Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

Άγγελος Τερζάκης: Η πατρίδα μου

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 7:04:00 μ.μ. |
Άγγελος Τερζάκης: Η πατρίδα μου
Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ είναι ένα γέρικο πέτρινο λιοντάρι, που βουτάει τα νύχια του στην αφρισμένη θάλασσα του Αργολικού.

Κρατεί τα μάτια σφαλιστά, βάρυπνα, και στο κραταιό της μέτωπο έχει ξεχαστεί η αυστηρή ζάρα της έγνοιας. Ο δικός της ο ύπνος δεν είναι σαν τους άλλους, αδιαφορία κι εγκατάλειψη. Στη θωριά της ακόμα δεν απλώθηκε η χαύνη έκσταση της λήθης. Ο ύπνος της είναι συλλογή βαθιά, στοχασμος κλειστός κι αυτοσυγκέντρωση, που όσο πάει και βουλιάζει περισσότερο στην προαιώνια ακινησία.

Κοιμάται πάνοπλη, όπως έζησε την άγρια τη ζωή της. Αποτραβηγμενη μ’ απαυδημό, εκεί-κάτω, στον μυχό του Αργολικού, ανασαίνει ήρεμα το γλυκό μπάτη του πελάγου που της τυλίγει ανάερα, με γάζες μυρωμένες, τα σκυθρωπά κάστρα και τους προμαχώνες. Τα μαύρα δόντια τους, που τρίφτηκαν, χάσκουν τώρα μάταια κατά τον ουρανό. Όμως η φοβέρα λες και δε διαλύθηκε ακόμα στον αέρα. Πολλά μυστικά κρύβει η θάλασσα, και το πέλαγο φανέρωσε άλλοτε τόσες πικρές τρομάρες… Κοιμάται η γέρικη πολιτεία και σύγκαιρα αυτιάζεται το σάλπισμα του μακρινού ανέμου. Θες καράβια της Δημοκρατίας του Άγιου Μάρκου, θες κουρσάρικα της Μπαρμπαριάς, εδώ ήρθανε, μ’ άντρες αβρούς ή βάρβαρους, να της τρυγήσουνε το μέλι. Ο δόγης έχει αρραβωνιάσει τη θάλασσα, κι αυτή, υπάκουη πια, τον δουλεύει. Ο μπαρμπερίνος, ορθός στην πλώρη τη γερακωτή, ζυγιάζει στο μελαψό χέρι του γάντζο. Ο άνεμος της Μεσογείου τους φέρνει όλους κατά κει, με φουσκωμένα τα πανιά, ίσια στον παρθενικό κόλπο της Αργολίδας. Της φιλοδοξίας η λάγνη ορμή, της απληστίας η λύσσα, ακόρεστες δυνάμεις εξουσιασμού κι εξόντωσης, έδωσαν εδώ το λόγο τους να χτυπηθούν. Για χρόνια, αιώνες, τα κάστρα δεν πάψανε να καπνίζουν. Πυραχτωμένο, πυροσάλευτο, το σκληρό τούτο πετράδι, που ο Μωριάς το αγκαλιάζει φιλάργυρα, έγινε αντικείμενο της προαιώνιας αντιδικίας των ανθρώπων.

Σαν ανοίγω τα μάτια μου στη ζωή, θυμάμαι μιαν αίσθηση μυστική κι ανέκφραστη, τη μυρωδιά από τον καπνό, τη μπόχα της μάχης που πλανιάεται αχνή κι άσβυστη ακόμα στον αέρα. Κατακαθίζει λες στις παλιές πέτρες, στους βράχους τους υγρούς, όπου η αλμύρα κρουστάλλωσε στα φιδολύγιστα δρομάκια που τρυπώνουν βιαστικά, ανήσυχα, μέσα στα σπλάχνα των σκουριασμένων κάστρων. Λουφάζει την ημέρα κάτω από το μεγάλο ηλιοφώς. Ζωντανεύει με το σούρουπο κι αρχίζει ν’ αναδίνεται, λιβανωτή και σύμπυκνη, τυλίγοντας την πολιτεία με τον αχνό της. Είναι βαριά και πικρή, ανάσα καθυστερημένη από μπαρούτι που άναψε, χνώτα κανονιών που χούγιαξαν τον αέρα. Είναι μεθυστική και ύπουλη, μύρο ναρκωτικού που κατακαθίζει αργά και θάβει σε βελουδένια πνιγμονή τις ζωές των ανθρώπων. Οι καμπάνες του εσπερινού που σημαίνουν, οι κραυγές των σκοπών από τα κάστρα, φεύγουνε σαν κοπάδια τρομαγμένα πουλιά στον ουρανό που πρασίνισε. Η σκιά κατεβαίνει, επίσημη κι αδυσώπητη, πάνω στη μικρή, γέρικη πολιτεία.

