Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

Αφιέρωμα: "Νέο Βυζάντιο. Μια προσφυγική γειτονιά στο Ναύπλιο"

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 1:29:00 μ.μ. | |
Αφιέρωμα: "Νέο Βυζάντιο. Μια προσφυγική γειτονιά στο Ναύπλιο"
Η άφιξη των προσφύγων στο Ναύπλιο

Η Αργολίδα υπήρξε τόπος εγκατάστασης αρκετών προσφύγων. Πιο συγκεκριμένα, πρόσφυγες δέχτηκε το Άργος (περιοχή Νέου Κόσμου), ο μυχός του Αργολικού κόλπου στις εκβολές του ποταμού Ερασίνου, όπου ιδρύθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός της Νέας Κίου, και το Ναύπλιο.


Η έλευση των προσφύγων στο Ναύπλιο έλαβε χώρα σε διάφορες χρονικές περιόδους. Αμέσως μετά την κατάρρρευση του Μικρασιατικού μετώπου, το φθινόπωρο του 1922, ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες. Έπειτα, το Δεκέμβριο του 1923 ήλθαν οι «ανταλλάξιμοι» με ναυλωμένα καράβια και σε κάπως καλύτερες συνθήκες από τους πρώτους.

Τα επόμενα χρόνια έφτασαν στο Ναύπλιο και άλλοι πρόσφυγες, οι οποίοι προηγουμένως είχαν εγκατασταθεί προσωρινά σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

Κατά την απογραφή της αρμόδιας Κρατικής Επιτροπής, στο Ναύπλιο έφτασαν συνολικά 900 πρόσφυγες. Ο αριθμός αυτός σε συνδυασμό με τη μικρή σε μέγεθος πόλη του Ναυπλίου (6000 κάτοικοι) ήταν μεγάλος και για αυτό το λόγο η αποκατάσταση των προσφύγων παρουσίασε αρκετές δυσκολίες.

Στην αρχή οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν προσωρινά στο Νοσοκομείο και τους παλιούς Στρατώνες στην Ακροναυπλία, στην παλαιά Αστυνομία, στο κτίριο της Γαλλικής Σχολής (μετέπειτα εργοστάσιο Παγοποιείας των αδελφών Κόκκινου), στο Πολύγωνο, αλλά και σε ακατοίκητα σπίτια.

Παράλληλα, το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας και η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) φρόντιζαν για την εξεύρεση κατάλληλου χώρου για την ανέγερση των προσφυγικών κατοικιών που θα έδινε λύση στο πρόβλημα της μόνιμης στέγασης των προσφύγων.
Κτηματολογικό διάγραμμα Αστικού Συνοικισμού Ε.Α.Π. (Υπουργείο Κοινωνκής Πρόνοιας).

Η ανέγερση των προσφυγικών κατοικιών

Η περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες περικλείεται από τις οδούς Ασκληπιού – Αγαπητού – Άργους – Παλαιολόγου – Λάμπρου – Χαρμαντά - Τσιλικανίδου, στα βορειοανατολικά όρια του παλαιότερου οικισμού του Ναυπλίου. Η περιοχή ονομαζόταν στα τουρκικά «Κιουλ Τεπέ», που σημαίνει ωραίος τόπος, ενώ αργότερα πήρε το όνομα «Ταμπάκικα», επειδή στο χώρο γινόταν κατεργασία δερμάτων.

Επρόκειτο για ένα τεράστιο περιβόλι 50 περίπου στρεμμάτων με ελιές, αμπέλια, ροδιές, συκιές, στάρι, βαμβάκι και κηπευτικά. Το νερό ήταν άφθονο. Όπως μας είπε η κα Λάμπρου, στο Συνοικισμό υπήρχαν πέντε πηγάδια που έβγαζαν πολύ νερό.

Αυτό το κτήμα ανήκε στο μεγαλύτερο μέρος του στην Άννα χήρα Ιατρού και εκεί επιλέχτηκε να χτιστεί ο προσφυγικός συνοικισμός. Οι απαλλοτριώσεις ολοκληρώθηκαν το 1939, όμως τα εγκαίνια θεμελίωσης των πρώτων προσφυγικών είχε γίνει δέκα χρόνια νωρίτερα, στις 3 Απριλίου 1929.
Πρόσκληση του προέδρου Ενώσεως Προσφύγων για τα εγκαίνια του Συνοικισμού.


Σε πρώτο στάδιο έγινε το κτίσιμο μερικών μόνο σπιτιών, ενώ η ανοικοδόμηση θα ολοκληρωθεί την επόμενη δεκαετία λόγω των οικονομικών δυσχερειών του ελληνικού κράτους.
Κατεδαφίσεις οικημάτων στην οδό Ασκληπιού για την ανέγερση των προσφυγικών κατοικιών (1929).

