Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

Η φυσική κατάσταση στη σύγχρονη προπονητική του Ποδοσφαίρου

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 5:33:00 μ.μ. | |
Η φυσική κατάσταση στη σύγχρονη προπονητική του Ποδοσφαίρου
Άρθρο του ΔΙΟΝΥΣΗ ΔΙΑΤΣΙΓΚΟΥ
Καθ. Φ. Αγωγής

Όπως γνωρίζουν όλοι όσοι ασχολούνται -έστω και επιφανειακά- το ποδόσφαιρο απαιτεί από τους παίκτες υψηλές αθλητικές,ψυχικές αλλά και πνευματικές ικανότητες.Σήμερα όταν μιλάμε για την προετοιμασία-προπόνηση του ποδοσφαιριστή, πρέπει να στοχεύουμε στη βελτίωση των παραμέτρων που απαιτούνται για τη μεγιστοποίηση της απόδοσης, δηλαδή την ενεργοποίηση του μεταβολισμού , την αύξηση της νευρομυικής λειτουργίας, την βελτίωση της αντίληψης της ΚΙΝΗΣΗΣ αλλά και την ψυχική δραστηριοποίηση.

Κατ’ αρχήν να επισημάνουμε οτι το ποδόσφαιρο είναι μια αγωνιστική έκφραση- ένα παιχνίδι- καθαρά ΤΑΚΤΙΚΗΣ που όμως πραγματοποιείται με- ιδιαιτέρως απαιτήσεων – λόγω ποδιών – ΤΕΧΝΙΚΑ χαρακτηριστικά , τα οποία και τα δύο πρέπει να υποστηρίζονται από μια κατάλληλη φυσική κατάσταση, έτσι ώστε ο ποδοσφαιριστής να μην εμφανίζει μείωση της απόδοσης όσο αυξάνεται η κούραση από το έντονο έργο που απαιτεί το παιχνίδι. Πολύ περισσότερο μάλιστα σήμερα όπου το άθλημα απαιτεί υψηλότερες αποδόσεις όσον αφορά τις φυσικές ικανότητες του παίκτη, λόγω μιας τακτικής που το έκανε ρυθμικότερο, ταχύτερο, δυναμικότερο , σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί η ομάδα μαζεμένη (συνοχή), για να πιέζει παντού και πάντα, να έχει διπλά μαρκαρισματα, κίνηση χωρίς μπάλα, στηρίγματα , ταχύτητα και σωστή αγωνιστική συμπεριφορά στις εναλλαγές του παιχνιδιού( transitions ).

Έτσι λοιπόν είναι φανερό οτι η ανάπτυξη της τακτικής και οι ανάγκες που προκύπτουν απ’ αυτή τη πρόοδο επηρέασαν καθοριστικά και τον τρόπο εκγύμνασης των ποδοσφαιριστών. Ταυτόχρονα όμως η “αύξηση” των φυσικών ικανοτήτων και των τεχνικών δεξιοτήτων μέσα από στοχευμένα προγράμματα προπόνησης και την καθοριστική συμβολή της επιστημονικής γνώσης (ειδικά σε θέματα διατροφής) και της τεχνολογίας , επέτρεψε σε εμπνευσμένους προπονητές να εφαρμόσουν πρωτοποριακές τακτικές και συστήματα και να μιλάμε σήμερα για ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ και για ΕΠΙΤΙΘΕΜΕΝΟΥΣ και ΑΜΥΝΟΜΕΝΟΥΣ παίκτες και όχι για Αμυντικούς και Επιθετικούς. Κατά συνέπεια χρειάζεται μια σύνθεση, μια ισορροπία , μια συναρμογή των τεχνικών και των φυσικών χαρακτηριστικών και δυνατοτήτων των αγωνιζόμενων για να φθάσει μια ομάδα σε ένα καλό επίπεδο απόδοσης.Γι’ αυτό στη σύγχρονη προπονητική του ποδοσφαίρου έχει μπει για τα καλά η έννοια της εξειδικευμένης προπόνησης.

Η εξειδίκευση εκτός από το καθαρά ποδοσφαιρικό έργο (δηλ. τακτική , τεχνική ή φυσική κατάσταση) μπορεί και πρέπει να αναφέρεται και σε άλλους παράγοντες που ολοκληρώνουν την ποδοσφαιρική απόδοση και περιλαμβάνουν έννοιες-ενέργειες όχι απόλυτα κωδικοποιημένες που προκύπτουν μέσα από το παιχνίδι όπως είναι π.χ. οι συνεργασίες, η επικοινωνία (ακουστική και οπτική) , ο αυθορμητισμός, η ψυχική έξαρση αλλά και έπαρση, ο αυτοσχεδιασμός αλλά και οι αυτοματισμοί.Αν προσθέσουμε δε και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά , την ατομική κατάσταση-επίπεδο του κάθε αθλητή μπορούμε να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για την έννοια της εξειδίκευσης στο ποδόσφαιρο. Για την εφαρμογή τέτοιου είδους ασκήσεων και από την αρχή ήδη της προπόνησης (δηλ. την προθέρμανση) ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ:

1.Σωστή ΟΡΓΑΝΩΣΗ (κατάλληλο,επαρκές και σωστά τοποθετημένο υλικο) καθώς και γήπεδα και αθλητικοί χώροι σε κατά το δυνατόν καλή κατάσταση.