Κάποια άτονα φανάρια ανάψανε δειλά. Στα δρομάκια που πλευρίζουνε τα κάστρα, το κίτρινο φως δυναμώνει τη συνοφρύωση του μαύρου. Τα μάκρη των δρόμων χάνονται σε τρομαχτικές γωνιές κ’ οι χτισμένες πέτρες των επάλξεων παίρνουνε με τη σκιά μια απόκοτη ζωντάνια. Η στενόχωρη ζωή, η μακροχρόνια κλεισούρα, νοτίσανε τους δρόμους με μυρωδιές φαρμακερές. Ο ιδρώτας των ανθρώπων, εκκρίσεις μυστικές κι ανομολόγητες, μουσκέψανε τους τοίχους και τους στοιχειώσαν. Σύμπυκνη μπόχα από την ανασεμιά του κτήνους εμψυχώνει μ’ απαίσια ζωή την πέτρα. Τη νύχτα, τα φανταστικά τούτα φίδια των οσμών ανοίγουν τα πρασινωπά μάτια τους και τα παίζουν, ορθώνουν τα γλυφτά κορμιά, λιανές φλόγες κίτρινες, και γνέφουν στο σκοτάδι. Τα χνώτα τους βρωμίζουν τον αέρα και τον μολεύουν. Οι ψυχές από τα πτώματα που στράγγισαν το αίμα τους στις τάπιες σταλιά-σταλιά, βγαίνουνε, θαρείς, στη γύρα, ακολουθώντας μουγγά τους ίσκιους των σκοπών που βηματίζουν.

Και οι άνθρωποι είναι μαζεμένοι. Περνούσες στους δρόμους κι έβλεπες στα πλάγια σου τα μαγαζάκια χωμένα στους τοίχους με φώτα λαδιά, πίσω από θαμπά τζάμια. Δουλεύανε βουβά, σκυμμένοι κάπου, με τη ράχη που η λάμπα την καμπουριάζει και την προβάλλει στον τοίχο θεόρατη. Δουλεύανε μηχανικά, σαν και η απόπνοια του ναρκωτικού να τους είχε κοιμίσει τη σκέψη. Η πολιτεία την ώρα τούτη ονειρεύεται, και λοιπόν όλοι πρέπει να σωπαίνουν.

Η ώρα τούτη δεν είναι για να γυρίζουν στους δρόμους τα παιδιά. Εγώ κι ο Κοσμάς χωρίζαμε. Εκείνος πήγαινε στο μαγαζί του πατέρα του, δίπλα, στη γωνιά του δρόμου, κ’ ύστερα τον έστελναν σπίτι. Κρεμούσε την κεφάλα του λυπημένος ο κακομοίρης, και σφάλιζε το στόμα του πεισματερά.

– Εμπρός, τράβα να πας στη μάνα σου, του ’λεγε αγριωπά ο πατέρας του καπνίζοντας ολοένα τη δεκάρικη πίπα.

Στεκότανε για λίγο στη γωνιά, προβάλλοντας έτσι τη βουβή αντίσταση του αδύναμου, κι έσκυβε επίμονα το κεφάλι του.

– Τράβα, μωρέ!

Έφευγε.

Ο πατέρας του σφάλιζε το μαγαζί κι ανέβαινε ύστερα στο δικό μας σπίτι. Έμπαινε μ’ ευλάβεια στην τραπεζαρία, όπου είτανε καθισμένη απ’ το δειλινό η γιαγιά, και καθότανε κι αυτός εκεί, να τη συντροφέψει. Της έλεγε για τον Αγαθάγγελο, που τον είχε διαβάσει το μεσημέρι, όπως και πάντα άλλωστε. Προφήτευε λιμούς, σεισμούς, καταποντισμούς. Κουνάγανε κ’ οι δυο τους τα κεφάλια, θλιβερά, και θρηνούσανε τη μοίρα των ανθρώπων.

Κάποτε, παίρνοντας εξαιρετική τόλμη, ο πατέρας του Κοσμά έσκυβε στην πολυθρόνα τη γιαγιάς και της έλεγε χαμηλόφωνα, με τη φωνή του καπνιστή που βράζει στο στήθος:

– Διάβασα σήμερα μια στάλα και… Σολομωνική.

– Σώπα, χριστιανέ! έκανε αναπηδώντας η γιαγιά και σήκωνε τα χέρια της στον αέρα.

Ο πατέρας του Κοσμά τραβιότανε πίσω, τάχα μου δειλιασμένος. Μα το ’βλεπες πως η ξαφνική τούτη αίσθηση που προξένησε είναι ίσως η μεγαλύτερη απόλαυση της ζωής του.

Είταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, με κεφάλι ολοστρόγγυλο και μαλλιά άσπρα, κουρεμένα κοντά, που στέκονταν όρθια στο κρανίο του πάνω, σα βλάστηση από βελόνες. Καμπούριαζε το ψηλό κορμί του, και τα υποταχτικά μάτια του είχανε μια τρεμουλιάρα λάμψη. Στα σκεβρωμένα ροζιάρικα δάχτυλά του, με το χοντρό και με το δείχτη κρατούσε πάντα τη δεκάρικη στραβή πίπα που φουμάριζε. Μύριζε ολάκερος, από μακριά, καπνό. Τα μάτια του, που σε κοίταζαν δειλά, με υποταγή, ξάφνου, δίχως να το καταλάβεις πώς, γίνονταν ατσάλινα και σε κάρφωναν.

