Ζωντανά 9 με 11 η εκπομπή "Μαζί"
με την Αλεξία Δρίτσα


Σάββατο, 16 Μαρτίου 2019

Λέων Σγουρός: Ηρωική και αμφιλεγόμενη μορφή

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 6:38:00 μ.μ. |
Λέων Σγουρός: Ηρωική και αμφιλεγόμενη μορφή
Μια από τις σημαντικότερες και πλέον αντιφατικές μορφές του ύστερου μεσαιωνικού ελληνισμού, ο Λέων Σγουρός, θα μας απασχολήσει στο σημερινό μας άρθρο.

Ο οίκος των Σγουρών- Είχε αλβανικές ρίζες ο Λέων;
Οι Σγουροί (Σγούροι) ή Σγουρόπουλοι και οι λίγο μεταγενέστεροι συγγενείς τους Σγουρομάλλαι/ Σγουρομαλλαίοι (Σγουρομάλληδες) υπήρξαν μία από τις πιο σημαντικές αρχοντικές οικογένειες της Πελοποννήσου με καταγωγή από την περιοχή του Ναυπλίου. Το επίθετο προέρχεται από τη σγουρή (κυματιστή) κώμη, τα σγουρά μαλλιά δηλαδή που είχε προφανώς κάποιος από τους γενάρχες των Σγουρών.

Ο Λέων Σγουρός καταγόταν από το Ναύπλιο. Πατέρας του ήταν ο Θεόδωρος Σγουρός, ένας από τους ευγενείς της πόλης και τους ισχυρότερους άνδρες της περιοχής.Ο Θεόδωρος Σγουρός κατόρθωσε το 1180 (ή κατ’ άλλους το 1189) να εξασφαλίσει από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου την προαγωγή της επισκοπής των πόλεων του Άργους και του Ναυπλίου, που ως τότε υπάγονταν στη μητρόπολη της Κορίνθου, σε μία και ενοποιημένη μητρόπολη. Σύντομα κατάφερε να επιβληθεί στους συνάρχοντές του με τη βία, ενώ επεξέτεινε τη δικαιοδοσία του και στην Αττική.

Γύρω στο 1197- 1198 ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος (1195- 1203) ανέθεσε στον Θεόδωρο Σγουρό το δύσκολο έργο της πάταξης της πειρατείας, που είχε γίνει μάστιγα των νησιών του Αιγαίου αλλά και των παραλίων της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας. Έτσι αρκετά από τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά υποχρεώθηκαν να συνεισφέρουν οικονομικά για τη δημιουργία στόλου στον Θεόδωρο Σγουρό, κάτι που τον ενίσχυσε οικονομικά, ταυτόχρονα όμως αύξησε την αντιπάθεια προς το πρόσωπό του.
Στο ‘’Υπομνηστικόν’’ που έστειλε το 1197- 1198 στον Αλέξιο Γ’ Άγγελο ο μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτης (γνωστός παλαιότερα εσφαλμένα ως Ακομινάτος) αναφέρει ότι οι περιοχές Αθήνας, Θήβας και Εύβοιας υποχρεώθηκαν να καταβάλουν νομίσματα ‘’υπέρ πλωίμων’’ (ένα είδος ναυτικού φόρου) ‘’τω Σγουρώ και τω πραίτορι’’.

Γύρω στο 1200 ο Θεόδωρος Σγουρός πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιος του Λέων ‘’ως άρχων και αυθέντης Αργολίδας’’. Η Φωτεινή Θ. Βλαχοπούλου στο βιβλίο της ‘’ΛΕΩΝ ΣΓΟΥΡΟΣ’’ γράφει ότι ο Λέων ‘’εκείνη την εποχή θα πρέπει να ήταν στην ακμή της ηλικίας του, δηλαδή μεταξύ των είκοσι πέντε και τριάντα χρόνων’’. Αν αυτό είναι ακριβές , τότε ο Λέων Σγουρός πρέπει να γεννήθηκε μεταξύ 1170 και 1175. Γενικότερα δεν υπάρχει κάποια αξιόπιστη πληροφορία για το έτος γέννησής του. Από τα μέσα του 19ου αιώνα έγινε μια προσπάθεια να συνδεθεί ο οίκος των Σγουρών με αλβανική καταγωγή- προέλευση.

