Οι «Επιστολές του Θεμιστοκλή» έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία του Άργους. Ο Θεμιστοκλής (524-459 π.Χ.), μετά τον οστρακισμό του, επέλεξε να ζήσει στο Άργος.
Οι Λακεδαιμόνιοι τον κατηγόρησαν ότι, μαζί με τον Παυσανία τον Λακεδαιμόνιο, πρόδιδαν τους Έλληνες στον Πέρση μονάρχη. Ο Θεμιστοκλής -είτε γιατί η κατηγορία ήταν αληθινή, είτε γιατί πίστευε ότι η δίκη ήταν στημένη- διέφυγε από το Άργος και κατέληξε στην Περσία.
Οι «Επιστολές του Θεμιστοκλή» υποτίθεται ότι συντάχθηκαν κατά την περίοδο του οστρακισμού του Θεμιστοκλή από την Αθήνα (περ. 472/1 π.Χ.). Όποιος συνέθεσε αυτές τις επιστολές μάλλον εμπνεύστηκε από τις αναφορές του Θουκυδίδη στην επιστολή του Θεμιστοκλή προς τον Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη (Θουκ. 1.137) και στην αλληλογραφία του Παυσανία με τον πατέρα του βασιλιά, τον Ξέρξη (Θουκ. 1.128–30). Λίγα είναι γνωστά με βεβαιότητα για την προέλευση ή την πατρότητα αυτών των επιστολών. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν σε μια πιθανή χρονολόγησή τους γύρω στο 100 μ.Χ.. Αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η συλλογή περιλαμβάνει γνήσια αλληλογραφία του ίδιου του Θεμιστοκλή, είναι σαφές από άλλες πηγές ότι ο Θεμιστοκλής όντως έγραφε επιστολές, ειδικά κατά τις περιόδους της εξορίας του από την Αθήνα.
Δύο από αυτές αναφέρονται λεπτομερώς στη διαμονή του στο Άργος και τους δεσμούς του με την πόλη του Άργους και τους Αργείους. Σήμερα, δημοσιεύω, σε δική μου μετάφραση, την πρώτη εκ των δύο:
Αφού εγκατέλειψα την Αθήνα και έφθασα στους Δελφούς, αποφάσισα ότι, εφόσον οι Αθηναίοι το επέτρεπαν, θα έμενα εκεί μόνιμα. Καθ’ οδόν συνάντησα ορισμένους φίλους μου από το Άργος: τον Νικία και τον Μελέαγρο, καθώς και τον Ευκράτη, ο οποίος είχε πρόσφατα επισκεφτεί την Αθήνα. Στάθηκαν γύρω μου υποβάλλοντάς μου ερωτήσεις και, όταν πληροφορήθηκαν τον οστρακισμό μου, εξοργίστηκαν αμέσως και κατηγόρησαν ιδίως τους Αθηναίους.
Έτσι, Αισχύλε, με έπεισαν και με οδήγησαν στο Άργος. Τώρα που έπαψα να περιπλανώμαι και εγκαταστάθηκα στο Άργος, υποφέρω έντονα, διότι δεν συναινώ να αναλάβω την ηγεσία των Αργείων. Εκείνοι επιθυμούν να με εξαναγκάσουν να άρχω και ισχυρίζονται ότι τους αδικώ, εάν δεν αποδεχθώ την εξουσία. Εγώ, ωστόσο, είμαι απολύτως ικανοποιημένος που δεν θεωρούμαι μεγάλος άνδρας — όχι μόνον επειδή έχω ήδη πληγεί από τη φήμη αυτή, αλλά και επειδή μου αρκεί ότι επωφελήθηκα από τέτοια αγαθά όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις.