Όμως ο Κοσμάς είταν ένα ήσυχο, καλόβολο παιδί. Αν βάλεις κατά μέρος το λίγο πείσμα που είχε, αυτή τη βουβή, παθητική του αντίσταση στη δυναστεία του πατέρα, είτανε κατά τ’ άλλα το πιο αγαθό πλάσμα που γνώρισα. “-Πάμε εδώ, Κοσμά; -Πάμε”. “Πάμε εκεί, Κοσμά; – Πάμε”. “-Τι λες, κάνουμε τούτο φιάσκο; -Το κάνουμε”. Γυρίζαμε όλο τ’ απόγεμα στο δρόμο μας, ανάμεσα σπίτι μου και μαγαζί τους, το διάστημα που μας έταξαν, και το ίδανικό μας είτανε να σκαρώσουμε καμιά βρωμοδουλειά σε κανένα διαβάτη. Είχαμε μάλιστα σημαδεμένον ιδιαίτερα έναν ψηλό, θεόρατο φουστανελλά, που περνούσε κάθε μέρα κοντά στις πέντε. Δεν πηγαίναμε ακόμα στο σχολειό, όμως ο Κοσμάς, που επικοινωνούσε με μαθητές, είτανε σοφότερος από μένα στους διαφόρους τρόπους που υπάρχουν για να γελοιοποιήσεις έναν άνθρωπο. Λοιπόν, κάθε δείλι, είχαμε σύσκεψη: Έτσι θα κάνουμε, τούτο θα πάρουμε, εκεί θα σταθούμε, και σαν περάσει, παφ!…

Μα δε γινότανε ποτέ τίποτα. Θες γιατί η τύχη δε μας βοηθούσε, θες γιατί το “θύμα” αργούσε να φανεί κι εμείς χωρίζαμε τρομαγμένοι στη φωνή που έβαζε ο πατέρας του Κοσμά με το σούρουπο, το φιάσκο έμενε πάντα για την άλλη μέρα. Κι έπειτα έμεινε για πάντα ανεκτέλεστο. Το κάτω-κάτω η μεγαλύτερή μας απόλαυση είτανε σαν το μελετούσαμε. Όταν υπολογίζαμε, φανταζόμασταν, προμαντεύαμε το τι θα γίνει και γελούσαμε ενθουσιασμένοι για το μελλοντικό κατόρθωμα. Κατά βάθος, τώρα που το συλλογιέμαι, βρίσκω πως μας έλειπε και των δυονών το κουράγιο να το πραγματοποιήσουμε. Είμασταν σε τούτο το σημείο ίδιοι. Τέτοιοι μείναμε κι αργότερα: άτολμοι εραστές της προσδοκίας.

Ο Κοσμάς είταν ένα εκπληχτικό αντίγραφο της μορφής του πατέρα του. Ο γέρος, πες, δίχως μουστάκια, με κοντά παντελόνια και μαύρα μαλλιά. Το ίδιο ολοστρόγγυλο, βαρύ κεφάλι, που σε κοίταζε από χαμηλά, το ίδιο προβατίσιο βλέμμα. Μόνο που του Κοσμά δε γινότανε ποτέ σκληρό. Σε κοίταζε υπάκουα, με μιαν αδιόρατη σκιά αφαιρεμένης θλίψης, έτσι όπως γίνεται με τα συναισθήματα των παιδιών που, κι αφού ακόμα περάσουν από την ψυχή, λησμονιούνται κάποτε στην όψη.

Πηγαίναμε στο δρόμο, δίχως πρόγραμμα, σοβαροί-σοβαροί κι αμίλητοι. Ο Κοσμάς τραμπάλιζε τη βαριά του ακατέργαστη κεφάλα, βαδίζοντας κουνητά κι αδέξια σα να ’χε κάλους στα πόδια του. Ξάφνου, στα καλά καθούμενα, στεκόταν, έπαιρνε ύφος, μου ’λεγε:

– Ξέρεις, εγώ θα γίνω βασιλιάς.

Γύριζα και τον κοίταζα αδιάφορος. Δεν τον πίστευα βέβαια, όμως εκείνος δεν το ’λεγε καθόλου στ’ αστεία. Ούτε από παιδιάτικη καύχηση. Όχι: ο τόνος του είταν επίσημος και βαρύς. Άγνωστο πώς του ’χε καρφωθεί μια κάποια μέρα στο κεφάλι η παράδοξη τούτη πεποίθηση.

– Θα γίνω βασιλιάς, μου ξανάλεγε με ύφος προφητικό.

Εγώ είχα ρωτήσει στο σπίτι μου και μου ’πανε πως για να γίνεις βασιλιάς πρέπει να έχεις βασιλικό αίμα. Του το ’πα του Κοσμά, όμως αυτό καθόλου δεν τον επηρέασε. Ούτε που πρόσεξε καν τα λόγια μου.