Η θεωρία αυτή αναπτύχθηκε από τους λεγόμενους Αλβανιστές (Ελληνοαλβανούς) της Ιταλίας και την αντέκρουσε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά:

‘’Το όνομα Σγουρός οι Αλβανισταί της Ιταλίας θεωρούν αλβανικόν ταυτόν τω παρά Χαλκοκονδύλη αναφερόμενον Σκούρας (Σκυρός). Παρά τοις εν Σικελία Ελληνοαλβανοίς (θυμίζουμε ότι η ‘’Ιστορία του Ελληνικού Έθνους’’ του Κ. Παπαρρηγόπουλου γράφτηκε μεταξύ 1860- 1875) πολλαί οικογένειαι φέρουσι το όνομα Σκυρός, όπερ οι μεν θεωρούσι προερχόμενον εκ του μικρασιατικού Σκληρός, οι δε μεταποιούσι αυτό εις Ισχυρός. Ο εν τω Πανεπιστημίω Νεαπόλεως καθηγητής της επ’ εσχάτου χάριν πολιτικού σκοπού ιδρυθείσης έδρας της Αλβανικής Πέτρος Σκληρός (ή ως αξιοί αυτός, Σκυρός) ισχυρίζεται ότι το όνομα τούτο είναι αυτό τω παρά τω Χαλκονδύλη αναφερόμενον Σκούρας ή Σκύρος όπερ πάλιν θεωρεί τούτον το Σγουρός αλβανικόν, ούτως αποδίδων καταγωγήν τω Λέοντι Σγουρώ’’.

Εκείνο που συνέβηκε στην πραγματικότητα είναι ότι το επώνυμο Σγουρός (ή Σγούρος) παρεφθαρμένο και ως Σκούρος, Σκούρας και Σκυρός απαντά από τα τέλη του 13ου, αλλά κυρίως τον 14ο και τον 15ο αιώνα σε στενή σχέση με την ακμάζουσα στην Ήπειρο ελληνοαλβανική οικογένεια των Μπούα, αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο οίκος των Σγουρών είχε αλβανική καταγωγή.

Ο Μιχάλης Λαμπρυνίδης στο έργο του ‘’Η Ναυπλία’’ γράφει σχετικά:


‘’Ο Λέως Σγουρός δεν αφήκε κατιόντας κληρονόμους ούτε αδελφούς, φαίνεται όμως ότι έσχεν απωτέρους τινάς συγγενείς, οίτινες ακολούθησαν βραδύτερον μετά της χήρας του Σγουρού, τον κηδεστήν αυτών, τελευταίον άρχοντα του Ναυπλίου, Θεόδωρον Δούκα Κομνηνόν, εις Ήπειρον. Το όνομα του Σγουρού απαντάται μεταγενεστέρως μεταξύ των μελών της από των αρχών του ΙΔ’ αιώνος ακμασάσης εν Ηπείρω αρχοντικής οικογενείας των Μπούα Σπάτα’’.

Άλλωστε η παρουσία των Αλβανών στα βυζαντινά εδάφη κατά τον 12ο και 13ο αιώνα ήταν ανύπαρκτη ή ισχνή, οπότε οποιαδήποτε συσχέτιση του Λέοντα Σγουρού με την Αλβανία ή τους Αλβανούς είναι παντελώς αβάσιμη.

Στο βιβλίο του Peter Lock ‘’Οι Φράγκοι στο Αιγαίο’’ βρήκαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα αναφορά:

«Λιγότερο δραματική αλλά στην πραγματικότητα πολύ πιο σημαντική στις τελικές επιπλοκές της για την κοινωνία του νότιου άκρου της Βαλκανικής ήταν η διείσδυση αλβανικών φύλων στη Θεσσαλία και στην Ελλάδα, η οποία άρχισε λίγο νωρίτερα από το 1348. Η Βενετική αναφορά για μια αλβανική επιδρομή στον Πτελεό της νοτιοδυτικής Θεσσαλίας το 1350 είναι η πρώτη μαρτυρία για μια ομάδα που μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ως μαρτυρία περί εγκατάστασης αλβανικής εθνότητας στην Ελλάδα (πηγή :Thiriet, no 238, 14 March 1350). Οι Αλβανοί ήταν βοσκοί και αγρότες. Σύντομα όμως σταμάτησαν τις επιδρομές και δημιούργησαν νέες κοινότητες στην περιοχή».
Η επικράτηση του Λέοντα Σγουρού στη ΒΑ Πελοπόννησο- Η εκστρατεία του στην Αθήνα