Μετά το κτίσιμο των 14 συνολικά οικοδομικών τετραγώνων ακολούθησε η διαδικασία της κλήρωσης και της εγκατάστασης των δικαιούχων προσφύγων. Ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειας δόθηκαν σπίτια με ένα ή δύο δωμάτια. Τα σπίτια χρεώθηκαν ως δάνεια και τα προσωρινά παραχωρητήρια που δόθηκαν μετατρέπονταν σε οριστικούς τίτλους ιδιοκτησίας μετά την εξόφλησή τους από τους πρόσφυγες. Ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της κάθε οικογένειας οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα περάσουν στα χέρια τους τις επόμενες δεκαετίες.
Η οικογένεια Παπαδόπουλου στην αυλή του προσφυγικού σπιτιού στην οδό Βυζαντίου (1948).


Εκτός από τις κατοικίες στον αρχικό σχεδιασμό είχε προβλεφθεί και η ανέγερση Δημοτικού Σχολείου και Εκκλησίας. Η κα Μπουγιούκου επισημαίνει πως οι πρόσφυγες του Συνοικισμού έφτιαξαν την εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με τα ίδια τους τα χέρια (1950-1961). Η εκκλησία θα χρησιμοποιηθεί και ως σχολείο μέχρι την ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του Δημοτικού Σχολείου του Συνοικισμού.

Συνέντευξη από τη Μικρασιάτισσα κα Κυριακή Αραμπατζή, το γένος Αχιλλέα Αριτζή, γεννημένη στα Θήρα Αϊδινίου.

Παρακολουθούμε την προσωπική ιστορία της οικογένειάς της. Η αφήγηση είναι συγκινητική και η κυρία Αραμπατζή, πολύ φορτισμένη από τη θύμιση των γεγονότων, μας διηγείται πώς οι Μικρασιάτες Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις ζωές και τις περιουσίες τους, προκειμένου να σώσουν τις ζωές τους, σ’ ένα ταξίδι προς την Ελλάδα γεμάτο δυσκολίες και κακουχίες.

Θυμάται τη θεία της, Βασώ, να μασάει κουκουνάρια, τα οποία κουβαλούσε μαζί της, για να ταΐζει την ίδια και τα υπόλοιπα παιδιά που δεν μπορούσαν να τα μασήσουν.

Επίσης, συγκλονιστική είναι η αφήγηση για το πώς κατάφεραν κάποια από τα συγγενικά της πρόσωπα να σώσουν τη ζωή ενός αγοριού, το οποίο θα σκότωναν οι Τούρκοι. Του φόρεσαν τα ρούχα μιας αδύνατης γιαγιάς και το μεταμφίεσαν σε γριούλα για να μπορέσουν να το φυγαδεύσουν.

Τα πλοία, φορτωμένα με πρόσφυγες, ξεκινούσαν βιαστικά από τα μικρασιατικά λιμάνια και έφταναν στα λιμάνια της Μυτιλήνης, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά. Όταν κατάφεραν να φτάσουν σε κάποιο τόπο, οι πρόσφυγες προσπάθησαν να εγκατασταθούν οπουδήποτε ήταν δυνατό. Ο ένας βοηθούσε και στήριζε όπως μπορούσε τον άλλο για να επιβιώσουν μέσα στις κακουχίες.

Η οικογένεια της κας Αραμπατζή έφτασε στον Πειραιά, χωρίς τον πατέρα της, Αχιλλέα που βρισκόταν ακόμα στη Μικρά Ασία. Ήταν στρατιώτης και δεν ήξεραν, αν ήταν ζωντανός. Κάποιοι από τους συγγενείς της εγκαταστάθηκαν στο Βύρωνα. Εκεί έμεινε και η κυρία Αραμπατζή για ένα διάστημα. Στο μεταξύ ο πατέρας της είχε καταφέρει να επιστρέψει κρυφά στην Ελλάδα και είχε φτάσει στο Ναύπλιο. Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να βρει την υπόλοιπη οικογένειά του και να τους φέρει στο Ναύπλιο, όπου είχε βρει δουλειά σερβιτόρου στο σταθμό. Η περιγραφή της ένωσης ολόκληρης της οικογένειας από την κυρία Αραμπατζή είναι πολύ συγκινητική, ενώ βλέπουμε και την ίδια να δακρύζει, όταν τη θυμάται.

Έτσι η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου ο κόσμος καλοδέχτηκε τους πρόσφυγες, διότι όπως λέει η γιαγιά, οι ντόπιοι κατάλαβαν αμέσως πως ήταν «νοικοκυραίοι». Όμως, οι δυσκολίες συνεχίστηκαν. Οι πρόσφυγες έβρισκαν δουλειά όπου μπορούσαν, για να νοικιάσουν ένα σπίτι και να ζήσουν. Αργότερα, ο Βενιζέλος τους μοίρασε οικόπεδα με μικρά χαμηλά προσφυγικά σπίτια και δουλεύοντας σκληρά άρχισαν σιγά σιγά να ορθοποδούν. Όπως μας λέει η κα Αραμπατζή άλλοι δούλευαν σαν εργάτες ή υπάλληλοι και άλλοι άρχισαν να ασχολούνται με το εμπόριο και να στήνουν μικρές επιχειρήσεις προσπαθώντας να ξαναβρούν την προηγούμενη, άνετη ζωή τους. Οι γυναίκες προσπαθούσαν και αυτές να βοηθήσουν την οικογένεια, όπως μπορούσαν. Η μητέρα της κας Αραμπατζή βρήκε δουλειά σαν νεωκόρος σε μια εκκλησία στο Ανιφί, η θεία της έραβε φουστάνια για τις πλούσιες κυρίες της πόλης και εκείνη την ακολουθούσε σα βοηθός. Τότε έμαθε την πρώτη της δουλειά, αφού πήγε για λίγα μόνο χρόνια στο σχολείο

Συνέντεξη με την κα Αικατερίνη Λάμπρου, το γένος Αχιλλέα Αριτζή, από τα Θήρα Αϊδινίου.


