Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

29 Νοεμβρίου 1822: Ξημερώνοντας τ΄ Αγ. Ανδρέα

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 9:29:00 μ.μ. | |
29 Νοεμβρίου 1822: Ξημερώνοντας τ΄Αγ Ανδρέα
Στίς 29 Νοεμβρίου 1822, οι Τούρκοι τού Ναυπλίου ζήτησαν από τό Στάϊκο Σταϊκόπουλο πού διηύθυνε τήν πολιορκία, μετά τό θάνατο τού Νικόλα Σταματελόπουλου, νά μηνύσει στόν Κολοκοτρώνη νά κάνουν τρατάτο (συμφωνία). Ο αρχιστράτηγος τούς απάντησε νά φύγουν μέ τά ελληνικά καράβια καί νά πάνε όπου θέλουν, διαφορετικά άν οι ‘Ελληνες έκαναν ρεσάλτο θά τούς περνούσαν όλους από τό σπαθί.


Δύο Τουρκαλβανοί πού φρουρούσαν τή Γιουρούς ντάπια (προμαχώνα τού Αχιλλέα) τού Παλαμηδίου, είχαν βγει κρυφά από τό κάστρο καί είχαν έρθει σέ συνεννόηση μέ τόν Στάϊκο Σταϊκόπουλο γιά νά τού δώσουν πληροφορίες. Σάν αντάλλαγμα ο Σταϊκόπουλος θά επέτρεπε στούς Αλβανούς νά αποχωρήσουν ασφαλείς μέ τά όπλα τους.

Ο Σταϊκόπουλος έμαθε από αυτούς ότι εκείνη τή στιγμή η Γιουρούς ντάπια είχε λίγους φρουρούς. Τό ίδιο βράδυ παρέλαβε διακόσιους άνδρες μαζί μέ τόν αδελφό του Αθανάσιο Σταϊκόπουλο, τόν Δημήτριο Μοσχονησιώτη, τόν Μανώλη Σκρεπετό, τόν Κώστα Γκιόνη, τόν Ιταλό Γκουβερνάτι καί μερικούς φιλέλληνες καί ανέβηκε πρώτος στή σκάλα πού είχε στήσει στό σημείο πού τού είχαν υποδείξει οι Αλβανοί. Η βροχερή νύκτα τής 30ης Νοεμβρίου 1822 εορτής τού Αγίου Ανδρέου, ήταν σύμμαχος τών Ελλήνων, οι οποίοι μέσα σέ λίγα λεπτά βρέθηκαν πάνω στίς επάλξεις τού Παλαμηδίου, πέταξαν τήν ημισέλινο καί σήκωσαν τή σημαία τού Σταυρού. Ο Σταϊκόπουλος πρίν ξεκινήσουν τήν επιχείρηση είχε πεί στά παλληκάρια του:

«Στρατιώτες τού Χριστού καί τής πατρίδας, η ημέρα τ’ Αγιαντρέα πρέπει νά φωτίσει τούς Έλληνες λεύτερους. Αλλά τό Ανάπλι, πού τό μολεύει η πατούσα τών Αγαρηνών, αντιστέκεται ακόμα καί φαίνεται νά ξαστοχάει τήν παλικαριά σας. Οι Αγαρηνοί πού τό κατέχουν, αφού δείξανε τή μπαμπεσιά τους καί γράψανε στά τσαρούχια τους τή γραφή τού Γέρου πού τούς έλεγε νά παραδοθούνε καί νά τούς έστελνε στή Μικρασία ζωντανούς, ξαναπήρανε την πρώτη τους αυθάδεια. Θά τό αντέξετε τό λοιπόν, ακόμα, τούτοι οι βάρβαροι νά παίζουνε μαζί μας; Μοραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τή γιορτή τ’ Αγιαντρέα, πού μάς προστατεύει, πατώντας τό πιό δυνατό κάστρο τών οχτρών μας.»

Ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος είχε γεννηθεί στή Ζάτουνα τής Γορτυνίας τό 1798. Ήταν ο τελευταίος γιός τού Παναγιώτη καί τής Ζαχαρούλας Σταϊκοπούλου. Ήταν κοντόσωμος, νευρικός καί τολμηρός. Ο μεγάλος γιός, ο Κωσταντής Σταϊκόπουλος, είχε σκοτώσει πάνω σέ καβγά έναν Τούρκο στή Ζάτουνα καί μίσεψε στή Βλαχία, όπου κατατάχτηκε στόν Ιερό Λόχο τού Υψηλάντη καί στή συνέχεια σκοτώθηκε. Ο Σταϊκούλης, όπως τόν έλεγαν στό χωριό, μαζί μέ τόν αδελφό του Αθανάσιο, έφυγε από τή Ζάτουνα καί πήγε στήν Ύδρα, όπου μυήθηκε στή Φιλική Εταιρεία από τό Δημητσανίτη Νικόλαο Σπηλιωτόπουλο. Τόν Απρίλιο τού 1821 συγκρότησε, μέ δικές του δαπάνες, στρατιωτικό σώμα. Ήταν πολύ αυστηρός μέ τούς άνδρες του καί όταν ένας στρατιώτης του είχε κλέψει ένα ελάφι από ένα μοναστήρι τόν εκτέλεσε. Ήταν κάτι γιά τό οποίο θά είχε τύψεις γιά όλη του τή ζωή.