2.ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ στην εκπόνηση των προγραμμάτων (προγραμματισμός στα περιεχόμενα της προπονητικής μονάδας και του μικρόκυκλου τουλάχιστον.)

3.ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ μεταξύ της προπονητικής ομάδας.

4.ΕΛΕΓΧΟΣ,Διόρθωση,Επανάληψη (από την προθέρμανση ήδη)

Οι ασκήσεις αυτές πρέπει να μην προκαλούν μυϊκούς τραυματισμούς, να εκτελούνται ευχάριστα και να μην οδηγούν τους παίκτες στην εξουθένωση, την εξάντληση (εκτός από ειδικά στοχευμένες προπονητικές ενότητες ή ΜΟΝΑΔΕΣ).

Κάθε προπονητής έχει την ηθική υποχρέωση πάνω απ’ όλα να κάνει προπονήσεις σεβόμενος τις ανάγκες και τα όρια λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού αλλά προ πάντων να παίρνει υπόψη του την ψυχολογική κατάσταση και τις κοινωνικές συνθήκες και υποχρεώσεις των αθλητών. Στη σημερινή ποδοσφαιρική πραγματικότητα με τις πολλές απαιτήσεις ακόμα και σε ερασιτεχνικό επίπεδο η προπονητική φιλοσοφία πρέπει να χαρακτηρίζεται από πειθαρχία και ευχάριστη προπόνηση. Αυτό βέβαια μπορεί να φαίνεται αντιφατικό, ωστόσο όταν ο προπονητής εχει την προσωπικότητα και την γνώση, μπορεί πραγματικά να επιβάλλει στην προπόνηση της ομάδας του την πειθαρχία χωρίς να χάνεται η χαρά του παιχνιδιου από τους παίκτες .Ξαναλέμε ομως οτι η επιτυχία ενός τέτοιου προπονητικού μοντέλου βασίζεται στις επιστημονικές γνώσεις , στην εμπειρία, στην ικανότητα συνεργασίας, στην μεταδοτικότητα , την πειθώ αλλά και στην προσωπικότητα του προπονητή.

Έτσι λοιπόν σα πρώτο συμπέρασμα μπορούμε να πούμε οτι στη σύγχρονη προπονητική του ποδοσφαίρου δε πρέπει να μιλάμε για την φυσική κατάσταση γενικά , αλλά για μία ειδική ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ που στοχεύει οχι στην επίδοση αλλά στην απόδοση του παίκτη και ως εκ τούτου είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τα χαρακτηριστικά των ενεργειών και της ΚΙΝΗΣΗΣενός ποδοσφαιριστή κατά την διάρκεια του αγώνα. Τα τελευταιία χρόνια έχει γίνει μεγάλη προσπάθεια από ειδικούς επιστήμονες (σε συνδυασμό με την τεχνολογική πρόοδο)να αναλύσουν τα βασικά χαρακτηριστικά της ΚΙΝΗΣΗΣ των παικτών στο παιχνίδι( Ποσοτικά και ποιοτικά).Οι αναλύσεις αυτές βασικά έχουν στηριχτεί σε πολλαπλές βιντεοσκοπήσεις ενός σχετικά μεγάλου αριθμού ποδοσφαιριστών, ωστόσο υπάρχουν διαφορές μεταξύ αγώνων, κατηγοριών και πρωταθλημάτων από χώρα σε χώρα , ακόμα δε και ανάλογα της θέσης που αγωνίζεται ο κάθε παίκτης και επιπλέον υπάρχουν παράγοντες όπως η κατάσταση του αγωνιστικού χώρου, οι καιρικές συνθήκες (ζέστη,κρύο,υγρασία, βροχή, αέρας), τα κίνητρα και η συναισθηματική προσέγγιση του παιχνιδιού, η σωστή διατροφή (κυρίως η επαρκής ή όχι πρόσληψη ΥΓΡΩΝ και ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΩΝ ) που μπορεί να επηρεάσουν είτε θετικά είτε αρνητικά το ΡΥΘΜΟ και την ΚΙΝΗΣΗ στο παιχνίδι.

Εν τούτοις και παρ΄΄όλα αυτά είναι δυνατόν από συγκεντρωτικά αποτελέσματα αυτών των εργασιών να διαμορφώσουμε μια γενική αντίληψη για τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την κίνηση των παικτών σε ένα τυπικό αγώνα που επί τη βάση των ουσιών μπορούμε (με αυτοπεποίθηση) να προχωρήσουμε στην εφαρμογή προγραμμάτων που βελτιώνουν την ποιότητα του ποδοσφαιριστή άρα και της ομάδας.