Οι «Επιστολές του Θεμιστοκλή» υποτίθεται ότι συντάχθηκαν κατά την περίοδο του οστρακισμού του Θεμιστοκλή από την Αθήνα (περ. 472/1 π.Χ.). Όποιος συνέθεσε αυτές τις επιστολές μάλλον εμπνεύστηκε από τις αναφορές του Θουκυδίδη στην επιστολή του Θεμιστοκλή προς τον Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη (Θουκ. 1.137) και στην αλληλογραφία του Παυσανία με τον πατέρα του βασιλιά, τον Ξέρξη (Θουκ. 1.128–30). Λίγα είναι γνωστά με βεβαιότητα για την προέλευση ή την πατρότητα αυτών των επιστολών. Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν σε μια πιθανή χρονολόγησή τους γύρω στο 100 μ.Χ.. Αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η συλλογή περιλαμβάνει γνήσια αλληλογραφία του ίδιου του Θεμιστοκλή, είναι σαφές από άλλες πηγές ότι ο Θεμιστοκλής όντως έγραφε επιστολές, ειδικά κατά τις περιόδους της εξορίας του από την Αθήνα.
Δύο από αυτές αναφέρονται λεπτομερώς στη διαμονή του στο Άργος και τους δεσμούς του με την πόλη του Άργους και τους Αργείους. Σήμερα, δημοσιεύω, σε δική μου μετάφραση, την πρώτη εκ των δύο:
Πρὸς Αἰσχύλον
Αφού εγκατέλειψα την Αθήνα και έφθασα στους Δελφούς, αποφάσισα ότι, εφόσον οι Αθηναίοι το επέτρεπαν, θα έμενα εκεί μόνιμα. Καθ’ οδόν συνάντησα ορισμένους φίλους μου από το Άργος: τον Νικία και τον Μελέαγρο, καθώς και τον Ευκράτη, ο οποίος είχε πρόσφατα επισκεφτεί την Αθήνα. Στάθηκαν γύρω μου υποβάλλοντάς μου ερωτήσεις και, όταν πληροφορήθηκαν τον οστρακισμό μου, εξοργίστηκαν αμέσως και κατηγόρησαν ιδίως τους Αθηναίους.
Όταν όμως αντιλήφθηκαν ότι σκόπευα να εγκατασταθώ στους Δελφούς, έπαψαν να κατηγορούν τους Αθηναίους και άρχισαν να επιπλήττουν εμένα, λέγοντας ότι θα τους πρόσβαλλα εάν δεν τους αποδεχόμουν ως κατάλληλους να συμμερισθούν τη δυστυχία μου. Επισήμαναν επίσης ότι ο πατέρας μου, ο Νεοκλής, είχε ζήσει επί μακρόν στο Άργος και ότι δεν έπρεπε να ατιμάσω τη μνήμη της αγάπης του προς το Άργος και προς τους Αργείους φίλους του.
Έφθασαν μάλιστα στο σημείο να επαινέσουν τους Αθηναίους, επειδή μου επέβαλαν μια δίκαιη ποινή. Τέλος, με παρότρυναν να τιμήσω τη συνάντησή μας με κάτι περισσότερο από μια τυχαία συγκυρία και να μη θεωρήσω κακό οιωνό την καλή μας τύχη που συναντηθήκαμε. Επανάφεραν δε το παράδειγμα του Νεοκλή, τονίζοντας πόσο αρμόζον θα ήταν να κατοικήσω στην ίδια πόλη και πατρίδα όπου είχε ζήσει εκείνος.
Έτσι, Αισχύλε, με έπεισαν και με οδήγησαν στο Άργος. Τώρα που έπαψα να περιπλανώμαι και εγκαταστάθηκα στο Άργος, υποφέρω έντονα, διότι δεν συναινώ να αναλάβω την ηγεσία των Αργείων. Εκείνοι επιθυμούν να με εξαναγκάσουν να άρχω και ισχυρίζονται ότι τους αδικώ, εάν δεν αποδεχθώ την εξουσία. Εγώ, ωστόσο, είμαι απολύτως ικανοποιημένος που δεν θεωρούμαι μεγάλος άνδρας — όχι μόνον επειδή έχω ήδη πληγεί από τη φήμη αυτή, αλλά και επειδή μου αρκεί ότι επωφελήθηκα από τέτοια αγαθά όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις.
Γιώργος Στείρης
Καθηγητής Φιλοσοφίας ΕΚΠΑ











(1).webp)