Ο μοναδικός φρουρός πού υπήρχε στό φυλάκιο τού κάστρου πού κατέλαβαν οι Έλληνες παραδόθηκε αμέσως. Ο Μοσχονησιώτης τόν έδεσε καί τού φίμωσε τό στόμα. Στή συνέχεια άνοιξε μέ λοστό τή σιδερένια πόρτα τού προμαχώνα καί ξεχύθηκαν μέσα καί οι υπόλοιποι, οι οποίοι μέσα στό σκοτάδι κατέλαβαν όλες τίς ντάπιες τού Παλαμηδίου. Ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Βυζάντιος στήν προσπάθειά του νά ανέβει στά τείχη έπεσε καί έσπασε τό πόδι του. Οι Τούρκοι, βλέποντας τούς Έλληνες νά ελέγχουν τό Παλαμήδι, κατέβηκαν τά 1000 σκαλιά πού καταλήγουν στήν πόλη τρέχοντας, ώστε νά βρούν καταφύγιο στά σπίτια τού Ναυπλίου. Μέ τίς φωνές τους ξύπνησαν τούς ομοεθνείς τους, οι οποίοι έκπληκτοι άρχισαν νά ορύονται. Οι πορθητές γύρισαν τά κανόνια καί άρχισαν νά βάλλουν κατά τής πόλης καί κατά τού φρουρίου τής Ακροναυπλίας (Ίτς – Καλέ).

Ο Σταϊκόπουλος, μόλις έγινε κύριος τού Παλαμηδίου, έστειλε καβαλάρηδες στόν Κολοκοτρώνη πού βρισκόταν στά Δερβενάκια, νά τού αναγγείλουν τά νέα. Ο Γέρος τού Μοριά έφτασε όσο μπορούσε πιό γρήγορα καί αμέσως διέταξε νά κανονιοβολήσουν τήν πόλη, ώστε νά αναγκαστούν οι μπέηδες νά τήν παραδώσουν χωρίς νά χυθεί αίμα.

Αφού ο Κολοκοτρώνης βομβάρδισε τήν πόλη τού Ναυπλίου, έστειλε μέ τόν υπασπιστή του μήνυμα πρός τούς αγάδες: «Σάς προσφέρομεν τό χαιρετισμόν μας. Ιδού ο Θεός τού Παντός μάς έδωσε τό Παλαμήδιον υπό τήν κυριαρχίαν μας καί σάς προσκαλούμεν εις τρείς ώρας νά μάς παραδώσετε τό φρούριον καί τόν Ιτς-Καλέν. Τουναντίον θέλετε γίνει ανάλωμα τού πυρός καί τών κανονιών καί δέν τό επιθυμούμεν».

Οι Τούρκοι αγάδες παρέδωσαν τήν πόλη καί μέ τήν συνθήκη πού υπέγραψαν, ορίστηκε νά μπαρκάρουν οι μουσουλμάνοι από τήν αποβάθρα πού βρισκόταν στή θέση «Πέντε Αδέλφια» (πού υπήρχαν παλαιότερα πέντε βενετικά κανόνια) στά καράβια τών Γκίκα Τσούπα καί αδελφών Ορλώφ γιά νά μεταφερθούν στή Σμύρνη. Ο φρούραρχος Αλής, φοβούμενος τήν οργή τού σουλτάνου, αρνήθηκε νά υπογράψει. Ο Κολοκοτρώνης διέταξε τούς Αγαμέμνονα Αυγερινό, Βασίλειο Χριστακόπουλο, Ιωσήφ Δούκα καί τόν υπασπιστή του Φώτιο Χρυσανθόπουλο ή Φωτάκο νά κατεβούν στήν πόλη για νά πάρουν τά κλειδιά τών φρουρίων. Αυτοί πράγματι πήγαν στό σπίτι τού φρούραρχου Αλή πασά, εκείνος συγκινημένος παρέδωσε τά κλειδιά καί τούς είπε: «Πάρτε τά κλειδιά καί δώστε τα τού αρχηγού σας καί πέστε του νά λυπηθεί τού Θεού τά πλάσματα».