Μια άλλη γενική διαπίστωση που μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς από την μελέτη αυτών των μετρήσεων είναι πως το ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ είναι ένα εξαιρετικά απαιτητικό άθλημα, με μεγάλες ενεργειακές δαπάνες που απαιτούνται για να καλυφθούν και οι συχνές και διαφορετικές δραστηριότητες αλλά και διαλείμματα όπου ο παίκτης αναπληρώνει τις ενεργειακές του δαπάνες (εφόσον έχει προετοιμαστεί σωστά..) Οι εναλλαγές ανάμεσα στις έντονες και ήπιες φάσεις επαναλαμβάνονται σε χρόνους απρόβλεπτους και ακανόνιστους, οι οποίοι εξαρτώνται μόνο από τεχνικές-τακτικές απαιτήσεις του αγώνος.Ο αριθμός τους και η συχνότητα ανεβαίνει πολλές φορές σε υψηλά επίπεδα.Τα ενεργειακά αποθέματα λοιπόν , αν αναλογιστούμε τα πολλά χιλιόμετρα (αρκετές φορές πάνω από 10-12 χλμ) που τρέχει ένας ποδοσφαιριστής στα 90’ του αγώνα -ειναι φυσικό να εξαντλούνται και να συσσωρεύονται στα μυικά κύτταρα άχρηστα και τοξικά προιόντα σαν αποτέλεσμα των έντονων προσπαθειών προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες ανάγκες σε ενέργεια.

Γι΄αυτό αρκετές φορές ο ποδοσφαιριστής και όσο περνάει η ωρα του παιχνιδιού , δυσκολεύεται να λειτουργήσει σωστά όχι μόνο σε φάσεις με τη μπάλα στα πόδια , αλλά και σε κινήσεις χωρίς την μπάλα που εν πολλοίς καθορίζουν και την έκβαση του αγώνα στα τελευταιά κρίσιμα λεπτά.

Με απλά λόγια η διαπίστωση είναι οτι σε ένα ολοκληρωμένο ποδοσφαιριστή ΟΛΕΣ σχεδόν οι φυσικές ικανότητες (Δηλ. αντοχή, δύναμη,ταχύτητα, ευλυγισία αλλά και οι σύνθετες Ταχυδύναμη, Νευρομυϊκή συναρμογή, αντοχή στην ταχύτητα και στα σπριντ,αλτικοτητα, ευκινησία) πρέπει να βρίσκονται σε υψηλό ή τουλάχιστον σε ικανοποιητικό επίπεδο. Ωστόσο κάτι τέτοιο ούτε εύκολο είναι γιατί απαιτεί πολύ μα πολύ σκληρή δουλειά αλλά ορισμένες φορές ούτε καν επιθυμητό όταν ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια και τις ανάγκες που προϋποθέτει το ίδιο άθλημα. Άλλωστε από την αθλητική επιστήμη (ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ του αθλητή) θεωρείται εξαιρετικά σπάνιο αν όχι ανέφικτο ένας ποδοσφαιριστής να αποκτήσει τις ικανότητες ενός σπουδαίου μαραθωνοδρόμου και ταυτόχρονα ενός σπουδαίου σπρίντερ.Γι’ αυτο η προπόνηση φυσικής κατάστασης στο ποδόσφαιρο πρέπει να στοχεύει στο να αποκτήσει και να διατηρήσει το ΙΔΑΝΙΚΟ (για το άθλημα και τις ατομικές προδιαγραφές) επίπεδο ικανότητας (δυνατότητας) λ.χ. στην αντοχή, στην ταχύτητα κ.ο.κ. Εξάλλου στο ποδόσφαιρο όπως επισημάναμε ήδη αυτό που ενδιαφέρει πρωτίστως είναι η ΑΠΟΔΟΣΗ του παίκτη- που είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων – και όχι η ΕΠΙΔΟΣΗ σε επιμέρους τομείς της φυσικής του κατάστασης. Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί οτι η υπερβολική και πολύ προσανατολισμένη αύξηση μιας φυσικής ικανότητας π.χ. της δύναμης σ’ ενα ποδοσφαιριστή μπορεί να επιφέρει αρνητικές παρενέργειες σ’ άλλους τομείς της φυσικής κατάστασης (στο παράδειγμα στην αντοχή και την ευλιγισία) ή ακόμα και στο κομμάτι της ατομικής τεχνικής.