Όταν ο Σγουρός διαδέχθηκε τον πατέρα του ως ‘’άρχων και αυθέντης Αργολίδος’’ χρησιμοποίησε αυτό το αξίωμα ως αφετηρία για τα επόμενα. Αφού παγίωσε την κυριαρχία του στο Ναύπλιο κατέλαβε το Άργος και συνέχισε να εισπράττει από τους Αθηναίους τον δυσβάσταχτο ναυτικό φόρο.

Κατά τη διάρκεια της Δ’ Σταυροφορίας και βλέποντας την κατάρρευση της δυναστείας των Αγγέλων στο Βυζάντιο θεώρησε ότι του δινόταν μεγάλη ευκαιρία να επιβληθεί σε Βυζαντινούς τοπάρχες και κυβερνήτες της ΒΑ Πελοποννήσου, που συνόρευαν με τα δικά του εδάφη. Την ίδια περίοδο η κεντρική εξουσία του Βυζαντίου αδυνατούσε να επιβάλει από την Κωνσταντινούπολη την εξουσία της σε διάφορους τοπικούς άρχοντες. Η ανικανότητα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων της περιόδου πριν την Δ’ Σταυροφορία και οι επιδρομές από Σελτζούκους Τούρκους, Νορμανδούς, Γερμανούς, σταυροφόρους, Σέρβους, Βούλγαρους κλπ. ήταν οι λόγοι αυτής της αδυναμίας.
Σταδιακά ο Σγουρός άρχισε να εμφανίζεται ως ανεξάρτητος τοπικός ηγεμόνας έχοντας στην κατοχή του πολεμοφόδια και πολιορκητικές μηχανές και θεωρώντας ότι δεν υπήρχε πλέον κεντρική εξουσία μπορούσε εύκολα να επεκτείνει την επικράτειά του.

Η πρόωρα χαμένη Βουλγάρα μεσαιωνολόγος Aneta Ilieva (1959- 1997) στο έργο της ‘’Frankish Morea, 1205- 1262’’ χαρακτηρίζει τον Σγουρό μεγαλογαιοκτήμονα που επέβαλε τη δύναμή του στην Αργοναυπλία και την Κορινθία μπαίνοντας παράλληλα στην αυτοκρατορική ιεραρχία μέσω ενός γάμου (όπως θα δούμε στη συνέχεια).

Έτσι μετά την κατάληψη του Άργους και της Κορίνθου, που σύμφωνα με τα γραπτά των Νικήτα Χωνιάτη και Εφραίμ θα πρέπει να είχε ολοκληρωθεί το 1202/1203, απαλλάχτηκε από τον αντίζηλό του, φιλόδοξο μητροπολίτη Κορίνθου Νικόλαο, ο οποίος θέλησε να εκμεταλλευθεί τον θάνατο του πατέρα του Λέοντα Θεόδωρου και να επαναφέρει την επισκοπή της Αργοναυπλίας στη δικαιοδοσία του. Ο Νικόλαος υποχρεώθηκε να παραδοθεί στον Σγουρό, ο οποίος τον κάλεσε σε δείπνο προσποιούμενος ότι είχε ξεχάσει την παλιά τους έχθρα. Τελικά ο Λέων τύφλωσε τον Νικόλαο και τον έριξε από τα βράχια της Ακροναυπλίας (και όχι του Ακροκορίνθου ή του Παλαμηδίου όπως εσφαλμένα έχει γραφτεί). Ο Μιχαήλ Χωνιάτης είναι σαφής ότι ‘’ο δε ιεράρχης Κορίνθου ουδ’ όπως ηφάντωται τοις πολλοίς ωμολόγηται, αλλ’ οι μεν φάσιν εκ των παρακρήμνων Ναυπλίου σκοπέλων ωσθέντα εις βυθόν ριφήναι θαλάσσιου, οι δε νευραίς τόξων απαγχονισθήναι ισχυρίζονται’’.

