

Το 1915, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, ο 27χρονος πια ποιητής επιστρέφει στο Ναύπλιο: μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό και τον Κλέωνα Παράσχο έκαναν μια εκδρομή στην Πελοπόννησο και πέρασαν μερικές μέρες στο Ναύπλιο. Κάποιες εντυπώσεις του από την εκδρομή αυτή τις κατέγραψε σε χρονογραφήματα που δημοσίευσε στην Ακρόπολι, με την οποία συνεργάστηκε αρκετές φορές στο πρώτο μισό του 1915, κυρίως αλλά όχι μόνο με χρονογραφήματα.

Διάλεξα λοιπόν να παρουσιάσω σήμερα το χρονογράφημα «Αναπολώ…» που δημοσιεύτηκε στην Ακρόπολι στις 14 Μαρτίου 1915 και είναι αφιερωμένο στο Ναύπλιο, τόσο στην πρόσφατη διαμονή του όσο και στις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία.

Και από μια άποψη, έχει γούστο, να διαβάζουμε 101 χρόνια μετά, ένα κείμενο που γράφτηκε χωρίς καμιά απαίτηση για υστεροφημία -τι πιο εφήμερο από ένα χρονογράφημα; Από την άλλη, πάντοτε έχουν ενδιαφέρον τα κείμενα που είναι αφιερωμένα σε μια πόλη, όπως εδώ στο Ναύπλιο -μια πόλη που πολλοί συγκαταλέγουν στις αγαπημένες τους.

Μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία.

Αναπολώ… (Ακρόπολις 14.3.1915)

Να το λοιπόν και πάλι το καλό μου Ναύπλιον, ύστερ’ από χρόνια και χρόνια, πάντα το ίδιο, γνώριμο και συγκινητικό, γιομάτο από μια θαμπήν ατμοσφαιραν α­ναμνήσεων, με τα δρομάκια του, τα φρούριά του, τον πέτρινο στρατώνα του, έσ’ την πλατεία, ορθό με τα μελαγχολικά του χρώματα, με το τετράγωνο ρολόι, που απ’ τα ύψη του Ιτς-καλέ δε σάλεψε καν απ’ τη θέση, με το επίμονο Μπούρτζι στημένο μέσ’ τα νερά, σαν πιστός εραστής που δε θέλει να φύγει…

Τα ξαναβλέπω πάλι όλα, ύστερ’ από χρόνια και χρόνια, κι αφήνω την ψυχή μου θεληματικά να λιώσει σε χίλιες μελαγχο­λίες και χίλιες τρυφεράδες, να πλημμυ­ρίσει χλιαρά κι αχνά συναισθήματα, να γείρει μέσ’ τα βελούδα των νοσταλγιών.. Την αφήνω ελεύτερη ν’ απαλυνθεί και να λιγώσει, ευχαριστημένος που της δίνω ένα σπασμό πρωτογνώριστο!

Ήμουν εφτά χρονών παιδί τότε, και κάθισα, με τους δικούς μου, έξι μήνες ε­κεί· να ήταν η ηλικία τέτοια ή μια φυ­σική συμπάθεια στον τόπο αναπόδραστη, που μ’ έκανε να δεθώ έτσι γλυκά μαζί του, να τ’ αγαπήσω σαν πρώτη αγάπη, να εγκολπωθώ τη μουσική του, έναν ήχον αλαργινό που έχει χαθεί μέσ’ τη νύχτα;…

Είχα ένα μπαστουνάκι τότε και γύριζα καμαρωτός, με τους ολάσπρους γιακάδες, μέσ’ τις πλατείες, πιασμένος απ’ το χέρι της μητέρας μου, κι η φιλαρμονική έπαιζε τα κομμάτια του καιρού, ή σοβαρός, με τον πατέρα μου επιθεωρούσα τα χίλια εργοστάσια του Οπλοστασίου κι οι πρόθυμοι στρατιώτες μού δείχναν πώς τορνεύουν τα ξύλα και πώς συντρίβουν τα σίδερα με τους δυνατούς μοχλούς. Μα πιο πολύ, πιο πολύ απ’ όλα θυμάμαι τις ήμερες μέρες του σπιτιού, κάποια γεύματα φιλικά σ’ αξιωματικούς, με όλο άνθη στο τραπέζι, και πώς φυσούσε και λυσσούσε κάποιες μέρες ο άνεμος, κι εγώ κρυβόμουν απ’ τον τρόμο, καρτερώντας, απ’ ώρα σ’ ώρα, να πάρει τη σκεπή του σπιτιού…

Και να όλα, καθώς τα είχ’ αφήσει, ανέπαφα, απαράλλαχτα, σα να μην είχαν τρέξει τόσα χρόνια, σα να ήταν το παλάτι της κοιμισμένης βασιλοπούλας του παραμυθιού που ξυπνάει στα εκατό χρόνια, και δεν άλλαξε ούτε τι!