Οι πορθητές τού Παλαμηδιού, γνώριζαν πώς υπήρχε κοντά στό φρουραρχείο, από τήν εποχή τών Βενετσιάνων, η εκκλησιά τού Αγίου Ανδρέα πού γιόρταζε τήν ημέρα εκείνη. Μέ τή βοήθεια τού γέρου Μανώλη Σκρεπετού, τήν ανακάλυψαν. Οι Τούρκοι τήν είχαν βεβηλώσει καί τήν είχαν μετατρέψει σέ αποθήκη. Οι Χριστιανοί, ενθουσιασμένοι, καθάρισαν τόν ιερό αυτό χώρο καί ετέλεσαν δοξολογία πρός τιμήν τού ελευθερωτή τής πόλης Αγίου Ανδρέου πού παρέδιδε τήν πόλη στούς Έλληνες, έπειτα από 600 χρόνια ξένης κατοχής.

«Στίς τριάντα Νοεμβρίου, τού Ανδρέα τού Αγίου,
Χριστιανοί τί καρτερείτε, στό Ανάπλι νά εμπήτε;
Στάικος μέ παλικάρια, μπήκανε σάν τά λιοντάρια.
Σήμερα τό Παλαμήδι στούς Ρωμιούς ‘γινε παιχνίδι,
τού Παλαμηδιού τό κάστρο πάρθηκεν μέ ρεσάλτο»

Ακολουθεί αποσπάσματα από τον Πανηγυρικό του αείμνηστου, Δημητσανίτη Ιστορικού, Τάσου Γριτσόπουλου, στον Σύλλογο Ναυπλίου “Παλαμήδης” – 2002

«… Οι Τούρκοι του Ναυπλίου εστενοχωρήθηκαν. Ήλθε ο Φθινόπωρος. Εις τας 26 Νοεμβρίου επέθανε ο Δράμαλης… Εις τας 27 οι Τούρκοι εμίλησαν του Στάικου, να κάμουν τρατάτα (συνθήκη). Τους έγραψα ένα γράμμα. Ο Στάικος τούς έδωσε το γράμμα εις τας 29 το εσπέρας. Έκαμαν Συνέλευσιν εις την χώραν. Έκραξαν τον Τεζτάραγα, να κατεβούν από το Παλαμήδι, δια να δώσουν απόκρισιν και άφηκαν 9 ανθρώπους… Ο Στάικος επήδησε μέσα. Εμβήκαν τα μεσάνυκτα, ξημερώνοντας του αγίου Ανδρέως. Έρριξε κανόνια. Εκατάλαβα ότι επήραν το Παλαμήδι. Εκαβάληκα ευθύς, επήγαινα, στον δρόμο απάντησα τον πεζοδρόμο, οπού έστελνε ο Στάικος να με δώση την είδησι…».

Σύντομη περικοπή από τον άνθρωπο που έχει τον πρώτο λόγο. Τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Πανηγυρίζει σήμερα το Ναύπλιο -και δικαίως- για το μέγα γεγονός. Στον πανηγυρισμό μετέχει ολόκληρη η Ελλάς. Το γεγονός όμως δεν είναι ξεκρέμαστο και ανεξάρτητο.

Παρακαλώ το ακροατήριο να μου επιτρέψει, πριν ο λόγος φθάσει στην ιστορική νύκτα της 29ης προς 30 Νοεμβρίου 1822, να εντάξω το επεισόδιο στην περίοδο που ανήκει και στην αλληλουχία των πολεμικών και πολιτικών περιστατικών της εποχής. Έτσι, θα επισημανθεί τελικώς και η ιστορική του σημασία.

Μόλις έγιναν γνωστά τα πρώτα περιστατικά της Εθνικής εξεγέρσεως, οι άμαχοι Τούρκοι διαφόρων Πελοποννησιακών πόλεων έσπευσαν ν’ ασφαλισθούν στις τρεις μεγάλες πόλεις, Τριπολιτσά, Ναύπλιο, Πάτρας.

Το λάθος αυτό διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό τους επαναστάτες στις κινήσεις τους και συγκεκριμένα να πολιορκήσουν τις μεγαλοπόλεις και τα οχυρά Κάστρα, όπου οι Τουρκικές φρουρές κατέφυγαν (Κόρινθος, Μεθώνη, Κορώνη, Μονεμβασία).

Ως γνωστόν, η πολιορκία της πρωτεύουσας του πασαλικίου Πελοποννήσου Τριπολιτσάς κατέληξε στη μεγαλειώδη άλωση της πόλεως (23 Σεπτεμβρίου). Είναι το σημαντικότερο γεγονός του πρώτου έτους και ολόκληρης της Επαναστάσεως.