Αναφέρει δηλαδή και την εκδοχή να απαγχονίστηκε ο Νικόλαος με χορδή τόξου.

Την περίοδο (οι χρονολογίες δεν ταυτίζονται στις διάφορες πηγές) που ο Λέων καταλάμβανε το Άργος και την Κόρινθο στάλθηκε εναντίον του από τον Αλέξιο Γ’ Άγγελο στόλος από την Κων/πολη υπό τον μέγα δούκα (ναύαρχο) Μιχαήλ Στρυφνό, τον οποίο ο Σγουρός κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία.
Στη συνέχεια ο Λέων επιχείρησε να επεκτείνει τις κτήσεις του και πέρα από τον Ισθμό. Αυτό έγινε πιθανότατα μετά την άλωση της Κων/πολης από τους Λατίνους (Απρίλιος 1204). Επικεφαλής ισχυρού στρατού και στόλου, που συνόδευε τις χερσαίες επιχειρήσεις, πέρασε τον Ισθμό και λεηλάτησε περιοχές της Μεγαρίδας και της Αττικής, ενώ κατέλαβε τον Πειραιά. Στη συνέχεια προχώρησε σε στενή πολιορκία της Αθήνας αναμένοντας ότι η πόλη θα έπεφτε εύκολα στα χέρια του. Μάλιστα και ο ίδιος ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης σε ‘’προσφώνημά’’ του προς τον ‘’λογοθέτη’’ Βασίλειο Καματηρό είχε κάνει λόγο για την έλλειψη οχυρώσεων της Αθήνας.

Είχε προηγηθεί και άλλη επιδρομή του Σγουρού στη Μεγαρίδα και την Αττική, που ήταν αποτυχημένη. Αφορμή για τη δεύτερη εκστρατεία του Λέοντα στην Αττική ήταν η παράδοση ενός νεαρού Αθηναίου με τον οποίο είχε έχθρα από το παρελθόν και είχε βρει πλέον καταφύγιο στην Αθήνα…

Ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης ήρθε σε επαφή με τον Σγουρό και αρνήθηκε να του παραδώσει τον νεαρό Αθηναίο. Ο Λέων του ανακοίνωσε τότε ότι ήταν αποφασισμένος να κατακτήσει την Αθήνα και τη συνέχεια της γειτονικές περιοχές της Στερεάς Ελλάδας.

Ο μητροπολίτης Μιχαήλ μαζί με αρκετά μέρη του ποιμνίου του κλείστηκε στην Ακρόπολη και το ναό του Παρθενώνα (τότε ήταν χριστιανικός ναός, η Παναγία η Αθηνιώτισσα) προβάλλοντας σθεναρή αντίσταση. Ο Σγουρός αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία, αφού πρώτα πυρπόλησε τα σπίτια των Αθηναίων κυρίως όσα βρίσκονταν γύρω από την Ακρόπολη, έκλεψε τα υπάρχοντά τους αλλά και τα ζωντανά τους και πήρε μαζί του ως όμηρο έναν μικρανιψιό του Μιχαήλ Χωνιάτη. Ο νεαρός αυτός, είχε τραγικό τέλος, καθώς ο Σγουρός εξοργισμένος επειδή έσπασε ένα ποτήρι τον σκότωσε χτυπώντας τον στο κεφάλι με σιδερένιο λοστό(1208).

Ο Αμερικανός μελετητής της μεσαιωνικής Αθήνας Kenneth Setton πιστοποίησε τις μεγάλες καταστροφές που πραγματοποίησε ο στρατός του Σγουρού στην πόλη, όπου ορισμένα κτίρια πιθανότατα έμειναν ακατοίκητα.

Απόηχος της επιδρομής του Λέοντα στην Αττική είναι ένα χάραγμα (ακιδογράφημα) που εικονίζει ιππέα πολεμιστή στην εκκλησία της Παναγίας του Βαραμπά στην περιοχή του Μαρκόπουλου.