Το ουσιαστικό συμπέρασμα που βγαίνει μέσα από τέτοιες αναμνήσεις και διαπιστώσεις είναι οτι η προπόνηση φυσικής κατάστασης στο ποδόσφαιρο πρέπει να γίνεται με τεχνικές και μεθόδους που θα’ ναι προσαρμοσμένες και θα ταυτίζονται με τις συνθήκες του παιχνιδιού. Δηλαδή και με άλλα λόγια η προπόνηση δε μπορεί παρά να αποτελεί ΠΡΟΣΟΜΕΙΩΣΗ του αγώνα χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει απλά και μόνο διεξαγωγή ενός διτέρματος με την προθέρμανση πριν και την αποθεραπεία μετά. Παρακάτω θα αναφερθούμε συνοπτικά στο εν λόγω ζήτημα που έτσι και αλλιώς τίθεται συνήθως ως προτεραιότητα στις ποδοσφαιρικές σχολές και τα προπονητικά σεμινάρια. Πάντως αυτός ο τρόπος προπόνησης σημαίνει οτι οι ασκήσεις (και τα περιεχόμενα) στο συντριπτικό τους ποσοστό (90-95%) γίνονται με ΜΠΑΛΑ, και έχει πολλά πλεονεκτήματα. Πρώτον γυμνάζονται οι μυϊκες ομάδες που συμμετέχουν σ’ ένα ποδοσφαιρικό αγώνα. Δεύτερον είναι δυνατή η παράλληλη (και ταυτόχρονη) βελτίωση της φυσικής κατάστασης και των δεξιοτήτων της τεχνικής και της τακτικής συμπεριφοράς των παικτών, κάτω από συνθήκες όμοιες μ’ αυτές του αγώνος. Τρίτον δε χάνεται πολύτιμος χρόνος προπόνησης άλλων παραμέτρων κυρίως στους τομείς που παρατηρούνται ατομικές ελλείψεις και αδυναμίες. Αλλά αυτές οι αδυναμίες κατά κύριο λόγο αφορούν και αντιμετωπίζονται ουσιαστικά και με θεαματικά τις περισσότερες φορές αποτελέσματα ΜΟΝΟΝ ΜΕ ΑΤΟΜΙΚΕΣ-ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΕΣ ΠΡΟΠΟΝΗΣΕΙΣ. Γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά σημαντικό ο ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ να μπορεί να μπορεί να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει τον ΠΑΙΚΤΗ ( ιδιαίτερα τον ταλαντούχο των μικρών ηλικιών) έτσι ωστε να κατανοήσει οτι ΑΞΙΖΕΙ τον κόπο να θυσιάσει ένα κομμάτι από τον ελεύθερο χρόνο του για τέτοιου είδους στοχευμένες-ατομικές- προπονήσεις. Ο τρόπος αυτός προπόνησης (ΟΛΑ με μπάλα και όλο με μπάλα) αποκτάει ιδιαίτερη σημασία και αξία στα ερασιτεχνικά σωματεία όπου ο χρόνος που διαθέτει ο προπονητής για την προετοιμασία των παικτών της ομάδας του , ειναι αναλογικά περιορισμένος. Τέλος η προπόνηση της φυσικής κατάστασης με ασκήσεις ΜΠΑΛΑΣ αρέσει πολύ στους ποδοσφαιριστές και ως εκ τούτου τους προσφέρει μεγαλύτερο κίνητρο για την κατά το δυνατόν συμμετοχή τους σ’ αυτές.

Είναι μύθος να ευελπιστούμε οτι θα βελτιώσουμε στο επιθυμητό -ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ Ξαναλέμε επίπεδο, την αντοχή ,την ταχύτητα , τη δύναμη με το να διανύουν οι ποδοσφαιριστές πολλά χιλιόμετρα ή με το να κάνουν πολλά επαναλαμβανόμενα σπριντ ή με το να σηκώνουν πολλά βάρη. Οι ιδιαιτερότητες ενός τυπικού ποδοσφαιρικού αγώνος καμία συσχέτιση δεν έχει με τα αθλήματα του Στίβου ή της Άρση βαρων. Μεγάλη αμφιβολία εκφράζεται αν μια τέτοια μέθοδος της φυσικης κατάστασης στο ποδόσφαιρο- που εν πολλοίς ταυτίζεται με την προπόνηση άλλων αθλημάτων-μπορεί να έχει θετικές η και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και αρνητικές επιπτώσεις στη δημιουργικότητα και την αγωνιστική διάθεση (άρα και απόδοση) των παικτών. Κατά συνέπεια, ένας τέτοιος μονόπλευρος προσανατολισμός σε ξένες για το ποδόσφαιρο προπονητικές μορφές αποδεικνύεται λάθος αφού οι παράγοντες της φυσικής κατάστασης διαφέρουν πλήρως από το προφίλ των απαιτήσεων κάποιου σπεσιαλίστα ενός άλλου αθλήματος λ.χ. του Στίβου.

Για παράδειγμα η ΤΑΧΥΤΗΤΑ ενός ποδοσφαιριστή δεν καθορίζεται ΜΟΝΟ απο τις ικανότητες στην φυσική (βιολογική) ταχύτητα του. Την ίδια και ίσως πιο καθοριστική σημασία και βαρύτητα έχουν η αντίληψη ,η ανάλυση , η ικανότητα ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ διαφόρων καταστάσεων μέσα στον αγώνα αλλά και η ΤΕΧΝΙΚΗ επάρκεια του παίκτη που του δίνει τη δυνατότητα να εφαρμόζει ΣΩΣΤΑ και ΓΡΗΓΟΡΑ τις Σκέψεις και τις ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ του για το παιχνίδι .Έτσι λοιπόν στο ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ τις περισσότερες φορές φτάνει πρώτος στη μπάλα ή ενεργεί πιο γρήγορα ο παίκτης (βλέπε MESSI) που ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ, ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ και όχι ο παίκτης ( βλέπε BOLT) που είναι ταχύτερος στο σπριντ.