Σε 1.500 υπελογίζοντο τότε οι Τούρκοι κάτοικοι του Ναυπλίου. Οι οικογένειες αμάχων και στρατιωτική φρουρά. Οι Τούρκοι του Άργους, μόλις άρχισαν τα επαναστατικά γεγονότα, έσπευσαν να ασφαλισθούν στο Ναύπλιο. Τούτο διευκόλυνε τους Αργείους προκρίτους και στρατιωτικούς να οργανώσουν τη γνωστή Καντζελαρία, να ενεργήσουν στρατολογία και ν’ αναλάβουν την πολιορκία του Ναυπλίου. Ιδρύθηκε στρατόπεδο στο Κατζίγρι με υπευθύνους οπλαρχηγούς τον Στάικο Σταϊκόπουλο (εθεωρείτο ανεψιός του Κολοκοτρώνη, γράφει ο Αμβρόσιος Φραντζής), τον Τζόκρη και άλλους καπεταναίους.

Η πολιορκία εκείνη εμπόδιζε τους Οθωμανούς να εξέρχονται και εφαίνετο να επιτυγχάνει. Αλλά κατερχόμενος για ενίσχυση της Τριπολιτσάς, ο Κεχαγιάμπεης, του Χουρσίτ πασά, ολόκληρο τον Απρίλιο, από το Ρίο μέχρι Τριπολιτσάς, διέθεσε για να ερημώνει, να λεηλατεί και να καίει. Το Άργος δοκιμάσθηκε, η πολιορκία του Ναυπλίου διαλύθηκε. Προς τα τέλη Μαΐου όμως επιχειρήθηκε νέα πολιορκία.

Μετά τις νικηφόρες μάχες Βαλτετσίου – Βερβένων, κατά τα τέλη Μαΐου, ο Κολοκοτρώνης έστειλε τον Νικηταρά με στρατιωτικό σώμα στο Ναύπλιο. Αναπλιώτες, Αργείοι, Κρανιδιώτες μαζί του οργάνωσαν την πολιορκία. Παρόντες καπεταναίοι, Παπαρσένης, Νταγρές, Τζιόκρης, Μεντής, Κοκώνης, ηγούμενος του Καρακαλλά Διονύσιος κ.α. Έδιναν μάχες με τους Τούρκους, που εξέρχονταν για συλλογή τροφών. Ο Φραντζής υπολογίζει τώρα σε 8.000 ψυχές τους Οθωμανούς έγκλειστους στο Ναύπλιο.

Πείνασαν οι πολιορκούμενοι, αλλ’ ο ανεφοδιασμός δεν έλειψε, ιδίως από θάλασσα και μάλιστα με αγγλικά πλοία (μαύρη αγορά). Η φρουρά και οι άμαχοι κατόρθωσαν να συντηρηθούν επί 7 ολόκληρους μήνες. Ήλθε όμως κάποια στιγμή, που άρχισαν να πεθαίνουν από πείνα. Και όμως δεν παραδίνονταν. Έφθασε ο Δεκέμβριος. Μ’ έγκριση της Α’ Εθνικής Συνελεύσεως της Επιδαύρου (συνέπεσε τότε) αποφασίσθηκε η κατάληψη δι’ εφόδου. Ήταν 14 Δεκεμβρίου. Επιχείρηση μόνον από ξηράς δεν είχε ευτυχές αποτέλεσμα. Η πολιορκία εξακολούθησε.

Οι στρατιωτικοί μετά την πτώση της Τριπολιτσάς έστρεψαν την προσοχή τους στα εγκαταλελειμμένα πολεμικά μέτωπα. Συγκροτήθηκε Πολεμικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του Δημ. Υψηλάντη. Έλαβαν μέρος Κολοκοτρώνης, Μαυρομιχάλης, Αναγνωσταράς, Παλ. Πατρών Γερμανός, Αναγνώστης Δεληγιάννης, Γιατράκος και μερικοί άλλοι. Αποφασίσθηκε να πάρουν νέα ένταση οι πολιορκίες των Πελοποννησιακών Κάστρων Ναυπλίου, Μεθώνης και Πατρών. Η επίθεση εναντίον του Ναυπλίου στις 14 Δεκεμβρίου δεν υπήρξε αποτελεσματική. Πολιορκία των Πατρών υπό τον Κολοκοτρώνη προκάλεσε αντίδραση των Αχαιών πολιτικών. Ευτυχές αποτέλεσμα είχε η επιχείρηση εναντίον του Φρουρίου της Κορίνθου. Οι διαπραγματεύσεις, που διεξήχθησαν, κατέληξαν τη 14 Ιανουαρίου 1822 στην παράδοση του Φρουρίου στον Κολοκοτρώνη.

Κυβερνητικοί, στρατιωτικοί και εντόπιοι παράγοντες έρριψαν το βάρος των επιχειρήσεων στην απελευθέρωση του Ναυπλίου. Νέα φάση της πολιορκίας, που δεν θα έχει αποτέλεσμα. Ήταν Απρίλιος 1822. Αφηγείται ο Κολοκοτρώνης: “Εστείλαμε ένα γράμμα να ιδούμε τι κάνουν εις το Ανάπλι. Μας αποκρίνονται ότι είμεθα άξιοι να πάρωμε τ’ Ανάπλι, διότι έχει πείνα».