Ο Λέων Σγουρός σε Βοιωτία, Εύβοια και Στερεά Ελλάδα

Στη συνέχεια ο Σγουρός κατευθύνθηκε προς τη Θήβα, που ήταν στις αρχές του 13ου αιώνα πόλη με μεγαλύτερο πληθυσμό από την Αθήνα και ακμάζουσα οικονομία, καθώς αποτελούσε κέντρο παραγωγής και επεξεργασίας του μεταξιού. Μάλιστα ήταν και το διοικητικό κέντρο του Βυζαντινού Θέματος Ελλάδος. Η εμφάνιση των ιππέων του Σγουρού τρόμαξε τους Θηβαίους, οποίοι του παρέδωσαν την πόλη.

Ακολούθως ο Σγουρός κατέλαβε περιοχές της Φωκίδας και την Εύβοια, τον Εύριπο των βυζαντινών πηγών (ή το Negroponte των λατινικών). Ήταν πλέον φθινόπωρο του 1204. Επόμενος στόχος του Ναυπλιώτη άρχοντα ήταν η Θεσσαλία.

Πέρασε τις Θερμοπύλες και τις πλαγιές της Οίτης και έφτασε στη Λάρισα. Εκεί συνάντησε τον εξόριστο Βυζαντινό ηγεμόνα Αλέξιο Γ’ Άγγελο μαζί με τη γυναίκα του Ευφροσύνη Δούκαινα και την μικρότερη κόρη τους Ευδοκία Αγγελίνα, την οποία ο Σγουρός παντρεύτηκε. Επρόκειτο βέβαια καθαρά για ένα γάμο σκοπιμότητας. Η Ευδοκία Αγγελίνα είχε παντρευτεί άλλες δύο φορές. Πρώτα τον Σέρβο ηγεμόνα Στέφανο Β’ τον Πρωτόσεπτο, ο οποίος έπειτα τη χώρισε και στη συνέχεια τον Αλέξιο Ε’ Δούκα Μούρτζουφλο, τον τελευταίο Βυζαντινό αυτοκράτορα πριν την άλωση της Κων/πολης.
Στη Λάρισα ο Σγουρός τιμήθηκε με το σημαντικό οφίκιο (αξίωμα) του ‘’σεβαστοϋπερτάτου’’ από τον πεθερό του Αλέξιο Γ’ Άγγελο. Σώζεται μάλιστα μολυβδόβουλο στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, όπου εικονίζεται η μορφή του στρατηλάτη αγίου Θεοδώρου με χαραγμένη στην πίσω πλευρά τη φράση: ‘’Σεβαστουπέρτατον μάρτυς με σκέποις Λέοντα Σγουρόν εκ γένους κατηγμένον’’. Πάντως και γι’ αυτό το ζήτημα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, που πηγάζουν από μαρτυρία του Θεόδωρου Σκουταριώτη.

Ενώ όμως ο Λέων Σγουρός οραματιζόταν επέκταση της ηγεμονίας του σε Μακεδονία και Θράκη ο δυναμικός σταυροφόρος (από τους κύριους αρχηγούς της Δ’ Σταυροφορίας) και πρώτος βασιλιάς (από τον Σεπτέμβριο του 1204) του λατινικού βασιλείου της Θεσσαλονίκης, Βονιφάτιος Μομφερατικός, ξεκίνησε επικεφαλής ολιγάριθμων Λομβαρδών, Γερμανών, Φλαμανδών και Φράγκων (Γάλλων) ιπποτών να καταλάβει την Κεντρική και αργότερα τη Νότια Ελλάδα.

Η αντίστροφη μέτρηση για τον Σγουρό

Ο Σγουρός σκόπευε να καταλάβει τη Μακεδονία και τη Θράκη και, ίσως, τελικός του σκοπός ήταν η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης με τη βοήθεια του πεθερού του Αλέξιου Γ’ Άγγελου. Όμως η εμφάνιση του Βονιφάτιου είχε σαν αποτέλεσμα το «αναποδογύρισμα» (κατά τον Hoffmann) των σχεδίων αυτών. Ο Μομφερατικός, πέρασε αρχικά την κοιλάδα των Τεμπών.