– Θα γίνω βασιλιάς, ξανάπε.

Κι εγώ που δεν ήμουν από φυσικού μου ποτέ πολύ σίγουρος για τίποτα, άρχιζα να κλονίζομαι στην πεποίθησή μου. Γιατί, καμιά φορά να πούμε, τα πράματα έφταναν στο νυν και αεί: ο Κοσμάς μ’ έπιανε, και τραβούσε σε μια γωνιά και μου ’λεγε εμπιστευτικά:

– Ξέρεις, σήμερα ο πατέρας μου έγραψε για να συνεννοηθεί.

– Τι να συνεννοηθεί;

– Για κείνο που σου ’πα ντε!… που θα γίνω βασιλιάς… Θα πάω στη σχολή των Διαδόχων.

Ο πατέρας του είχε γράψει για να συνεννοηθεί πώς θα του δώσουνε το θρόνο. Κι ο Κοσμάς περίμενε την απάντηση. Ύστερα βέβαια θα το ξεχνούσε, ξεχνούσα να τον ρωτήσω κι εγώ, κι όταν του ξαναρχότανε και το ’λεγε, στοχαζόμουν: “Πού ξέρεις αν καμιά φορά τα πράματα δεν έρθουνε κι έτσι!… Τότε πια βέβαια θα ’χω κι εγώ τα μέσα, κι ο Κοσμάς, που θα ’ναι βασιλιάς, θα κάνει κι εμένα κανένα σπουδαίο υποκείμενο, αρχιστράτηγο να πούμε…”.

Η μικρή πολιτεία σιγοζούσε γύρω μας αθόρυβη και δακριτική. Σπάνιοι διαβάτες, οι ίδιοι πάντα, περνούσανε στους δρόμους, κι αναμεταξύ τους είχαν ελάχιστα να πουν. Οι μαγαζάτορες, βγαίνανε κάποτε να σταθούν όρθιοι στην πόρτα τους. Ο παπάς της κοντινής εκκλησίας ερχόταν αφήνοντας από τα ράσα του μια δροσερή μυρωδιά λιβανιού. Ο αντικρινός μας γείτονας, θεόστραβος και θρησκόληπτος, άναβε το καντήλι του, κι από τ’ ανοιχτό παράθυρο τον άκουγες να μασουλάει ψαλμούς:

“Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου, έπαρσις των χειρών μου, θυσία εσπερινή…”.

Περιμέναμε με λαχτάρα τις μεγάλες γιορτες: Χριστούγεννα, Πάσχα. Τότε οι δρόμοι ζωήρευαν, γυναίκες πλήθος περνούσαν πηγαίνοντας στις εκκλησίες και οι καμπάνες σήμαιναν πρόσχαρα. Κάποια ζέση σα να ’χε χυθεί τώρα στις κοκκαλωμένες φλέβες της πολιτείας. Φούντωνε το λιβάνι, κι από τις μάντρες, κρυμμένα, γάβγιζαν τα βαρελότα. Οι κυρίες έκαναν τις ανήσυχες: “Τα βρωμόπαιδα!” Όμως δε μπορούσαν να βαστάξουν για πολύ και το χαρούμενο χαμόγελο χάραζε στο πρόσωπό τους. Οι καρδιές τους που είχανε χρόνια να χτυπήσουν, σα να θυμόνταν πως στάθηκαν κάποτε ζωντανές.

Όμως είχαμε και μιαν άλλη στιγμή που ανασταινόμασταν στη μικρή πολιτεία. Είτανε τ’ απόβραδο, όταν το σύνταγμα γύριζε από τα γυμνάια της ημέρας.

Πρώτα, από πέρα, ακουγόταν θολά η μακρινή του μουσική. Είναι; Δεν είναι; όλοι αναρωτιόνταν περίεργοι. Έπειτα, σε κάποιο στρίψιμο, η μπαταρία από τα χάλκινα ξέσπαζε θριαμβική. Έπαυε. Τα ταμπούρλα σημείωναν το βήμα, χαμηλόφωνα, σκυθρωπά, κι όλο ζυγώναν και ζυγώναν. Οι έμποροι βγαίνανε στις πόρτες τους κι αλληλοκοιτάζονταν χαμογελώντας. Σε κάποιο τζάμι, ένα θαμπό κεφάλι κόρης. Ο ήλιος, βασιλεύοντας, έρριχνε στα σπίτια μια λάμψη τριανταφυλλένια, θερμή. Ξάφνου, το εμβατήριο έσκαγε, κοντινό, χτυπώντας ανήσυχα τις μπακιρένιες φτερούγες του στους στενούς τοίχους. Το βήμα ρύθμιζε το τραγούδι. Πρόβαλλαν οι στολές, τα σπαθιά, οι λόγχες αραδιασμένες. Και τότε, ολάκερη η πολιτεία, η κοιμισμένη από χρόνια μέσα στο ηρωικό της όνειρο, σα να βούιζε σύγκορμη, βαθιά, στους πέτρινους αρμούς και στα ψηλά κάστρα. Στο ένδοξο φως του ήλιου που βασιλεύει, σπίθιζαν οι φωνές από τα όργανα, βαρύτονα αντιβούιζαν τα τείχη, και η φαντασία, για μια στιγμή δονούμενη από ζωή, έδινε στη γέρικη πέτρα την πλατιά φωνή της θύμησης, για να τραγουδήσει.

