Γράφουν οι καθηγητές φυσικής αγωγής
∆ιονύσης ∆ιατσίγκος - Ντεβές Θεόδωρος
Ας το πάρουμε από την αρχή: «ουδείς άσφαλτος…» έχει δηλώσει γνωστή
αοιδός της νύχτας, με τον κορυφαίο γλωσσολόγο Γ. Μπαμπινιώτη να
βεβαιώνει με το αδιαμφισβήτητο επιστημονικό του κύρος, την αξιοπιστία της
συγκεκριμένης φράσης τόσο γλωσσικά όσο και ουσιαστικά.
Άλλωστε
διαχρονικά και σε παγκόσμια κλίμακα είναι ελάχιστες αν όχι μηδενικές, οι
περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι μπορούν να διεκδικήσουν επί της ουσίας
και εν τοις πράγμασι το περιβόητο «αλάθητο του Πάπα».
Πολύ περισσότερο
αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν κάποιος προσπαθεί να επιτύχει
επιδόσεις και στόχους μέσα από μια συνθήκη, πέρα και πάνω από τις
τρέχουσες φυσιολογικές του ικανότητες σε σχέση με τις απαιτήσεις,
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ενασχόληση του ανθρώπου με τον
αθλητισμό κυρίως τον αγωνιστικό και ιδίως τον πρωταθλητισμό όπου στις
προσπάθειες του για βελτίωση και πρόοδο είναι φυσικό και σχεδόν
αναμενόμενο ότι θα κάνει «λάθη» πολλά ή λίγα, μικρά ή μεγάλα, κρίσιμα ή
ανώδυνα.
Με δεδομένο ότι η αθλητική προσπάθεια είναι συνυφασμένη και κατά κάποιο
τρόπο ταυτισμένη και με το λάθος, αξίζει να αναφερθούμε για την διόρθωση
του αθλητικού λάθους και την διαχείριση της ήττας που συνήθως προκύπτει
από το άθροισμα των λαθών που γίνονται στις αθλητικές προσπάθειες και
στους αθλητικούς αγώνες.
Καταρχάς έχει ενδιαφέρον να «ακούσουμε», να δούμε τα λόγια κάποιων
σπουδαίων ανθρώπων του αθλητισμού σχετικά με το σημερινό μας θέμα. Ο
Πεπ Γκουαρτιόλα έχει υποστηρίξει: «Η προπόνηση επί της ουσίας είναι τρία
πράγματα πρώτον διόρθωση, δεύτερον διόρθωση και τρίτον διόρθωση» ενώ ο
Ζελίκο Ομπράντοβιτς έχει επισημάνει: «Ως προπονητής οφείλω να διορθώνω
τα λάθη κάθε μέρα πρέπει να το κάνω. Ξέρω ότι είναι δύσκολο για τους
παίκτες γιατί αν κάνουν το ίδιο λάθος εκατό φορές, πρέπει να το
διορθώνουμε συνεχώς. Όμως ποτέ δεν βλέπω το πρόσωπο του παίκτη. ∆εν
κοιτάζω τον «άλφα» ή τον «βήτα». Με νοιάζει μόνο αν κάνει λάθος και τότε
πρέπει να το διορθώσω. Αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύω από την πρώτη
στιγμή που έγινα προπονητής». Επίσης ο Γιόχαν Κρόιφ γράφει στο εξαιρετικό
αυτοβιογραφικό του βιβλίο (ΓΙΟΧΑΝ): «τελικά το ποδόσφαιρο είναι ποιότητα
ανακατεμένη με λάθη». Και επίσης σε άλλο σημείο του βιβλίου του ο Γ. Κρόιφ
αναφέρει «Αυτό που έμαθα ήταν πως στο ποδόσφαιρο είναι μια διαδικασία
λαθών, τα οποία όχι μόνο δεν πρέπει να σε εκνευρίζουν αλλά πρέπει να τα
αναλύεις μετά, ώστε να μαθαίνεις κάτι από αυτά και εμείς κάθε χρόνο
γινόμασταν όλο και καλύτεροι. Εγώ προσωπικά ποτέ μου δεν κοίταξα πίσω.
Στο τέλος κάθε παιχνιδιού ήδη σκεφτόμουν το επόμενο και τι θα μπορούσα
να κάνω καλύτερα σε αυτό.
Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι λαθών. Αυτό που προσωπικά λάτρευα ήταν
τα μαθηματικά του παιχνιδιού, η ανάλυση η βελτίωση».
Ακόμα από την αρχή είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε πως η διόρθωση στον
αθλητισμό δεν πρέπει να περιορίζεται και να αφορά μόνον το λάθος που έχει
να κάνει αποκλειστικά με το άθλημα που καταπιάνεται ο αθλητής (π.χ.