Η βυζαντινή φρουρά που βρισκόταν εκεί δεν αντιστάθηκε καθόλου. Επίσης χωρίς αντίσταση, ο Λατίνος σταυροφόρος, κατέλαβε το Βελεστίνο, τα Φάρσαλα, το Δομοκό και την Λαμία. Ο Σγουρός που έφυγε εσπευσμένα από τη Λάρισα με την σύζυγό του Ευδοκία, εγκαταλείποντας τον Αλέξιο Γ’ και την Ευφροσύνη Δούκαινα κάπου στη Θεσσαλία, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Βονιφάτιο στις Θερμοπύλες, που πλέον, λόγω των προσχώσεων του Σπερχειού είχαν διαπλατυνθεί πολύ, σε σχέση με το στενό που γνωρίζουμε από την αρχαιότητα.

Όμως και από κει «… μηδέν δεν γενναίον τι δράσας όλως, εκείθεν εις Κόρινθον ώχετο τρέχων» (Εφραίμ). Ο Σοφία Δοανίδου, γράφει ότι ο Μομφερατικός ένιωσε έκπληξη όταν ο Σγουρός εγκατέλειψε «τη μοναδική για άμυνα γεωγραφική θέση των Θερμοπυλών». Ίσως κάποιες αψιμαχίες που είχαν με τους Λατίνους έξω από τη Λάρισα οι στρατιώτες του, έδειξαν το ανώφελο μιας πιθανής σύγκρουσης.

Ο Βονιφάτιος συνέλαβε τον ανυπεράσπιστο Αλέξιο Γ’ με τη σύζυγό του, αλλά τους επέτρεψε να εγκατασταθούν στον Αλμυρό της Θεσσαλίας και συνέχισε την προέλασή του προς τον νότο. Ο Σγουρός κλείστηκε στον Ακροκόρινθο (τέλη του 1204), όπου αμύνθηκε ηρωικά για τέσσερα χρόνια
Η άμυνα του Σγουρού στον Ακροκόρινθο – Το ηρωικό του τέλος

Οι τοπικοί ελληνικοί πληθυσμοί, δεν έδειξαν καμία διάθεση να βοηθήσουν τον Σγουρό, ίσως λόγω του ότι τον θεωρούσαν κατακτητή και φοροεισπράκτορα.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι στη Θήβα ο Μομφερατικός έγινε δεκτός ως απελευθερωτής…
Ο Βονιφάτιος κατέλαβε την Αθήνα και λατινική φρουρά εγκαταστάθηκε στην Ακρόπολη. Οι Λατίνοι κατέστρεψαν μεταξύ άλλων την πλούσια συλλογή βιβλίων και χειρογράφων του Μιχαήλ Χωνιάτη, τον οποίο εξόρισαν στην Κέα.

Στη συνέχεια, κατέλαβαν την Πάτρα, την Ανδραβίδα και την Κόρινθο. Σύντομα έγιναν κύριοι του Άργους και πολιόρκησαν το Νάυπλιο. Ο ασφυκτικός αποκλεισμός του Σγουρού ο οποίος είχε μαζί του «λίον λαόν όπου άρματα εβαστούσαν» (Χρονικόν του Μορέως, στίχος 1471), κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια (τέλη του 1204 έως το 1208).

Λίγο πριν τα μέσα του 1205, ο Βονιφάτιος έφυγε από την Πελοπόννησο και επέστρεψε στις κτήσεις του στη Βόρεια Ελλάδα. Ο Σγουρός επωφελήθηκε και επιχείρησε αιφνιδιαστική έξοδο, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους Λατίνους.

Τότε τραυματίστηκε κι ένας από τους αρχηγούς τους, ο Ιάκωβος ντ’ Αβέν. Οι Λατίνοι, κατασκεύασαν ένα «αντιφρούριο», το Πεντεσκούφι, όπου θα κατέφευγαν όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα γι’ αυτούς.

Ο Λέων, έλαβε μια αναπάντεχη βοήθεια από τον Λατίνο επίσκοπο Υπάτης (Νέων Πατρών), που πολέμησε μαζί του για περισσότερο από ένα χρόνο, σκοτώνοντας μάλιστα πολλούς φράγκους.