Πράγματι υπήρχε πείνα. Πρόκριτοι Τούρκοι ζήτησαν συνάντηση με τους πολιορκητές και διαπραγματεύσεις για παράδοση. Το ζήτημα ήταν πολιτικό. Ως γνωστόν, από την Α’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου η μαχόμενη Ελλάς απέκτησε Σύνταγμα και Κυβερνητικό σχήμα, το Εκτελεστικό και άλλο σώμα για τη νομοθεσία, το Βουλευτικό. Παραλλήλως εξουσία ασκούσε η Πελοποννησιακή Γερουσία με τις Τοπικές Εφορείες. Μεταξύ των σωμάτων αυτών υπήρχαν αντιθέσεις και ιδίως εναντίον της Πελοποννησιακής Γερουσίας στρέφονταν τα άλλα σώματα.

Βρισκόμαστε στον Μάιο 1822. Θα χρειαζόταν μακρός λόγος αναφοράς στις διαφωνίες των προγόνων μας. Έληξαν οι διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους, υπεγράφηκε η συνθήκη και στις 18 Ιουνίου 100 οπλοφόροι Έλληνες μπήκαν στο φρούριο, ενώ είχαν παραλάβει 5 επισήμους Οθωμανούς ομήρους. Αναμένονταν τα Ελληνικά πλοία για την επιβίβαση των Τούρκων. Πλοία δεν ήλθαν. Τα γεγονότα λεπτομερώς περιγράφει ο Αμβρόσιος Φραντζής και αναφέρει κάποια κωλυσιεργία των Τούρκων. Ίσως παραβιάζονταν άρθρα της συνθήκης. Υπήρχε και κίνδυνος εμφανίσεως τουρκικών ενισχύσεων από την Κόρινθο και δυστυχώς χανόταν χρόνος πολύτιμος. Στις 18 Ιουλίου 50 ιππείς Τούρκοι εισήλθαν στο Ναύπλιο από την Πύλη της ξηράς και ανήγγειλαν την κάθοδο του Δράμαλη με απίστευτες υπερβολές περί διαλύσεως της Επαναστάσεως.

Η ευκαιρία απελευθερώσεως του Ναυπλίου χάθηκε. Με την εμφάνιση του Δράμαλη απειλήθηκε η Επανάσταση. Έκρινα σκόπιμον ν’ αναφερθώ στα γεγονότα του τριμήνου Απριλίου – Μαΐου – Ιουνίου, για να γίνει αντιληπτό, ότι πρώτο δεινό η πολυαρχία και δεύτερο τις πολεμικές επιχειρήσεις δεν διευθύνουν οι πολιτικοί, όταν μάλιστα είναι ανίκανοι.

Είναι γνωστά τα όσα διεδραματίστηκαν στην Αργολίδα τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου 1822. Πολεμικό Συμβούλιο. Πολεμικό Σχέδιο Κολοκοτρώνη. Καθυστέρηση της στρατιάς και εσπευσμένη στρατολογία Ελλήνων μαχητών. Επί 12 ημέρες άμυνα. Συγκεντρώθηκε στράτευμα 11.000 Ελλήνων στο ευρύτατο στρατόπεδο. Παγίδευση του εχθρού στα Δερβενάκια. Εξόντωση της στρατιάς. Θρίαμβος. Αυτά τηλεγραφικώς. Είναι γνωστά τα γεγονότα.

Νομίζω, μετά τα όσα συνοπτικά ανέφερα ότι θα έχει γίνει αντιληπτό ότι:

Πρόγραμμα του εχθρού το θέρος 1822 ήταν να προχωρήσει στο εσωτερικό της Πελοποννήσου, για να καταπνίξει την Επανάσταση των Ελλήνων.

Ο Κολοκοτρώνης έφραξε την κάθοδο προς την Αρκαδία.

Κατέστησε τη διαμονή της πολυπληθούς στρατιάς του εχθρού στην Αργολίδα αδύνατη.

Καταλαμβάνοντας τα γύρω υψώματα και τις διαβάσεις, επέβαλε στον εχθρό να επιστρέψει στην Κορινθία. Αλλά τον υποχρέωσε να περάσει από το πιο στενό σημείο, όχι άλλο.

Από τα Δερβενάκια.