Μας φιλοξένησε στο σπίτι της προκειμένου να μας μιλήσει για τον ερχομό της οικογένειάς της στο Ναύπλιο και τις νέες συνθήκες ζωής που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τότε.

Αρχικά, η γερόντισσα μας περιέγραψε το πώς έφυγε η οικογένεια και οι υπόλοιποι συγγενείς της από τα Θήρα με το άκουσμα του νέου της πυρπόλησης της Σμύρνης. Μας εξιστορεί την άνιση μάχη του ελληνικού στρατού με τον πολυάριθμο τουρκικό καθώς επίσης ότι μάταια ο στρατός μας ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση μια μικρή ανάπαυλα προκειμένου να ξεκουραστεί για συνεχίσει την αντίσταση στην Τουρκική απειλή. Ο πατέρας της, στρατιώτης του Ελληνικού στρατού, ισχυριζόταν πως ήταν δυνατή η νίκη των Ελλήνων. Αναφέρει τις αφηγήσεις της οικογένειάς της για την τραγωδία των ανθρώπων που προσπαθούσαν απεγνωσμένα να μπουν σε κάποιο καράβι για να φύγουν από τη φλεγόμενη Σμύρνη, ενώ πολλοί από αυτούς, επειδή δε χωρούσαν, έπεφταν στη θάλασσα.

Η οικογένειά της πρώτα πήγε στη Μυτιλήνη, στη συνέχεια στη Χίο και μετά στον Πειραιά, από όπου τους μετέφεραν στο Ναύπλιο. Μετά από κάποιο διάστημα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Συνοικισμού που τότε ήταν ένα κτήμα το οποίο ανήκε στην κυρία Ιατρού. Στην ίδια ανήκε και το Γυμνάσιο της πόλης. Στο Συνοικισμό λοιπόν υπήρχαν πέντε πηγάδια τα οποία χρησιμοποιούσαν οι Ναυπλιώτες για άρδευση των καλλιεργειών τους. Μετά τη δωρεά του κτήματος που έκανε η κυρία Ιατρού στο ελληνικό κράτος, εκείνο εκμεταλλεύτηκε το οικόπεδο προκειμένου να χτιστούν σπίτια για τους νεοφερμένους πρόσφυγες με χρέωση ύψους 80.000 δραχμών.
Τα πρώτα σπίτια του Συνοικισμού (από το προεκλογικό πρόγραμμα του Δημάρχου Κόκκινου, 1929-1934).

Το χτίσιμο των σπιτιών ολοκληρώθηκε το 1930 οπότε και μπήκαν όλοι οι πρόσφυγες στις κατοικίες τους. Το 1935 ιδρύθηκαν οι τελευταίοι δύο οικισμοί , το Κουφάκι και ο «ρύλος» (δεν ακούγεται καθαρά!) Μέχρι τότε οι πρόσφυγες έμεναν σε ενοίκιο κι έπειτα αναγκάστηκαν να πάρουν δάνειο προκειμένου να πάρουν ένα σπίτι στην περιοχή. Η ίδια θυμάται πως η δική της οικογένεια κατάφερε να εξοφλήσει το δάνειο το 1940. Οι δουλειές στις οποίες απασχολήθηκαν οι πρόσφυγες ήταν ως επί το πλείστον οικοδομικές ενώ κάποιοι άλλοι δημιούργησαν δικές τους δουλειές, όπως μανάβικο, τσαγκαράδικο, φωτογραφείο κ.α.

Σε ό,τι έχει να κάνει με την αντιμετώπιση που δέχθηκαν οι πρόσφυγες από τους ντόπιους η κυρία Λάμπρου θυμάται πως τον καιρό που πήγε η ίδια στο σχολείο, το 1937, στο Ναύπλιο οι δάσκαλοι τους αντιμετώπισαν «σαν τους τελευταίους του κόσμου». Τους έστελναν στην παραλία, όπου είχαν δημιουργήσει λουτρά ειδικά για τους πρόσφυγες. Επίσης, υπήρχαν συσσίτια γι’ αυτούς. Η γερόντισσα βέβαια εξομολογείται πω ς ο πατέρας της επειδή ήταν εύπορος δε δέχθηκε για το παιδί του τίποτε από τα δύο. Μάλιστα, αναφέρει πως η δασκάλα της δεν πλησίαζε τα προσφυγόπουλα να ελέγξει αν είναι καθαρά σύμφωνα με τον καθιερωμένο έλεγχο, αλλά τα χτυπούσε αναίτια ακόμη κι αν ήταν καθαρά. Αντίθετα, τα παιδιά των ντόπιων τύχαιναν εμφανώς καλύτερης μεταχείρισης, αφού η δασκάλα τα χάιδευε και τους γλυκομιλούσε. Αίσθηση προκαλεί η επίσκεψη του πατέρα της κυρίας Λάμπρου στον επιθεωρητή προκειμένου να εκφράσει τα παράπονά του σχετικά με αυτή την διαφοροποίηση στη μεταχείριση. Γενικά μιλώντας πάντως ο πατέρας της γερόντισσας είχε αναπτύξει κοινωνικές σχέσεις με ντόπιους χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