Κατά τον ίδιο τρόπο διαφέρει και η εξειδικευμένη για το ποδόσφαιρο προπόνηση ΑΝΤΟΧΗΣ από εκείνη ενός αθλητή του ΣΤΙΒΟΥ. Μέσα στον αγώνα οι ποδοσφαιριστές δε διανύουν μεγάλες αποστάσεις διατηρώντας ή αυξάνωντας προοδευτικά το ρυθμό αλλά τον εναλλάσουν όπως ήδη αναφέραμε, σε τελείως απρόβλεπτα χρονικά διαστήματα. Ουσιαστικα δηλαδή μιλάμε για μια αντοχή που θα επιτρέπει στον παίκτη να διατηρεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα την ταχύτητα του αλλά και τη δύναμη πάνω στην ταχύτητα. Άρα κύριος στόχος μιας εξειδικευμένης προπόνησης αντοχής στο ποδόσφαιρο πρέπει να είναι η ικανότητα ανάληψης και αναπλήρωσης των ενεργειακών αποθεμάτων προσαρμοσμένη στις αγωνιστικές απαιτήσεις .Έτσι λοιπόν το χτίσιμο μιας καλής φυσικής κατάστασης στο ποδόσφαιρο στηρίζεται στην μέγιστη ποσότητα πρόσληψης οξυγόνου (Αερόβια ικανότητα) καθώς και στις ταχύτητες αλλά και στις ασκήσεις ταχυδύναμης που προσφέρουν οι ασκήσεις ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΜΟΥ και τα ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΑΚΤΙΚΗΣ με διάφορους περιορισμούς και κανόνες και παραλλαγες όσον αφορά τον αριθμό των επαφών του παίκτη με την μπάλα, τον αριθμό των παικτών ανά ομάδα , των διαστάσεων του αγωνιστικού χώρου, τον αριθμό και τις διαστάσεις των εστιών κ.α. Δηλαδή μια τέτοια “ ποδοσφαιρική “ προπόνηση φυσικής κατάστασης χρησιμοποιεί δοκιμασμένες και με υψηλές εντάσεις (ρυθμό) ασκήσεις κατά την εκτέλεση των οποίων οι ποδοσφαιριστές μέσα από τα ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΑΚΤΙΚΗΣ σε περιορισμένους ή όχι χώρους αναπτύσσουν την ταχύτητα εκτέλεσης κίνησης με ή χωρίς την μπάλα, την αντοχή στην ταχύτητα σε παρατεταμένο τρέξιμο ή τα επαναλαμβανόμενα σπρίντ αλλά και την ΑΕΡΟΒΙΑ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ που απαιτείται για να μπορούν να ενεργούν αποτελεσματικά και γρήγορα ακόμα και στα τελευταία στάδια του παιχνιδιού. Ακόμα με τις ασκήσεις ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΜΟΥ σε συνδυασμό με ασκήσεις ΝΕΥΡΟΜΥΙΚΗΣ ΣΥΝΑΡΜΟΓΗΣ (Ρυθμοί) καθώς και τα ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΑΚΤΙΚΗΣ σε μικρούς ή μεγάλους χώρους με ή χωρίς προκαθορισμένες κινήσεις από τους παίκτες , οι προπονητές μπορούν να εξακριβώσουν το πόσο εύκολα συνδυάζεται η προπόνηση της ΕΠΙΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΤΙΚΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗΣ με στοιχεία ΤΕΧΝΙΚΗΣ και φυσικής κατάστασης. Ουσιαστικα δηλαδή η μεγαλύτερη διαφορά στην προπόνηση που γινόταν παλαιότερα σε σχέση με τη σύγχρονη προπονητική μεθοδολογία είναι οτι η προπόνηση τώρα είναι προσανατολισμένη στο να μοιάζει με ένα ποδοσφαιρικό αγώνα. Ακόμα και στο πιο πρόσφατο παρελθόν η προπόνηση έμοιαζε τελείως αποσπασματική και μάλλον ευκαιριακή και δεν εκπλήρωνε κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Υπήρχε ένα μέρος για τη φυσική κατάσταση έπειτα μια ενότητα για την ΤΕΧΝΙΚΗ και στη συνέχεια λίγη ΤΑΚΤΙΚΗ που συνήθως περιελάμβανε το κλασικό και χωρίς περιορισμούς δίτερμα. Ωστόσο τα τρία αυτά τμήματα ήταν ολότελα ασύνδετα μεταξύ τους και στο τέλος της εβδομάδας η ομάδα είχε προπονηθεί σ’ όλους τους τομείς από λίγο και σε τίποτα ειδικά και συγκεκριμένα. Στη σύγχρονη προπονητική, η προπόνηση πρέπει να σε προετοιμάζει πραγματικά για τις συνθήκες αλλά προ πάντων για την βελτίωση του ΡΥΘΜΟΥ του αγώνα. Η προπόνηση με ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ,με ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΡΥΘΜΟΥ ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΜΟΥ,ΣΥΝΑΡΜΟΓΗΣ, και ΑΥΤΟΜΑΤΙΣΜΟΥ πρέπει να είναι τα βασικά συστατικά της καθημερινής προπονητικής διαδικασίας. Έτσι οι παίκτες έρχονται αντιμέτωποι με καταστάσεις που συναντούν σε ποδοσφαιρικούς αγώνες και μαθαίνουν να δρουν είτε στην άμυνα είτε στην επίθεση. Σύμφωνα με την μέθοδο που παλαιότερα είχε επικρατήσει κάθε ομάδα εκτελούσε μια προπόνηση την εβδομάδα για φυσική κατάσταση κατά την οποία η επιβάρυνση και ως προς την ποσότητα και ως προς την ένταση ήταν μέγιστη. Ο κάθε παίκτης έπρεπε να φτάσει (ίσως και να ξεπεράσει κάποιες στιγμές) στα όρια του. Υπήρχε η άποψη οτι η προπόνηση ήταν πετυχημένη γιατί πραγματικά ήταν εξαντλητική . Έτσι όμως η επόμενη μέρα δεν ήταν δυνατόν παρά να γίνει προπόνηση αποκατάστασης με χαμηλή ένταση. Στη σύγχρονη μέθοδο η φυσική κατάσταση είναι κάτι που ”δουλεύεται” στο μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας. Δεν υπάρχει μια εξαντλητική προπόνηση και μερικές με χαμηλές εντάσεις. Αντίθετα όλες οι προπονήσεις διεξάγονταν σε ΥΨΗΛΟ ΡΥΘΜΟ και ένταση αλλά χωρίς οι παίκτες να υποφέρουν από υπερβολική κούραση.