καλύτερο ποδοσφαιριστή ή καλύτερο άλτη κ.ο.κ.) αλλά να στοχεύει και στο να
τον βελτιώνει και ως αθλητή υπό την έννοια της σωματικής επάρκειας,
ευεξίας, υγείας, κυρίως δε να του βελτιώνει την συμπεριφορά, τον χαρακτήρα
δηλαδή στο να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο. Μάλιστα η συγκεκριμένη
στόχευση, αυτή η επιδίωξη μέσω της διόρθωσης του αθλητικού λάθους, είναι
προφανές ότι αποκτάει μια ξεχωριστή μια ιδιαίτερη σημασία, κατά την
ενασχόληση των μικρών ηλικιών (παιδική προεφηβική) με αθλητικές
δραστηριότητες και έτσι αναδεικνύεται και δικαιώνεται η τεράστια
παιδαγωγική αξία και η επιρροή που έχει ο αθλητισμός στην διαμόρφωση της
προσωπικότητας ενός ανθρώπου και πολύ περισσότερο ενός -υπό
διαμόρφωση- παιδιού. Ως εκ τούτου ένας προπονητής που δραστηριοποιείται
στον παιδικό αθλητισμό πρέπει να έχει πλήρη συνείδηση ότι αφενός είναι
«εκπαιδευτής» ενός επιτυχημένου πλην μελλοντικού αθλητή και αφετέρου
ότι είναι (εν δυνάμει) και «δάσκαλος» ενός μελλοντικού ολοκληρωμένου
(ψυχοσωματικά) αυτόπειθαρχημένου ανθρώπου.
Ο προπονητής μικρών και μεγάλων ηλικιών πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη
ανοχή, κατανόηση και ευαισθησία μπροστά στο λάθος που θα κάνουν τα παιδιά
στις αθλητικές τους προσπάθειες. Επομένως οφείλει (ο προπονητής) σ’
αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες να λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψιν και να
συνυπολογίζει δύο βασικές παραμέτρους σε σχέση με την διόρθωση του
λάθους και στην διαχείριση της ήττας στον παιδικό αθλητισμό.
Πρώτον: ότι τα παιδιά υστερούν φυσιολογικά ως προς το τεχνικό τους
οπλοστάσιο και το φυσικό τους υπόβαθρο ή πιο «ελληνικά» ως προς το
προπονητικό τους backroad, αφού τώρα βάζει τις βάσεις για την αθλητική του
καριέρα, χτίζει τα θεμέλια.
∆εύτερον: το παιδί εξίσου φυσιολογικά βρίσκεται σε αναπτυξιακή φάση και
συνεπώς δεν έχει αναπτυχθεί, δεν έχει ολοκληρωθεί βιολογικά και δεν έχει
ωριμάσει νοητικά και συναισθηματικά.
Με βάση τα δύο συγκεκριμένα δεδομένα είναι εντελώς αναμενόμενο και
δικαιολογημένο το παιδί-αθλητής να κάνει και περισσότερα και μεγαλύτερα
λάθη και αυτό δεν πρέπει ο προπονητής (του) να το ξεχνά κάθε φορά που
παρεμβαίνει για να διορθώσει το λάθος ή να αντιμετωπίσει την αποτυχία
ενός παιδιού ή μιας παιδικής ομάδας. Για αυτό τονίζουμε και πάλι πως ο
προπονητής -ειδικά όταν έχει να κάνει με παιδιά- πρέπει να φροντίζει να
διαθέτει ψυχραιμία υπομονή μα και επιμονή στην διόρθωση του λάθους.