Το Παλαμήδι στέκεται σκληρό και βαρύ, σα γρανίτης, κι επιβλέπει τα βάθη των οριζόντων· η ψυχή του είναι μεσαιωνική, τραγική, βαστάει ακόμη, ψηλά, τα παλιά τρόπαια… κι όμως μια στοργή –στοργή που είναι ίσως πιο πολύ μέσα μου παρά στον τραχύ το βράχο- του λύνει τις πανοπλίες και το ημερεύει, σα λιοντάρι κάτω απ’ το χάδι χλιερού χεριού.

Τη νύχτα πάμε στο θεατράκι, -μια γωνίτσα του κεντρικού καφενείου της πλατείας μετασχηματισμένη σέ σκηνή- όπου είναι μαζεμένες οι οικογένειες των αξιω­ματικών. κομψοντυμένες ντεμουαζελίτσες, κυρίες με φασαμέν, χρυσά γαλόνια και σπαθιά, η κρέμα του Ναυπλίου όλη. Και παίζεται από έναν πρόχειρο αθηναϊκό θιασάκον «Ο ηθοποιός Γκάρρικ, το έξοχον κοινωνικόν αριστούργημα του Λόρδου Λύττωνος, κομεντί εις 4 πράξεις». Τοποθετημένοι, αναγκαστικά, με καρέκλες μπρο­στά – μπροστά, γινόμαστε το αντικείμενο ζωηροτάτης περιεργείας· κι είναι τόση ή ζέστα μέσ’ τα βλέμματα, τόση συμπάθεια κι ευγένεια μέσ’ την ατμοσφαίρα (όλος ο κόσμος του Ναυπλίου είν’ εξαιρετικά γλυ­κομίλητος και πρόθυμος· ένα παιδάκι του γυμνασίου που μας βοηθεί να μπούμε στο θέατρο, δεν ξέρει, το καημένο, με τι τρόπο να μας περιποιηθεί…) ώστε στο τέλος είμαστε όλοι φίλοι, φίλοι χωρίς να μιλάμε, και κοιταζόμαστε όλοι γνώριμα, σαν από καιρούς.

Κι όταν τελειώνει το θέατρο, γυρνάμε στο ξενοδοχειο, που μένουμε, στην παραλία, κι αφήνοντας, εγώ, τον Άγγελο και τον Κλέωνα να κοιμηθούν, φεύγω μόνος, μέσ’ τα μεσάνυχτα, να πλανηθώ άσκοπα στα χίλια στενά σοκάκια· πάω στη Μητρόπολη, στον Άγιο—Σπυρίδωνα, με τις σφαί­ρες που δολοφονήθηκε ό Καποδίστριας μπηχτές ακόμα μέσ’ τον τοίχο, πάω στο παλιό μου σπίτι, εκεί αντίκρυ σε μια πλατεία, κοκκινωπό και χαρμόσυνο· ανεβαίνω τα πέ­τρινα σκαλοπάτια που πάνε ως την πόρτα, και τη γγίζω με τα χέρια, κατάμονος, μέσ’ το σκοτάδι! Η καρδιά μου έχει γίνει μια ανεξάντλητη πηγή από συγκινήσεις κι ευαισθησίες, οι σκοποί των στρατιωτικών κτι­ρίων με κοιτάν μέσ’ απ’ τα σκότη των σκοπιών με μάτια εταστικά και παραξενεμένα.

Πάω στην παραλία και φέρνω βόλτες απ’ τη μιαν άκρη ως την άλλη, και κάθουμαι ώρες να κοιτάω τα κίτρινα σιωπηλά φώτα των φαναριών, αδερφωμένα με τ’ άστρα μέσ’ τη γαλήνη των νερών…

Κι η ψυχή μου είναι νικημένη απ’ τα μακρινά τραγούδια, σα γυναίκα που αρρωσταίνει, στο παράθυρό της, ακούοντας μαντολίνα που χάνουνται μέσ’ το βαθύ βράδυ…

Η αποβάθρα είναι τώρα έρμη, κι ο φρέσκος αέρας που φυσάει, κάνει να παιχνιδίζουν τα μαλλιά μου –ωστόσο εγώ περπατώ στο πλακόστρωτο με πλατιά βήματα, ως πέρα, και ξαναγυρίζω, και ξαναπάω, και καρφώνω τα βλέμματα σ’ ένα λευκό βαποράκι μυστικά αραγμένο μέσ’ τη μέση του κολπίσκου, που ο μονότονος πλαταγισμός των νερών το κρούει και το κοιμίζει…

…Και το γκαρσόνι που δεν πλάγιασεν επίτηδες, και περιμένει, άγρυπνο, να μου ανοίξει τη γυαλένια πόρτα, άμα γυρίσω, -δε βλέπει, καθώς ανάβει βιαστικά τα κεριά μέσ’ την κάμαρή μου πως τα μάτια μου, έχουν γίνει δυο λαμπάδες· δυο φλογερά πηγάδια, μουγγά κι αχανή, όπου καίονται μέσα, αργά, τα περασμένα…

Πηγή: iPaideia.gr
Blog Widget by LinkWithin