Πάντως και παρ’όλα αυτά για να μην υπάρξει παρανόηση πρέπει να ξεκαθαρίσουμε οτι η προπόνηση που είναι προσανατολισμένη ΜΟΝΟΝ στη προσομοίωση του παιχνιδιού δεν αποτελεί την θαυματουργή συνταγή για κάθε περίπτωση. Πρέπει να είναι σαφές οτι μία ΣΥΝΤΑΓΗ για την ΕΠΙΤΥΧΙΑ στο ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ δεν υπάρχει. Και αυτή η συνθετική (ολική) μέθοδος που προτείνεται δεν αποκλείει προφανώς την μεμονωμένη προπόνηση των ξεχωριστών (επιμέρους) στοιχείων που εξάγονται μέσα από το παιχνίδι δηλαδή την μερική μέθοδο. Η ολική μέθοδος χρειάζεται την μερική μέθοδο ως συμπληρωματική μορφή αφού χωρίς αυτή δε μπορεί επιτευχθεί μία ΑΤΟΜΙΚΗ βελτίωση ΣΤΙΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΡΥΘΜΟΥ , ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ,ΝΕΥΡΟΜΥΙΚΗΣ ΣΥΝΑΡΜΟΓΗΣ κ ΑΥΤΟΜΑΤΙΣΜΟΥ που κατά κανόνα προτείνονται για εφαρμογή , και ως εκ τούτου δεν πρέπει να παραλείπεται και η ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΗ εξάσκηση των επιμέρους προϋποθέσεων τηςΤΕΧΝΙΚΗΣ , ΤΑΚΤΙΚΗΣ, ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ. Η ειδική βελτίωση των επιμέρους ιδιοτήτων στη φυσική κατάσταση αποκτά σημασία και βρίσκει πεδίο εφαρμογής , όταν έχουμε στη διάθεση μας πολλές προπονητικές μονάδες μέσα στον μικρόκυκλο (εβδομάδα) όπως επίσης όταν πρέπει να δημιουργήσουμε τις βάσεις της φυσικής κατάστασης κατά την έναρξη της πρωταγωνιστικής περιόδου ή μετά από μακροχρόνιους τραυματισμούς. Επιπλέον κομμάτια (προπονητικές ενότητες) για ΑΤΟΜΙΚΗ βελτίωση στην φυσική κατάσταση και όχι μόνο μπορούν και πρέπει να γίνονται ΠΡΙΝ από την προγραμματισμένη προπόνηση της ομάδας ή ΜΕΤΑ από αυτήν λαμβάνοντας πάντα υπόψη το ΕΡΓΟ που θα ακολουθήσει ή αυτό που προηγήθηκε. Ακόμα μια καλή ευκαιρία για τέτοιου είδους στοχευμένες προπονητικές ενότητες αποτελούν τα ρεπό της ομάδας, αρκεί να υπάρχει το ΚΙΝΗΤΡΟ , η θέληση και ο ενθουσιασμός (φιλοδοξία) από τον αθλητή και αυτή η έμπνευση για κάτι τέτοιο (“ατομική” προπόνηση) που πρέπει να την μεταδίδει ο ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ στον παίκτη αποκτάει ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ σημασία στους νεαρούς ταλαντούχους και από ανέλιξη ποδοσφαιριστές’ όπως ξανατονίσαμε προηγουμένως. Επίσης ιδανική θεωρείται και είναι η ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ (χωρίς αγωνιστικές υποχρεώσεις) ΠΕΡΙΟΔΟΣ προκειμένου οι παίκτες είτε να διορθώσουν αδυναμίες και ελλείψεις , είτε να βελτιώσουν περισσότερο τις δυνατότητες τους.