Έτσι θ’ αποκοιμιότανε κάθε βράδυ η πολιτεία μας, με το τραγούδι τούτο των περασμένων. Η νοσταλγία που είχε μουσκέψει το κάθε πράμα καιτο κάθε κομμάτι γης, ζωντάνευε μαζί και υπνώτιζε και τους ανθρώπους. Γεννηθήκαμε, αρχίσαμε να μεγαλώνουμε κι εμείς, στο απλοϊκό τούτο όνειρο της ιστορίας. Η παράδοση περνούσε επίμονη κι άγρυπνη από τα στόματα των γενεών, η μαρτυρία ορθωνότανε γύρω πέτρινη, αδυσώπητη, να μας ισκιώνει. Όλοι κάτι σα να πρόσμεναν. Μάθαμε να προσμένουμε κι εμείς. Στα παιδικά μας όνειρα μέσα, ανέμιζαν σημαίες, έλαμπαν σπαθιά. Τα πρώτα παιχνίδια μας είταν όπλα. Η ψυχή του τόπου, σα να πέρασε στις φλέβες των ανθρώπων από τις αρτηρίες της γης και δεν έλεγε να ησυχάσει. Έσφυζε και πίεζε, ζητώντας να ξυπνήσει το ράθυμο κορμί στον οπτασιασμό της φιλοδοξίας.

Έτσι, όπου το αίμα χύθηκε πολύ, μια ζωή μυστική κι ανεξήγητη φαίνεται να ψυχώνει την ύλη. Τα πράματα κρατάνε τη θύμηση, και οι παλμοί που τα δόνησαν μια φορά, πυκνώνουν μέσα τους και δρούνε. Το αίμα ζει και τυλίγει με χνώτο ανήσυχο την ύπαρξη των ανθρώπων. Τους κοινωνάει τη γεύση του, κερδίζει την ψυχή, κι έτσι, μοιραία, τους σπρώχνει στην αμαρτία. Ο Κάιν ανάσανε τον γλυκό αχνό του αδερφικού αίματος και πια δεν το ξεχνάει. Ο Θεός προσφέρει στους ανθρώπους το αίμα του Χριστού, αλλά τους κερδίζει ο Σατανάς με τη μετάληψη του Άβελ.

Ο Απρίλης της ζωής μου έχει τρία ολότελα ξεχωριστά κεφάλαια. Το πρώτο, το παρθενικό, είναι ο Κοσμάς. Το δεύτερο ο Αντρέας.

Πώς τον γνώρισα; Δεν θυμάμαι πια: Μου απαγόρευαν να τον κάνω συντροφιά, σπίτι μας δεν ερχόταν, εγώ δεν πήγαινα στο δικό του. Είτανε μεγαλύτερος, κάμποσο, και είχε ένα κορμί περήφανα στητό, κρύο κι επίμονο βλέμμα. Σε κοίταζε για ώρα, δίχως να βγάζει μιλιά, ύστερα γύριζε τη ράχη του κι έφευγε, λς και πια δεν τον ενδιαφέρεις. Σ’ αυτό το αναμεταξύ όμως, είχες την αίσθηση ότι σου πήρε αυτό που ήθελε. Τέτοιος λες και είταν ο σκοπός του. Τεντώνοντας τα μακριά, ρωμαλέα πόδια του, μ’ένα βήμα αντρίκιο και μεγάλο, ξεμάκραινε αφήνοντάς σε καταντροπιασμένον.

Θαρώ πως τον γνώρισα στο ιερό της ενορίας μας, σε κάποια ακολουθία της Μεγάλης Βδομάδας. Τουλάχιστον εκεί τον πρωτοθυμάμαι. Πηγίναμε κάμποσοι πιτσιρίκοι, φιλοδοξώντας να “βοηθήσουμε”. Βγάζαμε το κερί, οι τυχερότεροι χτυπούσανε και τις καμπάνες. Ο παπάς, που δε μας πολυγουστάριζε, σαν πολυπυκνώναμε μας χούγιαζε, εμείς όμως ξανατρυπώναμε την ώρα που κείνος έβγαινε να πει το Ευαγγέλιο στην Ωραία Πύλη

Λοιπόν εκείνο το βράδυ – πρέπει να είταν Μεγάλη Πέμπτη – είχαμε μαζευτεί αρκετοί. Η εκκλησία είχε πολύν κόσμο, τα κεριά φούντωναν τον αέρα, βαριά ανακλαδιζόταν το λιβάνι γύρω στους πολυελαίους, και το καμμένο κερί πίκραινε την ανασεμιά. Ο παπάς βγήκε να πει το Ευαγγέλιο, μαζί δυο από μας με τα κεριά, και οι άλλοι, μέσα στο σκοτεινό ιερό, συναχτήκαμε γύρω στον Αντρέα.