Στην ερώτηση μας αν υπήρχαν πρόσφυγες Τουρκόφωνοι στο Ναύπλιο, η κυρία Λάμπρου μας απαντά πως υπήρχαν αρκετοί και ότι μάλιστα ήταν αποκλειστικά Τουρκόφωνοι, αφού μέχρι το τέλος της ζωής τους δε μίλησαν ελληνικά. Οι σχέσεις τους με αυτούς ήταν σε γενικές γραμμές ειρηνικές. Επίσης, γάμοι συνάπτονταν συχνά ανάμεσα σε πρόσφυγες και ντόπιες Ναυπλιώτισσες.

Σε ό,τι αφορά τις σπουδές των παιδιών των προσφύγων η γερόντισσα επισημαίνει πως ελάχιστοι πρόσφυγες κατάφεραν να μορφώσουν τα παιδιά τους λόγω οικονομικής δυσχέρειας. Εντύπωση μας προκάλεσε η αγάπη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας για τη μόρφωση: ο πατέρας της Αχιλλέας και η θεία της Άννα είχαν τελειώσει το σχολαρχείο στα Θήρα, ενώ μια θεία της γερόντισσας εργαζόταν ως δικηγόρος εκείνη την εποχή.

Τέλος, θα θέλαμε να τονίσουμε πως η κυρία Λάμπρου καθ’ όλη τη διάρκεια της συνομιλίας μας ήταν συγκινημένη αφού της ξύπνησαν μνήμες ενός δύσκολου παρελθόντος. Εμείς απ’ την πλευρά μας αποκομίσαμε μέσα από την κατάθεση της μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία αλλά και γνώση αυτού του σημαντικού κεφαλαίου της ιστορία μας.

Η κα Αικατερίνη Λάμπρου είναι αδελφή της Κυριακής Αραμπατζή

Αναμνήσεις του Γεωργίου Σταυρίδη του Κωνσταντίνου από τη Σμύρνη.
Γεώργιος Σταυρίδης.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του πατέρα μου, Κωνσταντίνο Γεωργίου Σταυρίδη, ο παππούς μου Γεώργιος Σταυρίδης, γεννημένος στο Ναύπλιο, έφυγε για σπουδές στην Ιατρική, στο πανεπιστήμιο Montpellier της Γαλλίας και επέστρεψε ως γιατρός στην Ελλάδα γύρω στο 1900.
Ελπίδα Σταυρίδη, το γένος Χατζησταύρου.

Τότε η Ιωνία ήταν μια εύρωστη οικονομικά περιοχή όπου ανθούσε το εμπόριο και η γεωργία και είχε αρκετά εύφορα εδάφη. Εκεί λοιπόν αποφάσισε να μεταβεί και να αρχίσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία σαν γιατρός – μαιευτήρας. Άρχισε να εργάζεται σαν νέος γιατρός στα νοσοκομεία της Σμύρνης. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τη γιαγιά μου Ελπίδα Χατζησταύρου και εγκαταστάθηκαν στο Μπουρνόβα, ένα προάστιο της Σμύρνης. Απέκτησαν τρεις γιους: τον Ιωάννη, τον Κωνσταντίνο και τον Δημήτρη.
Προάστιο Βουρνόβα, Σμύρνη.

Ο πατέρας μου, Κωνσταντίνος, θυμάται τη μεγάλη έπαυλη όπου έμεναν με την υπηρέτρια – ψυχοκόρη, με τη Γαλλίδα «νταντά» που τους μάθαινε τα Γαλλικά, με την μεγάλη άμαξα στην αυλή που μετέφερε τον πατέρα του στους ασθενείς, με τις κότες, πάπιες, χήνες κ.ά. που του άρεσε να ταΐζει.

Στο Μπουρνόβα η οικογένεια Σταυρίδη έζησε τους Βαλκανικούς πολέμους κα τη Μικρασιατική εκαστρατεία του Ελληνικού στρατού, μέχρι τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922 όπου κατέρρευσε το Μικρασιατικό μέτωπο.

Λίγες μέρες πριν την καταστροφή της Σμύρνης, ο παππούς, προαισθανόμενος ίσως το τι έμελλε να συμβεί, κατάφερε κι έβαλε, έναντι αδράς αμοιβής, σε ένα εμπορικό πλοίο την γιαγιά Ελπίδα με τα δυο της παιδιά – τον πατέρα μου Κωνσταντίνο και τον μικρότερο αδελφό του Δημήτρη – και την «ψυχοκόρη» με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο παιδί, ο Ιωάννης, ήταν ήδη φοιτητής στη Γαλλία κι έτσι δεν γνώρισε αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα της φυγής. Ο πατέρας μου Κωνσταντίνος ήταν τότε 14 ετών και ο θείος ο Δημήτρης 11.