Τέλος ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο που επιβάλλει η σύγχρονη προπονητική αντίληψη είναι και η διαφορετική αντιμετώπιση των ποδοσφαιριστών στον τομέα της φυσικής κατάστασης , σύμφωνα με τις προδιαγραφές τους ( φυσικές ικανότητες, αγωνιστικό background , ιστορικό τραυματισμών, ηλικία,κοινωνικό προφίλ κυρίως για ερασιτέχνες αθλητές κ.α.) Είναι βέβαιον πως αν γίνεται η ίδια δουλειά σε ποσότητα κσι ποιότητα για όλους δε θα φτάσουν όλοι οι ποδοσφαιριστές το μέγιστο της απόδοσης τους. Η ένταση των ασκήσεων πρέπει να ‘ναι χαρακτηριστική των ιδιαιτέρων δυνατοτήτων των παικτών γιατί αλλιώς αν όλοι μαζί εκτελούν το ίδιο έργο στον ίδιο ρυθμό τότε ενδεχομένως ένα προπονητικό ερέθισμα που είναι εύκολο για κάποιον μπορεί να είναι πολύ δύσκολο για κάποιον άλλον. Αυτό σημαίνει οτι για τον ποδοσφαιριστή που εκτελεί την άσκηση με ευκολία δεν θα έχουμε προσαρμογές βελτίωσης ενώ αντίθετα γι’ αυτόν που εκτελεί την ίδια άσκηση με δυσκολία είναι πολύ πιθανό να έχουμε υπερκόπωση και τραυματισμούς.

Γι’ αυτό κρίνεται σκόπιμο και είναι δυνατόν, σε κάποια κομμάτια της προπόνησης ή σε μια ολόκληρη προπονητικη μονάδα, να επιτευχθεί η κατάλληλη (αναλογικά) ΕΝΤΑΣΗ – ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ , αν οργανώσουμε τους ποδοσφαιριστές σε μικρές ομάδες (Τα λεγόμενα ΓΚΡΟΥΠ) σύμφωνα με το επίπεδο των δυνατοτήτων τους. Το επίπεδο μπορεί να προσδιοριστεί με ειδικά ΤΕΣΤ (ελέγχους, μετρήσεις) που προφανώς έχουν προηγηθεί προπάντων στο ξεκίνημα της ΠΡΟΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ αλλά χρήσιμο είναι στις καλά οργανωμένες ομάδες και στο τέλος του κάθε ΜΕΣΟΚΥΚΛΟΥ. Ωστόσο ένας αφοσιωμένος και προσεκτικός προπονητής μπορεί να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα ακόμα και από την εικόνα των ποδοσφαιριστών στο παιχνίδι.

Κατά συνέπεια έχει εξαιρετική σημασία, στην προπόνηση (φυσικής κατάστασης) και στο ποδόσφαιρο να εφαρμόζονται , να τηρούνται ορισμένες βασικές ΑΡΧΕΣ της προπονητικής, όπως:


ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ : η προτίμηση στις ασκήσεις φυσικής κατάστασης με ΜΠΑΛΑ, δικαιώνεται από την ποσοτική και την ποιοτική ενεργοποίηση του παίκτη, αφόυ βελτιώνει ταυτόχρονα την ατομική ΤΕΧΝΙΚΗ, την ΑΝΤΙΛΗΨΗ, την ΠΡΟΒΛΕΨΗ, την ΑΠΟΦΑΣΗ άρα και την ποδοσφαιρική ΚΙΝΗΣΗ που είναι και το μεγάλο ζητούμενο εν τέλει σε μια ποδοσφαιρική προπόνηση.
Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ: το αθλητικό αξίωμα που πρεσβεύει οτι όλοι οι αθλητές είναι ΙΣΟΙ, αλλά δεν είναι όλοι ΙΔΙΟΙ, βρίσκει ή μάλλον πρέπει να βρίσκει εφαρμογή και στην προπόνηση φυσικής κατάστασης στο ποδόσφαιρο, αφού είναι προφανές οτι όλα τα προπονητικά ερεθίσματα δεν ταιριάζουν ,δεν αντιστοιχούν στις δυνατότητες και τις ανάγκες του καθενός ποδοσφαιριστή.
Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗΣ : Στην προπονητική πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη την νομοτέλεια που ισχύει, δηλαδή οτι κερδίζει ένας αθλητής σε προσαρμογές με τις προπονήσεις μέσα σε 4 ΜΙΚΡΟΚΥΚΛΟΥΣ- ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ( και 3 τουλάχιστον προπονητικές μονάδες). Το χάνει όταν θα μείνει εκτός προπονήσεων για 1 εβδομάδα.
Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΤΗΤΑΣ : Μία επίσης νομοτέλεια που ισχύει στην προπονητική που ιδιαίτερα αφορά και ενδιαφέρει το ποδόσφαιρο με το μεγάλο αριθμο αγωνιστικών υποχρεώσεων-διοργανωσεων, είναι οτι κανένας αθλητής-τρια δεν μπορεί να βρίσκεται σε top “φόρμα” καθ’ ‘ολη τη διάρκεια του χρόνου.Γι’ αυτό η προσεκτική και ρεαλιστική οριοθέτηση των στόχων, ο μελετημένος αγωνιστικός προγραμματισμός (πότε “φορτώνουμε”, πότε αποσυμπιέζουμε)η έξυπνη διαχείριση των παικτών με την χωρίς βαθμολογικές συνέπειες εφαρμογή του “ rotation” , η απαραίτητη τήρηση αλλά και αξιοποίηση της ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗΣ περιόδου ( ενεργητική ξεκούραση και συνειδητό ξεφορμάρισμα) είναι κάποια δεδομένα που πρέπει να αξιολογούμε στην προσπάθεια για την κατά το δυνατόν καλύτερη φυσική κατάσταση των ποδοσφαιριστών και όσον αφορά την διάρκεια αλλά και το σωστό “timing”.
Συμπερασματικά το ποδόσφαιρο έχει ιδιαιτερότητες στον τομέα της φυσίκης κατάστασης. Η επιστημονική υποστήριξη στον τομέα αυτό αποσκοπεί όχι μόνο στη βελτίωση της φυσικής κατάστασης με σωστό σχεδιασμό ασκήσεων αλλά και στη κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη και οικονομικότερη (από πλευράς χρόνου) ΜΕΘΟΔΟ με την οπόια επιτυγχάνεται το επιθυμητό επίπεδο. Αυτό σημαίνει πολύτιμη εξοικονόμηση χρόνου για την ανάπτυξη τεχνικών δεξιοτήτων και συστημάτων τακτικής εξίσου αν όχι πιο σημαντικών παραγόντων για την ΜΕΓΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ της ποδοσφαιρικής απόδοσης.
Προσωπικά συμφωνώ με την ισορροπημένη άποψη του σπουδαίου ΙΒ. ΟΣΙΜ ο οποίος πολύ εύστοχα έχει υποστηρίξει οτι “ Το ποδόσφαιρο δεν είναι επιστήμη (που αφορά και είναι η φυσική κατάσταση) είναι τέχνη (δηλαδή τεχνική, τακτική) ωστόσο η επιστήμη βοηθάει το ποδόσφαιρο να γίνει καλύτερο ”. Έτσι λοιπόν η φυσική κατάσταση όταν δουλεύεται σωστά, βοηθάει αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι το κλειδί της επιτυχίας. Είναι προφανές οτι σε ένα κρίσιμο αγώνα εκτός από την φυσική κατάσταση μετράει η τακτική και το πλάνο , η προετοιμασία , οι επιλογές του τεχνικού, τα κίνητρα (ψυχολογική προσέγγιση) και η τεχνική επάρκεια. Εν κατακλείδι και με δύο λόγια “ενώ είναι προαπαιτούμενο για να είναι ΚΑΛΗ μια ΟΜΑΔΑ να έχει καλή φυσική κατάσταση δεν είναι αυτονόητο οτι αν μία ομάδα έχει καλή φυσική κατάσταση θα είναι και μια καλή και αποτελεσματική ποδοσφαιρική ομάδα” σύμφωνα πάντα με τον σπουδαίο καθηγητή φυσικής κατάστασης Φερέτι Φερέτο.
Στον επίλογο νομίζω οτι αξίζει να διαβάσουμε προσεκτικά τις απόψεις του εκ των κορυφαίων προπονητών Ζ. Μουρίνιο ο οποίος στο βιβλίο του “Προπονητής από ΑΤΣΑΛΙ” αναφέρει χαρακτηριστικά σχετικά με το σημερινό μας θέμα “Συνολικά πιστεύω” λέει ο Μουρίνιο “ Οτι η σωματική πλευρά και μόνο δεν υπάρχει.Για μένα το να πεις οτι αυτός ο παίκτης είναι σε καλή φυσική κατάσταση είναι λάθος. Είτε ο παίκτης είναι έτοιμος είτε όχι. Και τι εννοούμε όταν λέμε έτοιμος .Εννοούμε να είναι καλά σωματικά και να αποτελεί μέρος ενός σχεδίου που το γνωρίζει απ΄ ΄εξω και ανακατωτά. Σεβόμενοι την ψυχολογική πλευρά η οποία είναι ζωτική για να παίξεις σε υψηλό επίπεδο , ένας έτοιμος παίκτης αισθάνεται σίγουρος, συνεργάζεται και πιστεύει στους συμπαίκτες του και τους δείχνει αλληλεγγύη. Όλα αυτά μαζί σημαίνουν οτι ο παίκτης είναι έτοιμος και αυτό αντικατοπτρίζεται στο οτι παίζει καλά.”
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