Είτανε ψηλότερος, με ώμους πλατιούς, και μας δέσποζε. Κάτι έλεγε, μιλούσε μοναχός του, κι εμείς ακούγαμε χάσκοντας αποσβολωμένοι. Η φωνή του αυτουνού είτανε πρόωρα βαριά, πρσσταχτική, κάπως ξερή, και τα γυμνά του γόνατα μου θύμιζαν τον Αρχάγγελο της αριστερής πόρτας. Ξάφνου, έβγαλε από τη μπλούζα του ένα ξυράφι. Το άνοιξε, τέντωσε γυμνώνοντας ώς τον αγκώνα το αριστερό του μπράτσο. Τρομάξαμε εμείς, κάναμε πίσω, σκουντηχτήκαμε. Αυτός όμως σήκωσε το δεξί, με το λεπίδι γυμνό, και στάθηκε λίγο να περιμένει. Έπειτα το κατέβασε κι έκανε μια κίνηση ήρεμη, απαλή, πάνω στις γαλάζιες φλέβες του καρπού του.

Κάποιοι τολμηρότεροι τον άρπαξαν στα μπράτσα τους και τον εμπόδισαν. Δεν κλονίστηκε καθώς είτανε ριζωμένος με τα πόδια του ανοιγμένα και στητά. Έκλεισε το ξυράφι και το ’κρυψε. Γέλασε μονάχα με το κούφιο κρύο του γέλιο.

– Δειλοί! είπε δίχως να μας κοιτάξει.

Από δω και πέρα δεν ξέρω πού αρχίζει τ’ όνειρο και πού παύει η αλήθεια. Πρέπει να τον έβλεπα συχνά στον ύπνο μου τον Αρχάγγελο με το ξυράφι, ευκαιρίες πολλές δεν είχαμε να κάνυμε συντροφιά μαζί. Θαρώ πως με κυνηγούσε, θέλοντας πάντα κάτι να μου πει, κάτι άγνωστο να με βάλει να κάνω, κι ένιωθα πως πάντα, μέσα στη ναυτική μπλούζα του, είχε κρυμμένο κείνο το ξυράφι.

Δε μου έκανε πια γούστο η συντροφιά του Κοσμά. Μονάχος του γύριζε τούτος ο κακομοίρης τα δειλινά στο δρόμο μας, ελπίζοντας κάποτε να με ιδεί και ρίχνοντας δειλές ματιές στα παράθυρα τυ σπιτιού μας. Φιλοδοξούσα τον Αντρέα και μαζί τον έτρεμα. Σαν τον ζύγωνα, ειχα πάντα μια μυστική, γλυκιά ανατριχίλα. Δεν ξέρω, θαρώ πως μου είχε δώσει κάποιαν υπόσχεση, άγνωστη και σκοτεινή, κι αυτή περισσότερο απ’ όλα είτανε που με τρόμαζε. Την ένιωθα αναπόφευχτη, επιταχτική, κι ανάσαινα κάτω από τη σκιά της.

Την κράτησε ένα βράδυ, εκεί κάτω, στην προκυμαία.

Το καλοκαίρι, κάθε απόγεμα, το λιθόστρωτο γέμιζε κόσμο που πηγαινοερχόταν φλυαρώντας και σούρνοντας τα παπούτσια του μπροστά στη θάλασσα. Κέντρα φωτισμένα το βράδυ απλώνανε καρέκλες και τραπεζάκια, έπαιζε η μουσική, και οι κυρίες σεργιάνιζαν επιδειχτικά τα φτερωτά καπέλλα τους ή τ’ αργοσάλευαν με νάζι, καθισμένες στις συντροφιές τους. Είτανε και κάνας καραγκιόζης που άναβε τα φώτα του προκλητικά για τη βραδινή παράσταση, και οι πασατεμπάδες που διαλαλούσαν το αχνιστό εμπόρευμά τους.

Έπειτα, με την ώρα του φαγητού, ο φλύαρος αυτός κόσμος αραίωνε, τραβιότανε, και η προκυμαία έμενε αδειανή με τα τραπεζάκια της.

Ένα τέτοιο βράδυ είχα ξεμείνει κι εγώ από τους δικούς μου, με δυο άλλους συντροφιά. Ο ένας πρέπει να είταν ο Αντρέας. Σε κάποια στιγμή βρέθηκα μόνος μου, στάθηκα να περιμένω, κι αναζήτησα με το βλέμμα γύρω. Η θάλασσα ανάδινε γλυκά μιαν άχνα λιπαρή. Οι βάρκες κοιμόντανε δίχως ανασασμό στη μεγάλη επιφάνεια του νερού. Ξάφνου, ένας βρόντος ήρθε να μου τραντάξει το κεφάλι, στράφηκα σαστισμένος και κατάλαβα πως είχα φάει πετριά.