Η νίκη των Ελλήνων στα Δερβενάκια υπήρξε μεγαλειώδης. Αποτελεί για την Επανάσταση το δεύτερο, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, κατόρθωμα. Η Επανάσταση σώθηκε. Η συμπεριφορά της Κυβερνήσεως επαίσχυντη. Άρχοντες του τόπου μίσησαν τον Κολοκοτρώνη. Υπήρξαν εναντίον του αντιδράσεις. Γράφει ο Γέρος: “Όταν ετζάκισα τον Δράμαλη, το στράτευμα με υπόγραψε αρχιστράτηγο και έλαβα και το δίπλωμα από την Γερουσία”.

Αλλά ζήλεια και φθόνος.

Σώθηκε η Επανάσταση με τη νίκη των Δερβενακίων, αλλ’ ο πόλεμος δεν τελείωσε. Η Οθωμανική αυτοκρατορία δεν είχε καταθέσει τα όπλα. Διέθετε και στρατό και στόλο. Μετά την καταστροφή των Ψαρών -αναφέρει ο Φωτάκος- διεδίδετο ότι ο Τουρκικός στόλος έμελλε να φθάσει στο Ναύπλιο, να φέρει πολεμοφόδια και να επιτεθεί κατά των νήσων. Εξ’ άλλου, εγίνετο συνεννόηση μεταξύ Ναυπλίου – Κορίνθου για μεταφορά εφοδίων με πληρωμή. Άρρωστος ο Κολοκοτρώνης στην Τριπολιτσά. Ζυμώσεις στρατιωτικές και πολιτικές και δραστηριότητα στην πολιορκία. Στον δρόμο του Αγίου Σώστη διέταξε ο Κολοκοτρώνης να κτίσουν 2-3 Πύργους, να εμποδίσουν μεταφορά τροφών από Κόρινθο. Τοποθετήθηκε εκεί ο Παπαρσένης με τους Κατωναχαγιώτες. Στο Παλιόχανο στον δρόμο του Δερβενακίου οι Αγιοπετρίτες με τον Ζαφειρόπουλο. Κοντά τους κατά τις Χρυσοκουμαριές Φαναρίτες με Τζαννέτο Χριστόπουλο. Εκεί μια παλιά εκκλησία και αποπάνω από το Μεσοκατάρραχο, στις Σπηλιές, Πάνος και Γενναίος Κολοκοτρώνης. Λεπτομερής περιγραφή Φωτάκου, απολαυστική.

Μέσα Σεπτεμβρίου. 

Ο Κολοκοτρώνης από τους Μύλους διηύθυνε δύο επιχειρήσεις, εναντίον Κορίνθου και Ναυπλίου, χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα και τις δυνάμεις που διέθετε. Έπρεπε να εμποδισθεί με κάθε τρόπο έξοδος από Κόρινθο προς Ναύπλιο. Μια ισχυρή έξοδος στις 28 Οκτωβρίου υποχρέωσαν οι Έλληνες να επιστρέψει. Αξιομνημόνευτη είναι νέα οργανωμένη μ’ ενίσχυση 8.000 δελήδων υπό τον Δελήμπαση, στις 27 Νοεμβρίου. Γράφει ο Φωτάκος: “Μετά το μεσημέρι εβγήκε το τουρκικόν στράτευμα με την καβαλαρίαν έως 12.000 Τούρκοι από την Κόρινθο και με έως χίλια φορτώματα τροφών και εστρατοπεύδευσεν εις το Χάνι της Κουρτέσας”.

Ο Κολοκοτρώνης διηύθυνε την επιχείρηση μετακινούμενος, ενώ τοποθέτησε τις υπόλοιπες δυνάμεις -Τσώκρη, Νικήτα, Χατζηχρίστο- στον Άγιο-Σώστη. Εγκατεστημένος ο εχθρός στην Κουρτέσα κτυπούσε με τα κανόνια του τους Πύργους των Ελλήνων στον Άγιο-Σώστη. Διεξήχθηκε μάχη πεισματώδης. Συνοψίζεται με ολίγα στοιχεία που δίδει ο αναλυτικός αφηγητής, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος.

“… έγινε πόλεμος καλός και εστείλαμεν πολλούς Τούρκους εις τον Άδην. Τους επήραμεν μπροστά, τους εκυνηγήσαμεν και τους ερρίξαμεν κατά την Κουρτέσαν, οπού είχεν έλθει το μεγάλο σώμα των Τούρκων και είχε βάλει τα κανόνια του… τούς επήραμεν μπροστά και τους ερρίξαμεν όλους εις τον Κάμπον της Κουρτέσας…”.

Υπάρχει όμως και μια σκιά στη νέα αυτή ελληνική νίκη. Από Κλένια πρός Άγιο-Βασίλη δεν υπάρχει κανένας δρόμος. Από Άγιο-Βασίλη – Άγιο-Σώστη υπάρχει ένα μονοπάτι με πολλή μεγάλη αξία. Με προσοχή μπορούσε να περάσει άνθρωπος. Αυτό το μονοπάτι έδωκ’ εντολή ο Κολοκοτρώνης στον Παπαρσένη και τον Νικήτα να το πιάσουν, αλλ’ αυτοί αμέλησαν. Μπήκανε ολίγοι Τούρκοι και όλη τη νύχτα έγιναν 150. Πήρανε τις πλάτες του στρατιωτικού σώματος. Φόνευσαν τον Παπαρσένη και μερικούς ακόμη. Ο Νικήτας παρ’ ολίγο να συλληφθεί ζωνταντός.