Εκεί, στην αποβάθρα της Σμύρνης – λίγο πριν μπουν στο εμπορικό πλοίο – ήταν και η τελευταία φορά που είδαν τον παππού μου.

- Πηγαίνετε εσείς κι εγώ θα έρθω μετά... ,τους είπε.

... Όμως, ο παππούς μαζί με τον Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο και με άλλους προκρίτους, είχαν συγκροτήσει μια ομάδα που οργάνωνε την περίθαλψη όσων έφταναν στη Σμύρνη από την επαρχία διωκόμενοι από τους Τούρκους και φρόντιζαν για την προώθησή τους στην Ελλάδα.

Όταν όμως οι Τούρκοι στρατιώτες οι λεγόμενοι «τσέτες» άρχισαν το διωγμό μέσα στην πόλη και συνέλαβαν τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, μέσα στην ομάδα των συλληφθέντων ήταν και ο παππούς μου... κι από τότε χάθηκαν τα ίχνη του. Μάταια τον αναζητούσαν ηγιαγιά, ο πατέρας μου κι ο θείος μου, ψάχνοντας μέσα στα πλήθη των ταλαιπωρημένων προσφύγων που έφθαναν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και ρωτώντας τους αν τον είχαν δει πουθενά. Μετά από λίγο καιρό όμως έμαθαν τα δυσάρεστα νέα ... για τη σφαγή που ακολούθησε στη Σμύρνη ... για το τραγικό τέλος του Μητροπολίτη και των πιστών συνεργατών του ..., από έναν πρώτο ξάδελφο της γιαγιάς που έφθασε και αυτός κυνηγημένος...

Έτσι, από τους προσφυγικούς καταυλισμούς της Θεσσαλονίκης, η γιαγιά με τα δύο παιδιά, έρχεται κι εγκαθίσταται στο Ναύπλιο, τόπο καταγωγής του παππού. Οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες. Δεν ήταν μόνο η στέγαση αλλά και το πρόβλημα της διατροφής. Τα δυο παιδιά ήταν πολύ μικρά για να εργαστούν. Κάποιοι μακρινοί συγγενείς τους περιέλθαπαν μέχρι που ο πατέρας μου έγινες 16 ετών και πήγε στην Αθήνα κι εργάστηκε σαν φαρμακοϋπάλληλος.

Όταν ήρθε η ώρα να καταταγεί στο στρατό, εισήλθε στη Χωροφυλακή ώστε παράλληλα με τη θητεία του να έχει κάποιο μισθό για να μπορεί να συντηρεί τους δικούς του.

Αργότερα, περίπου το 1932, το κράτος τους παραχώρησε ένα προσφυγικό σπιτάκι στη συνοικία του Ν. Βυζαντίου.

Ο πατέρας προσελήφθη σαν μόνιμος υπάλληλος του Δήμου, στη θέση του γραμματέα του Λιμενικού Ταμείου.

Το προσφυγικό σπίτι έδωσε τη θέση του σε άλλο, καλύτερο, ο πατέρας μου έφτιαξε τη δική του οικογένεια ... αφήνοντας σαν ιερή παρακαταθήκη στα παιδιά και τα εγγόνια του τις μνήμες από τις αξέχαστες πατρίδες και την αγάπη τους γι’ αυτές.

Συνέντευξη με την κα Ευτέρπη Βαλασιάδου του Παναγιώτη από την Κωνσταντινούπολη
H οικογένεια Βαλασιάδου αμέσως μετά την άφιξη στην Ελλάδα


Η κα Βαλασιάδου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Συνοικισμό του Ναυπλίου. Μας αφηγείται το ταξίδι των γονιών της από τη Μικρά Ασία μέχρι το Ναύπλιο όπως της το έχουν διηγηθεί οι γονείς και οι υπόλοιποι συγγενείς της.

Ο πατέρας της, Παναγιώτης Βαλασιάδης, ζούσε και εργαζόταν στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης. Εκεί ήταν ιδιοκτήτης καλφάδικου με αρκετούς υπαλλήλους. Η οικογένειά του ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση και ήθελε για τον ίδιο να σπουδάσει στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Ο ίδιος όμως προτίμησε να παραμείνει στο καλφάδικο.

Η μητέρα της, Αγαθή Κανακάρη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βαθύ, τόπο παραθερισμού της οικογένειας του πατέρα. Ο παππούς της κυρίας Βαλασιάδου ήταν ιδιοκτήτης καϊκιού, το οποίο θα γίνει το μέσο μεταφοράς της οικογένειας στην Ελλάδα.

Σε αυτό το καΐκι θα μπουν τα μέλη τριών οικογενειών από την πλευρά της μητέρας της κυρίας Βαλασιάδου. Ο τέταρτος αδελφός, ο Γιώργος, στρατιώτης του ελληνικού στρατού, θα μείνει πίσω και τα ίχνη του θα χαθούν για πάντα. Οι συνθήκες που έφυγε η οικογένεια ήταν αρκετά καλύτερες σε σχέση με αυτές που έζησαν άλλες. Κατάφεραν να μεταφέρουν είδη ρουχισμού, αλλά κυριώς χρήματα που θα τους επιτρέψουν να αντιμετωπίσουν πιο εύκολα τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς.