Δε μίλησα. Έκανα φύγω, όταν κάτι ζεστό και υγρό, αργοκυλώντας, κατέβηκε από πάνω και μ’ έλουσε, με τύφλωσε. Σήκωσα το χέρι μου, πασπάτεψα τα μαλλιά μου, το γνώρισα. Πρώτη φορά που το ’βλεπα. Είταν αίμα…

Έτσι έγινε. Ο Αντρέας μ’ έμαθε πρώτος, στο ιερό της εκκλησίας, να φοβάμαι το αίμα. Ο Αντρέας μ’ έμαθε απόψε και να τ’ αγαπώ.

Ήρθε κάποια μέρα που μ’ έμαθαν και να το σέβομαι.

Κάποιες γυναίκες μαυροντυμένες, γύρω-γύρω σε μια κάμαρα του σπιτιού μας. Ο πατέρας μου ανεβαίνει, κατεβαίνει, φέρνει νέα, φεύγει, ξανάρχεται. Η θειά, κοντή και λιγνούλα, ψυχή κάλλιο παρά άνθρωπος, τεντώνει τ’ απορημένα παιδικά της μάτια και χτυπάει τα χέρια της. “Τον Πάνο μου! Τον Πάνο μου!” λέει και κοιτάζει στον αέρα στυλά.

Οι άλλες σωπαίνουν. – Ο πόλεμος.

Το τρίτο κεφάλαιο του Απρίλη είναι ο πόλεμος.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή να ζήσσει η γέρικη πολιτεία τ’ όνειρό της. Δεν είναι όπως πρώτα, στα περασμένα χρόνια, εδώ κοντινό. Τα κάστρα δεν καπνίζουν και τα βαριά χαλκοπράσινα κανόνια, που κοίτονται άψυχα στη γη, δε θα βροντήξουν. Γίνεται κάπου εκεί πέρα, μακριά λένε, στα σύνορα. Η μικρή πολιτεία στέλνει τα παλικάρια της, βαρκαδιές-βαρκαδιές, και φεύγουνε με τα καράβια. Έπειτα, η μητέρα μου με παίρνει κοντά της, μου χτενίζει τα μαλλιά και μου λέει αργά, σαν παραμύθι:

– Μια μέρα, θα γυρίσουν. Τότε ο κόσμος θα γιορτάζει, θα παίζουν οι μουσικές, κι όλοι, κάτω στην προκυμαία που θα ’ναι στολισμένη, θα φωνάζουν: “Έρχονται, έρχονται οι νικητές!”

Βλέπω στα όνειρά μου το στρατό, όπως στην παρέλαση. Η μουσική πάει μπροστά και παίζει, σημαίες ανεμίζονται. Τα παλικάρια είναι ωραία, ζωηρά, κι ο θρίαμβς αστράφτει στα μέτωπά τους. Όλοι είναι χαρούμενοι. Δεν έχω μίσος στην ψυχή για τον εχθρό, όμως με γοητεύει η ιδέα της νίκης.

Τα βράδια, που κάναμε περίπατο με τον πατέρα μου, κοίταζα ανήσυχα πάνω από τα κάστρα, τέντωνα τ’ αυτί. Περίμενα ν’ ακούσω εκεί, όχι πολύ μακριά, να βροντάνε κανόνια. Δεν είχα την αίσθηση της απόστασης, ο κόσμος είτανε μικρός, όσος έβλεπα. Κάποτε έρχονταν μηνύματα χαρμόσυνα, σημαίνανε μέσα στη νύχτα οι καμπάνες, όλοι ξυπνάγαμε τρομαγμένοι, και στους δρόμους φεγγοβολές παράδοξες περνούσαν, μπουλούκια άνθρωποι που φώναζαν έξαλλα και τραγουδούσαν. Ονόματα άγνωστα, παράδοξα, κυκλοφορούν, νίκη στο τάδε μέρος, και στο τάδε. Έρχεται ο πατέρας, με πρόσωπο χαρούμενο. Μακριά, στην πόλη μέσα, ζητωκραυγές.

Κάποτε είναι κι ένα όνομα σκοτωμένου, σε τούτο το σπίτι ή σε κείνο. Μα είναι ξένα τα σπίτια, δεν τα ξέρω, και θαρώ πως κι αυτοί εκεί μέσα πρέπει να ’ναι χαρούμενοι. Αφού έχουμε έτσι τη νίκη; Λένε πως σκοτώθηκε ο σημαιοφόρος του συντάγματος, κι αυτό συγκινεί ολάκερη την πολιτεία. Ένας σημαιοφόρος είναι ένα σύμβολο. Το αγαπάνε περισσότερο το νεαρό εκείνο παλικάρι τώρα που σκοτώθηκε, και η στοργή που τυλίγει το θάνατό του είναι τόση, που θα ’θελες να ’σαι στη θέση του. Χτυπήθηκε, λένε, στο κεφάλι και τα μυαλά του σκόρπισαν πάνω στη σημαία. Τι όμορφα!…