Νικημένοι οι Τούρκοι της Κορίνθου επέστρεψαν στον Ακροκόρινθο. Το σπουδαίο αυτό επεισόδιο ζωηρά περιγράφουν όλοι οι απομνημονευτές του Αγώνα, πολύ παραστατικά όμως το δίδει ο Φωτάκος.

Η τύχη του Ναυπλίου είχε κριθή. Στο γράμμα του Κολοκοτρώνη προς τούς Τούρκους υπήρξε ανταπόκριση, κατόπιν συσκέψεως, με συμμετοχή των φρουρών Παλαμηδίου. Ένας δύο Αρβανίτες ειδοποίησαν τον Στάικο για την ευκαιρία. Μεσάνυχτα 29ης προς 30η Νοεμβρίου ο Στάικος από το Παλαμήδι έρριχνε κανονιές. Εκεί ξημερώθηκε και ο Κολοκοτρώνης και ακολούθησαν οι άλλοι οπλαρχηγοί. Μετά σύντομη συνεννόηση, υπεγράφηκε συνθήκη παραδόσεως της πόλεως. Ακολούθησαν απογραφές περιουσιών. Σε τραγική κατάσταση 3.250 ψυχές επί 22 ημέρες παρέμειναν στο Ναύπλιο και στις 22 Δεκεμβρίου επεβιβάσθηκαν για τη Σμύρνη, σε άθλια κατάσταση, με πληρωμένο τον ναύλο σ’ Ελληνικά πλοία 120.000 γρόσια, πού εξοικονομήθηκαν από τα τουρκικά ασημικά.

Περριττεύει εντελώς να γίνει αναφορά σ’ όσα διεδραματίσθηκαν από 1-22 Δεκεμβρίου 1822 εντός του Ναυπλίου με το δράμα των ηττημένων και τις διαμάχες των νικητών.

Για τη σημασία της καταλήψεως του Παλαμηδίου, που θεωρείτο ως το ισχυρότερο φρούριο όλης της Ανατολής, και της απελευθερώσεως του Ναυπλίου, μεταφέρω απόσπασμα από έκθεση Γερμανού λογαχού φιλέλληνα αυτόπτη (την οφείλουμε σε παρουσίαση της παρισταμένης Γερμανο-ελληνίδας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη):

“Η είδησις της πτώσεως επροκάλεσε τεραστία σύγχυσι, γιατί εφοβήθησαν οι Τούρκοι ότι θα εγκρεμιζόταν ο θεμέλιος λίθος του κρατικού οικοδομήματος. Εμείς οι πολιορκηταί την ωραία εκείνη στιγμή αισθανόμεθα ως ανταμοιβή για τον κίνδυνο, που είχε υπερνικηθή… Απ’ αυτό το φρούριο απολαμβάναμε μία θέα, πιο ωραία από την οποία ματαίως ίσως θ’ αναζητούσε κανείς σ’ όλη την Ευρώπη… Εκτός από τον ωραίο κόλπο του Ναυπλίου, είχαμε εμπρός μας την μεγάλη, λαμπρά στεφανωμένη, πεδιάδα του Άργους…”.

Σήμερα αποθεώνουμε τους αγωνιστές προγόνους μας, που έδιωξαν τον κατακτητή από την πόλη και την παρέδωσαν ελεύθερη στους κατοίκους. Είχε ασφαλώς ανάγκη για κάθαρση, περιβάλλοντος και ηθική. Εκφράζουμε ευγνωμοσύνη προς τους ελευθερωτές. Αλλά μας στέλνουν κάποια μηνύματα.

Από την σύντομη έκθεση του όλου θέματος έχουν γίνει ήδη αντιληπτά τα μηνύματα. Αυτή η εορταστική ημέρα διαλαλεί ότι το ελεύθερο Έθνος των Ελλήνων έσπασε τα δεσμά της τυραννίας με την αυτοθυσία ηρωικών προγόνων, προς τους οποίους ομολογημένη και αδιαμφισβήτητη είναι η ευγνωμοσύνη μας. Ακριβώς η γενικότερη αναφορά στο Εικοσιένα επιτάσσει τον αδιάρρηκτο σύνδεσμο παντός του Έθνους με το παρελθόν, προς την πρότερη Ιστορία. Έθνη που δεν έχουν Ιστορία είναι καταδικασμένα σ’ αφανισμό.