Την πολιορκία του Ακροκόρινθου, ανέλαβαν πλέον ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος, ο Γκιγιόμ ντε Σαμπλίτ και ο Όθων ντε λα Ρος. Ο Λέων, το 1208 απελπισμένος και μισοτρελαμένος από τη διαρκή απομόνωση, έπεσε, καβάλα στο άλογό του, από τα τείχη του απόκρημνου κάστρου (στο νοτιοανατολικό τμήμα του) σε βάραθρο, από ύψος 500 μέτρων, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί.

Αυτή η εκδοχή, υιοθετείται από τον William Miller, τον Peter Lock, τον Δημήτρη Γ. Κατσαφάνα και πολλούς άλλους.

Βασική πηγή γι’ αυτό, είναι μια έγγραφη αναφορά του μητροπολίτη Μονεμβασίας Κύριλλου, η οποία χρονολογείται στα μέσα του 15ου αιώνα:
«Ίνα γαρ μη δούλειον ήμαρ ίδη, αυτώ γε ίππω εαυτόν από τον Ακροκόρινθον κατέβαλεν, ως μηδ’ οστούν αυτώ σώον υπολελείφθαι».

Υπάρχουν όμως και άλλες απόψεις. Όσοι όμως τις υποστηρίζουν, δεν παραπέμπουν σε πρωτότυπες πηγές. Πρώτος ο Γάλλος Buchon (19ος αι.), που αναφέρει ότι ο Σγουρός εγκατέλειψε τον Ακροκόρινθο το 1205 και οχυρώθηκε στο Ναύπλιο. Σκοτώθηκε σε σύγκρουση με Λομβαρδούς ιππότες στα τέλη του 1208- αρχές 1209. Ο Μ. Κορδώσης, υποστηρίζει ότι ο Σγουρός πέθανε από φυσικό θάνατο ή σκοτώθηκε σε κάποια συμπλοκή στο Ναύπλιο το 1209.
Άλλοι ιστορικοί, τοποθετούν τον θάνατο του Λέοντα, το 1210…

Μια τελική εκτίμηση για τον Λέοντα Σγουρό

Η Φωτεινή Θ. Βλαχοπούλου, γράφει:

«Θα μπορούσαμε ίσως, να πούμε ότι με το θάνατό του ο Λέων Σγουρός κατέστησε τον εαυτό του το σημαντικότερο ήρωα του αναδυόμενου και ονειροπόλου Νέον Ελληνισμού».

Ο αείμνηστος Βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός Δ. Ζακυθηνός, τον χαρακτηρίζει «αμύντορα της ελληνικής ανεξαρτησίας» Αντίθετα, οι βυζαντινές πηγές, τον χαρακτηρίζουν «τύραννο» και «θηριώνυμον».

«Τύραννος πόλεων», κατά τον Hoffmann, «σκληρός δυνάστης, «αδίστακτος» και αδίστακτη κυριαρχική φύση» σύμφωνα με άλλους.

Εμείς, αν έχει κάποια αξία η άποψή μας, συμφωνούμε με τον Αλέξη Σαββίδη («χιμαιρική μορφή του μεσαιωνικού Ελληνισμού») και τη Σοφία Δοανίδου («φιλόδοξος και εμπειροπόλεμος»).

Να προσθέσουμε, ότι το 1205, στον ελαιώνα του Κούνδουρου (ή Κουντουρά), κάπου στη Μεσσηνία, μερικές εκατοντάδες Λατίνοι ιππότες κατατρόπωσαν ένα πολύ μεγαλύτερο, αριθμητικά, ελληνικό στρατό, θέτοντας τις βάσεις (ακολούθησε η Συνθήκη της Σαπιέντζας στην οποία έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο), για την επικράτηση των Φράγκων στο Μοριά…

Πηγές: Φωτεινή Θ. Βλαχοπούλου, «ΛΕΩΝ ΣΓΟΥΡΟΣ», εκδόσεις ΗΡΟΔΟΤΟΣ 2002 (Βασική πηγή μας για το άρθρο)
WILLIAM MILLER, «Η ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1204-1566», εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 1990
Δημήτρης Γ. Κατσαφάνας «ΤΟ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ», εκδόσεις ΙΔΙΟΜΟΡΦή, ΣΠΑΡΤΗ 2003
PETER LOCK, «ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ 1204-1500», εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ 1998
«ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ», εκδόσεις ΕΚΑΤΗ.

Μιχάλης Στούκας
Πηγή: thema.gr
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