Καμιά φορά, το βράδυ, την ώρα που τρώγαμε, ακούγαμε στο δρόμο να περνάνε βήματα πολλά, που φεύγανε μουγγά και χάνονταν πέρα. Κλαγγή όπλων τα συνόδευε. Η γριά δούλα έμπαινε στην τραπεζαρία ανήσυχη, έλεγε: “Αιχμάλωτοι!…” Φοβόταν, αυτό είταν ολοφάνερο, τρόμαζα κι εγώ. Από πού μας τους φέρνανε τους μακρινούς κι άγνωστους αυτούς ανθρώπους;

Και τέλος ήρθε η μέρα της επιστροφής. Η νίκη. Πρωί ο κόσμος κατέβηκε στην προκυμαία τη σημαιοστολισμένη, πλεύρισαν τα καράβια για να βγουν οι στρατιώτες, και πήγαμε κι εμείς να ιδούμε τους νικητές.

Άλλοτε η παραλία μας, τα πρωινά, είταν έρημη, Έτσι είχα συνηθίσει να τη βλέπω. Σε στρωτούς, γλυκούς τόνους γράφοναν η θάλασσα κι ο ουρανός, και φως απέραντο, φως ρόδινο και λευκό, γέμιζε την αγκαλιά του λιμανιού. Καταμεσίς στον κάμπο του νερού, σαν από μαγεία ξεπεταμένο, ένα κάστρο ξεκοβόταν, ίδιο καράβι πέτρινο που στοίχεισωσε κει-δα, και τα θαλασσοπούλια, που το ’φερναν βόλτες με νωθρό φτεροκόπημα, κάποτε τ’ άγγιζαν με τη φτερούγα τους κι αμέσως πετούσαν πέρα, κρώζοντας ανήσυχα. Μέσα κατοικούσε με τιμητική φρουρά ένα πρόσωπο επίσημο: Ο δήμιος του βασιλείου της Ελλάδας.

Σήμερα όμως κόσμος πολύς πηγαινόρχεται στην αποβάθρα μας, πυραμίδες από ντουφέκια είναι τημένες, και μεγάλα καράβια δίπλα στα μουράγια καπνίζουν. Κάπου εκεί, δεξιά, τέσσεροι στρατιώτες εφ’ όπλου λόγχη φρουρούν κάτι που ο κόσμος το τριγυρίζει. Ζυγώνω και βλέπω. Είναι αλλόκοτοι αυτοί οι νικητές, ολότελα διαφορετικοί απ’ ό,τι τους περίμενα, μαύροι κι αξύριστοι, αγριωποί, ξένο το πρόσωπό τους. Το πράμα που φρουρούν είναι ένα κομμάτι πανί τσουρουφλισμένο, ασπρογάλανο, λερό, και κρέμεται σε μαβί κοντάρι. Ο κόσμος περνάει και τ’ ανασπάζεται. Είναι η σημαία.

Αυτό λοιπόν είναι το λάβαρο που πάνω του τινάχτηκαν τα μυαλά του παλικαριού. Όλοι το ανασπάζονται κάπου εκεί, πάνω στο κοντάρι, κι όταν κανένας κάνει να το προσκυνήσει αλλού, ο πρώτος από τους αγριωπούς φρουρούς κάτι του λέει απότομα, σκληρά.

Ζυγώνω κι εγώ με τη σειρά μου.

Να το πανί με τα χρώματα, καθώς λένε, της πατρίδας. Σκύβω να φιλήσω τις πτυχές, γιατί εδώ πάνω πρέπει ν’ ανασαίνει βέβαια η ψυχή της. Όμως η φωνή δίπλα μου, άγρια, με σταματάει:

– Στα αίματα! Λέει προσταχτικά.

Πρώτη φορά που μου μιλούσαν έτσι.

Κοίταξα το κοντάρι και είδα πάνω του, σ’ ένα σημείο κοντά στη μέση, να ’ναι λεκέδες μαυριδεροί, σαν από σκουριά. Έτσι είναι λοιπόν το αίμα πεθαμένο… Δίστασα. Όμως η σκιά των ανθρώπων που φρουρούσαν εκεί δίπλα, είτανε μεγάλη, πιεστική…

Έκλεισα τα μάτια μου, σηκώθηκα στα νύχια. Κι εκεί πάνω στα σημάδια του θανάτου πουμε πρόσμεναν, ακούμπησα φευγαλέα, τρέμοντας μυστικά, τα παιδικά μου χείλη.

Άγγελος Τερζάκης

O Άγγελος Τερζάκης (16 Φεβρουαρίου 1907 – 3 Αυγούστου 1979) ήταν Έλληνας λογοτέχνης της γενιάς του ’30 και δοκιμιογράφος. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Πολύ αξιόλογο είναι το δοκιμιακό του έργο: αυτός και ο Γεώργιος Θεοτοκάς είναι οι κύριοι εκφραστές του θεωρητικού προβληματισμού και των αναζητήσεων της ανανεωτικής γενιάς του ’30.

Φώτο: Ναύπλιο. Έργο της Ντιάνας Αντωνακάτου
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