Ο πρώτος σταθμός τους στην Ελλάδα ήταν η Θεσσαλονίκη. Εκεί κατά την κυρία Βαλασιάδου οι αγρότες πρόσφυγες δήλωσαν πως επιθυμούσαν να πάνε στην επαρχία, ενώ αυτοί που δεν είχαν σχέση με αγροτικά επαγγέλματα ζητούσαν να πάνε σε πόλη. Μέλημά τους ωστόσο ήταν να παραμείνοι οι συγγενείας μαζί. Το άγνωστο τους φόβιζε. Έτσι, κάποιοι συγγενείς της θα καταλήξουν στην Καστοριά όπου θα τους δοθεί αγροτικός κλήρος, ενώ η οικογένειά της, αλλά και άλλοι συγγενείας θα φτάσουν στο Ναύπλιο.

Εκεί, οι πρώτοι πρόσφυγες θα εγκατασταθούν στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Ενδεκάτη, στο κτίριο της Γαλλικής Σχολής (μετέπειτα Παγοποιείο Κόκκινου). Ο πατέρας της λόγω καλής οικονομικής κατάστασης έφερε την οικογένειά του στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα στην παλιά πόλη, όπου και νοίκιασε σπίτι μέχρι να κατασκευαστούν τα προσφυγικά του Συνοικισμού γύρω στα 1930. Υπήρξε μάλιστα ενεργό μέλος της Ένωσης Προσφύγων μαζί με τον Αλεξιάδη.
Η οικογένεια Βαλασιάδου έξω από το πρσφυγικό σπίτι στην οδό Άργους (1932).


Η καλή κατάσταση της οικογένειας συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, καθώς ο πάτερας άνοιξε και πάλι το τσαγκάρικο. Τα πρώτα χρόνια το μαγαζί λειτούργησε σε μια παράγκα στην πλατεία Δικαστικού Μεγάρου.
Μαγαζιά προσφύγων σε παράγκες στην πλατεία των Δικαστηρίων.

Αυτές οι ξύλινες παράγκες υπήρξαν τα πρώτα προσφυγικά μαγαζιά (ραφτάδικα, εμπορικά, φωτογραφείο κά.).

Η ζωή της οικογένειας παρά την προσφυγιά υπήρξε αρκετά καλή μέχρι που ξέσπασε ο πόλεμος. Οι δυο κόρες, Ευτέρπη και Γεωργία, πήγαιναν στο σχολείο μέχρι το 1942, όταν η οικογένεια υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της. Η κυρία Βαλασιάδου μας είπε πως μάλλον ήταν Έλληνες που τους έδιωξαν και κατέσχεσαν το σπίτι. Τότε πήγαν να βρουν τους συγγενείς τους στην Καστοριά. Εκεί ζούσε η γιαγιά της από την πλευρά της μητέρας της, Ευτέρπη. Μας διηγείται τις περιπέτειες και την αγωνία μέχρι να φτάσουν κρυμμένοι σε καμιόνια με στάρι. Στην Καστοριά έμειναν μέχρι το τέλος του πολέμου. Είχε δοθεί στη γιαγιά Ευτέρπη κλήρος (σπίτι, λειβάδι, στρέμματα καλλιεργήσιμης γης). Στην πόλη αυτή μας είπε η κα Βαλασιάδου πως είδε αρκετά τουρκικά σπίτια (με το άστρο, όπως μας τα ανέφερε). Σε αυτά είχαν εγκατασταθεί με τις ανταλλαγές πολλές ελληνικές οικογένειες.

Μετά τον πόλεμο η οικογένεια επιστρέφει στο Ναύπλιο και προσπαθεί να κάνει μια νέα αρχή. Η κυρία Βαλασιάδου θυμάται τις δυσκολίες, αλλά και πολλές ευχάριστες στιγμές στις οικογενειακές εκδρομές στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία, στην Αγία Παρασκευή αλλά και στην Κατακρυμμένη στην Καραθώνα. Εκεί όλοι μαζί, συγγενείς και φίλοι περνούσαν τις Κυριακές και τις γιορτές. Από την άλλη, μνημονεύει και την απόρριψη που δέχονταν συχνά από τους ντόπιους. Η ταμπέλα του «πρόσφυγα» καθόριζε συχνά τις κοινωνικές τους σχέσεις.
Οργανοπαίκτες σε κυριακάτικη εκδρομή.


Συνέντευξη με την κα Πιπίτσα Μπουγιούκου, το γένος Πρόδρομου Παπαδόπουλου, από την Άγκυρα
Πρόδρομος Παπαδόπουλος


Οι γονείς της κυρίας Μπουγιούκου ήρθαν και οι δύο πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Ο πατέρας της, Πρόδρομος Παπαδόπουλος, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Άγκυρα. Ο πατέρας του ήταν λαξευτής της πέτρας και εργάστηκε για την κατασκευή δημόσιων κτηρίων της πόλης.