Οι πρόγονοί μας πολεμώντας εναντίον πανίσχυρου εχθρού μεταξύ τους συχνά διχονοούσαν. Στα κενά του πολέμου διαστήματα πολεμούσαν μεταξύ τους. Έμαθαν όμως να διακόπτουν τον εμφύλιο πόλεμο και ν’ αντιμετωπίζουν τον εχθρό όλοι μαζί. Έμαθαν ακόμη να συνέρχονται, να συζητούν ειρηνικά, ν’ αποφασίζουν και να πειθαρχούν οι ολιγότεροι στην βούληση των πολλών. Τούτο μαρτυρεί ότι οι χθεσινοί υπόδουλοι αναγνώριζαν τις μεγάλες πολιτικές αξίες, της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και της ενώπιον κινδύνου ομοψυχίας.

Μεταξύ των άλλων παραγγελμάτων της σημερινής μεγάλης για το Ναύπλιο ημέρας υπάρχει ένα ακόμη ωραίο μήνυμα. Προς Ναυπλιείς μεν να αγαπούν και ν’ αναλίσκονται για το μεγαλείο του Ναυπλίου, προς ημάς τους άλλους να καμαρώνουμε το Ναύπλιο πάντοτε. Ο ομιλητής έχει πρόσθετο λόγον να υπερηφανεύεται για το Ναύπλιο. Παρακαλώ να μεταφερθούμε στην είσοδο του Στάικου στο Παλαμήδι, στη γαλανόλευκη που έστησε αυτός και οι άλλοι να κυματίζει στ’ οχυρό Κάστρο, αλλά και σε κάτι πού συνέβηκε πολύ συγκινητικό ένα περίπου χρόνο μετά την απελευθέρωση της πόλεως. Υπηρετούσε ως πολιτάρχης Ναυπλίου, γενικός αστυνόμος να πούμε, ο ηρωικός Νικηταράς. Με ημερομηνία 25 Νοεμβρίου 1823 απέστειλε ένα έγγραφο στο Υπ. Εξωτερικών. Ζητούσε να του παραχωρήσει: α) το Τζαμί, του Αγάπασα, να το κάμει Θέατρο· β) τη μεγάλη οικία απέναντι στο Τζαμί, για να γίνει Σχολείο· γ) ένα άλλο μεγάλο σπίτι κατά τα Πέντε Αδέλφια, για να το κάμει Νοσοκομείο.

Είναι προφανής η σημασία αυτής της ενέργειας. Δεν επιτρέπει ο χρόνος να σχολιασθεί το τρίπτυχο (τούτο έπραξα κατά την έκδοση του εγγράφου). Ενώπιον μας όμως έχουμε έναν γενναίο πολεμιστή του ’21, από τους πρωτεργάτες της απελευθερώσεως του Ναυπλίου. Ενδιαφέρεται για τρία στοιχεία του ελεύθερου βίου μέσα στην πόλη, που έμελλε να γίνει πρώτη πρωτεύουσα του κράτους. Την Υγεία, ύστερα από τη γενική μόλυνση του περιβάλλοντος από την πολιορκία. Την Παιδεία, που υπήρξε παλαιό αγαθό του Ναυπλίου από την εποχή των Ζυγομαλάδων και των Μαλαξών. Τη γενικότερη πνευματική και κοινωνική ανάπτυξη του Ναυπλίου με την προϋπόθεση λειτουργίας Θεάτρου. Είναι ιδιαιτέρως εντυπωσιακή η ενέργεια. Θυμίζει την αδελφή του γνωστού θεολόγου Θεόφιλου Καΐρη, Ευανθία, η οποία εμπνεόμενη από το μεγαλούργημα του Μεσολογγίου (στ’ Ανάπλι τότε είχαν καταφύγει τα λείψανα της φρουράς της ιστορικής πόλεως και έφθασε να φιλοξενεί η πόλη 30 χιλ. ψυχές), η Ευανθία Καϊρη στο Ναύπλιο έγραψε ένα θεατρικό έργο, ένα δράμα, με τον τίτλο “Νικήρατος”. Το αναφέρω, για να συνδεθεί με την ιδέα του Νικηταρά να ετοιμάσει αίθουσα λειτουργίας Θεάτρου. Με άλλα λόγια, ετίθετο πολύ νωρίς υποδομή για πνευματικό οικοδόμημα στην ελεύθερη πόλη, που έμελλε να καταστεί η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους.

Ναύπλιο, Ναύπλιο. Αθάνατο Ναύπλιο. Σε παραστέκουν απόψε τρεις μεγάλες στρατιωτικές μορφές. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Στάικος Σταϊκόπουλος ο Ζατουνίτης. Οι κύριοι συντελεστές της απελευθερώσεώς του από τον τουρκικό ζυγό.

Ζήτω το Θρυλικό Ναύπλιο!
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