Η μητέρα, Ελένη Ψαρού, από το Αϊβαλί, ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 2 ετών. Μαζί με τη μητέρα ήρθαν και οι δύο θείες της, Μαρία και Ευαγγελία, που αρκετά μεγαλύτερες σε ηλικία διηγούνταν στην κα Μπουγιούκου τις περιπέτειες της οικογένειας.

Η οικογένεια της μητέρας της υποχρεώθηκε να ξεριζωθεί δύο φορές. Την πρώτη φορά αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Αϊβαλί και πήγαν στο Μπαλού Κεσέρ, όπου έμειναν για ένα χρόνο. Τις δύο μεγαλύτερες κόρες τις ντύσανε με μαύρα ρούχα σαν γριές γιατί φοβόντουσαν μήπως τις αρπάξουν οι Τούρκοι στα καραβάνια κατά το διωγμό. Μόλις κατάφεραν να γυρίσουν από το Μπαλού Κεσέρ, βρήκαν τα σπίτια τους καμένα, τα έπιπλα κομμένα με τη λόγχη, καθώς οι στρατιώτες έψαχναν χρυσαφικά. Μόνο μια εικόνα του αγίου Γεωργίου σώθηκε από τη φωτιά την οποία η οικογένεια έφερε μαζί της στην Ελλάδα. Δεν πρόλαβαν καλά καλά να φτιάξουν τα σπίτια και το 1922 τους έδιωξαν ξανά.

Κατά το διωγμό η γιαγιά της κυρίας Μπουγιούκου με τις τρεις κόρες πήραν το καράβι από την Κωνσταντινούπολη που τους έφερε στο Ναύπλιο. Ο πατέρας, ο οποίος ήταν σε ηλικία που θα τον έπαιρναν στρατιώτη, από την Άγκυρα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, αλλά τη μετέπειτα πορεία του μέχρι να φτάσει στο Ναύπλιο η κυρία Μπουγιούκου δεν τη γνωρίζει.

Στο Ναύπλιο τους εγκατέστησαν στην αρχή σε κτήριο στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου και μετά η οικογένεια νοίκιασε ένα σπίτι στην Πρόνοια. Από την αρχή έκαναν διάφορες δουλειές για να τα καταφέρουν. Η γιαγιά δούλεψε στο εργοστάσιο του «Κύκνου», ο πατέρας ως φωτογράφος, η Ευαγγελία δούλευε σε καπελάδικο, ενώ η Μαρία έραβε και κένταγε ασπροκέντι για τις πλούσιες αρχόντισσες του Ναυπλίου.
Τετράδιο φωτογραφιών Πιπίτσας Μπουγιούκου.

Η κυρία Μπουγιούκου επισημαίνει πως σχεδόν όλοι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες του Ναυπλίου ήταν μορφωμένοι. Ο πατέρας της ήξερε εκτός από τα Ελληνικά, Τουρκικά, Αγγλικά και Ιταλικά, ενώ η Ευαγγελία είχε τελειώσει το Σχολαρχείο. Μάλιστα, τα πρώτα χρόνια της ζήτησαν να γίνει δασκάλα, εφόσον αποδείκνυε με δύο μάρτυρες πως είχε πράγματι τελειώσει τις σπουδές της.

Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα για την οικογένεια. Η κυρία Μπουγιούκου μεγάλωσε στο προσφυγικό σπίτι, όπου όλη η οικογένεια ζούσε μέσα σε δύο δωμάτια. Καθώς περνούσανε τα χρόνια και μεγαλώνανε οι οικογένειες, άρχισαν να προσθέτουν δωμάτια στο αρχικό προσφυγικό σπίτι. Έτσι άρχισαν σιγά σιγά τα μικρά σπίτια του Συνοικισμού να μεγαλώνουν. Η εικόνα του Συνοικισμού άρχισε να αλλάζει κάτα τη δεκαετία του 1970, όταν διώροφες και τριώροφες πολυκατοικίες έδωσαν τη θέση τους στα προσφυγικά.
Η Πιπίτσα Μπουγιούκου, μαθήτρια.


Η κυρία Μπουγιούκου θυμάται με λεπτομέρειες τις συνθήκες κατασκευής του σχολείου του Συνοικισμού και της εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης. Η ίδια δεν πρόλαβε να πάει σε αυτό το σχολείο. Αναφέρει πως έκανε μάθημα σε νοικιασμένες αίθουσες, ενώ όταν ολοκληρώθηκε η εκκλησία, λειτουργούσε και ως χώρος διδασκαλίας. Εκεί έκανε μάθημα η δασκάλα Τασία Κορδωμένου.
Η κτητορική επιγραφή της εκκλησίας.
Σχολική εκδήλωση στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου (1957).


Για την κατασκευή της εκκλησίας οι πρόσφυγες πρόσφεραν προσωπική εργασία. Από τους πρωτεργάτες στην κατασκευή της ήταν ο Μιχάλης Παπαδόπουλος, δάσκλαος, η Ιωάννα Βαρκάτζα και η Μαρία Παντέρμαλη. Κάθε Κυριακή οργάνωναν έρανο και περνούσαν οι κοπέλες με κουπόνια αξίας 5 δραχμών τα οποία αγόραζαν οι πρόσφυγες. Με αυτόν τον τρόπο σιγά σιγά ολοκληρώθηκε η εκκλησία. Η Μαρία, θεία της κυρίας Μπουγιούκου, είχε κεντήσει μόνη της τα λάβαρα της εκκλησίας καθώς και τον Επιτάφιο.
Χειμώνας του 1958, οδός Βυζαντίου (διακρίνεται και το εργοστάσιο "Κύκνος").


Οι πρόσφυγες είχαν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους. Οι αυλές τους ήταν ανοιχτές για όλους. Όσοι είχαν νερό από τα πηγάδια το πρόσφεραν σε οποιονδήποτε το είχε ανάγκη. Ωστόσο, οι υπόλοιποι Ναυπλιώτες δεν τους είχαν σε εκτίμηση. Η κυρία Μπουγιούκου θυμάται ακόμα πως τις γυναίκες τις αποκαλούσαν «παστρικές» και «Τουρκάλες». Αναφέρει μάλιστα την άρνηση της οικογένειας ενός «μεγαλοτσιφλικά» του Ναυπλίου να δεχτεί την Ευαγγελία ως νύφη, διότι ήταν προσφυγοπούλα.
Ο Συνοικισμός σήμερα

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή ο προσφυγικός Συνοικισμός δεν αποτελεί μία ακόμα γειτονιά της πόλης του Ναυπλίου, αλλά έναν τόπο που διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τις μνήμες των εκατοντάδων ανθρώπων που βρήκαν εδώ τη νέα τους πατρίδα. Η δεύτερη γενιά των προσφύγων σε ώριμη ηλικία πλέον αφηγείται τις αναμνήσεις των δικών της ανθρώπων που έφτασαν στο Ναύπλιο. Οικογενειακά κειμήλια, όπως φωτογραφίες, επίσημα έγγραφα συνοδεύουν αυτές τις αφηγήσεις. Παράλληλα, τα λίγα προσφυγικά σπίτια που έχουν απομείνει, άλλα εγκαταλειμμένα και άλλα σε χρήση, φέρνουν στο μυαλό των νεότερων εικόνες της παλιάς γειτονιάς.
Προσφυγική κατοικία Ανθούλας Γκίζα, το γένος Ιωαννίδη, στη γωνία Άργους και Χρυσοστόμου Σμύρνης.

Βέβαια, ο Συνοικισμός τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει πολύ. Νέες πολυκατοικίες σβήνουν τα προσφυγικά σπίτια σιγά σιγά.
Κατεδάφιση οικίας Α. Γκίζα, 15 Μαΐου 2011.

Το Δημοτικό Σχολείο και η Εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης παραμένουν ανέπαφα για να θυμίζουν μερικά από τα έργα των προσφύγων. Αλλά και πολλοί από τους δρόμους της περιοχής έχουν ονομαστεί από τις χαμένες πατρίδες.

Το προσφυγικό παρελθόν ζει στο παρόν της πόλης όχι μόνο επειδή διατηρούνται ακόμα υλικά κατάλοιπα, αλλά διότι οι Μικρασιάτες πρόσφυγες σφράγισαν με τη δράση τους τη νεότερη κσι σύγχρονη ιστορία του Ναυπλίου.

Οδοί στο Ναύπλιο που έχουν πάρει το όνομά τους από κάποιες περιοχές της Μικράς Ασίας

Στο Συνοικισμό μπορούμε να συνατήσουμε πολλές οδούς που πήραν το όνομά τους από κάποια περιοχή της Μικράς Ασίας.

Η πιο γνωστή οδός που διασχίζει το Συνοικισμό «Νέο Βυζάντιο» και περνά μπροστά από την εκκλησία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης είναι η οδός Βυζαντίου. Πρόκειται για την αρχαία πόλη που ιδρύθηκε από Μεγαρείς αποίκους με αρχηγό τον Βύζαντα και έδωσε το όνομά της στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Μια άλλη γνωστή οδός είναι η οδός Μικράς Ασίας. Ο πρώτος πολιτισμός της Μικράς Ασίας αναπτύχθηκε από τους Χετταίους (2000-1500 περίπου). Αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί διάφοροι λαοί όπως Φρύγες, Παφλαγόνες, Κύλικες, Κάρες, Δωριείς, οι οποίοι ίδρυσαν σπουδαίες πόλεις όπως τη Μίλητο, την Πέργαμο, την Έφεσο, την Αλικαρνασσό κ.ά.

Η οδός Κωνσταντινουπόλεως είναι άλλη μια από τις πιο γνωστές οδούς. Η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε από τον αυτηοκράτορα Μεγάλο Κωνσταντίνο και έγινε πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στην οδό Κωνσταντινουπόλεως σώζεται το «Διοικητήριον» ή «Μέγαρον του Συμβουλίου» της Ενετοκρατίας (1708).

Τα ονόματα αυτών των οδών είναι γνωστά σε όλους τους Έλληνες, καθώς είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας μας.

Πηγή: Μ. Βουγιούκα & Ν. Χρονοπούλου, Οδωνυμικά του Ναυπλίου, Δήμος Ναυπλιέων, 1991.

Πηγή του αφιερώματος: Εργασία μαθητών του 2ου Γυμνασίου Ναυπλίου 2011 local.e-history.gr
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