Μιλώντας δε γενικότερα ο κάθε προπονητής πρέπει να αποφεύγει -κατά το
δυνατόν- την προσωπική δημόσια κριτική, τους χαρακτηρισμούς, τις
προσβολές, την απαξίωση, την έλλειψη εμπιστοσύνης. Ταυτοχρόνως είναι
εξαιρετικά χρήσιμο ο προπονητής να ξεκαθαρίσει ή καλύτερα να πείσει τον
αθλητή (του) ότι η παρατήρηση, η διόρθωση που του γίνεται αφορά την
αθλητική προσπάθεια που έκανε και όχι αυτό καθ’ αυτό το πρόσωπό του
δηλαδή την προσωπικότητά του. Κατά κανόνα το σωστό είναι να τον
ενθαρρύνει έτσι ώστε να μην απογοητευτεί και ιδίως τον προτρέπει να
ξαναπροσπαθήσει πάλι και πάλι να αποτύχει στην επόμενη προσπάθεια
καλύτερα. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο αθλητής να κατανοήσει το
γιατί έγινε, κυρίως δε πως θα γίνει η διόρθωση του λάθους. Σε κάθε
περίπτωση πάντως πρώτιστης προτεραιότητας επιδίωξη ενός προπονητή
(το ξαναλέω προπάντων και ιδίως όταν προπονεί παιδιά) είναι να δημιουργεί
τόσο στην προπόνηση όσο και στον αγώνα ένα περιβάλλον που θα είναι
απαλλαγμένο από το φόβο του λάθους. Είναι απολύτως βέβαιο πως ο φόβος
και η ανασφάλεια ποτέ δεν αποτελεί καλό σύμβουλο-σύμμαχο στην αθλητική
και εκπαιδευτική αλλά και γενικά σε κάθε ανθρώπινη προσπάθεια για
δημιουργία και πρόοδο. Ειδικά ο φόβος του λάθους κατά την αθλητική
ενασχόληση σκοτώνει το ταλέντο και στερεί από το παιδί-αθλητή την
δημιουργικότητα, την πρωτοβουλία, την φαντασία. Όταν και αν ο προπονητής
με την συμπεριφορά του, προκαλεί τον φόβο, όχι μόνο διόρθωση και βελτίωση
δεν έχουμε, αλλά τις πιο πολλές φορές ο αθλητής-παιδί γεμίζει με άγχος, με
ανασφάλεια, απογοήτευση, εκνευρισμό και ίσως ακόμα με θυμό…
Αγαπητοί φίλοι ο καλύτερος τρόπος για να μάθουν τα παιδιά είναι μέσα από
τα ίδια τους τα λάθη. Αυτό δεν είναι μια προσωπική μας άποψη αλλά κατά
κάποιο τρόπο αποτελεί παιδαγωγικό αξίωμα με εφαρμογές σε κάθε έκφανση
της εκπαιδευτικής διαδικασίας άρα και στον αθλητισμό. Με το παιχνίδι για το
παιχνίδι το παιδί θα μάθει να μαθαίνει από το παιχνίδι.
Σε μια τέτοια
προσπάθεια ο προπονητής πρέπει να γνωρίζει και να υπολογίζει πως τα
παιδιά μπορεί να κάνουν βλακείες αλλά μόνο βλάκες δεν είναι… Εξ’ άλλου
μιλώντας γενικά ο προπονητής δεν είναι στην ομάδα για να κρίνει και πολύ
περισσότερο να κατακρίνει ιδίως δε όταν έχει να κάνει με παιδιά. Προφανώς
αυτό δεν σημαίνει ότι οι αθλητές-παιδιά αφήνονται παντελώς ελεύθερα
χωρίς την προπονητική εποπτεία, φροντίδα, κατεύθυνση, παρέμβαση, αφού η
ελευθερία χωρίς όρια, χωρίς ευθύνη οδηγεί στο χαβαλέ, την ασυδοσία, την
αμετροέπεια, ενώ η ευθύνη χωρίς ελευθερία γίνεται αφόρητη…
Κατά συνέπεια ο προπονητής είναι πάντα ενεργά παρών για να επιβλέπει, να
επισημαίνει, να διορθώνει, να καθοδηγεί, να κανοναρχεί κυρίως να
ενθαρρύνει και ιδανικά να εμπνέει λειτουργώντας εν τέλει και ως πρότυπο
ζωής.
Συγκεκριμένα μπροστά στο λάθος ο προπονητής, πρώτα πρέπει να το
αξιολογήσει και να εκτιμήσει αν, πότε και πως θα παρέμβει για να
διορθώσει… Πάντως είναι καλό να μην διακόπτει κάθε λίγο και λιγάκι την
προπόνηση διότι έτσι χάνεται το μεγάλο ζητούμενο και η χαρά του παιχνιδιού
δηλαδή ο ρυθμός.
Ο προπονητής πρέπει να «βλέπει» τι και κυρίως γιατί έγινε το λάθος και
σχεδόν άμεσα να αποφασίσει για το πότε το που και βεβαίως στο πως θα
γίνει η διόρθωση του λάθους. Ο βασικός στόχος είναι η διόρθωση να γίνεται
με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε όταν ο παίκτης βρεθεί στην ίδια αγωνιστική
συνθήκη να λαθέψει καλύτερα και ιδανικά να μην επαναλάβει το ίδιο λάθος.
Σήμερα οι περισσότεροι επιτυχημένοι προπονητές ακολουθούν μια μέθοδο
σύμφωνα με την οποία ο τρόπος διόρθωσης του λάθους δεν πρέπει να
ενθαρρύνεται και να βασίζεται στο ότι, από την μία είναι ο πομπός και από τη
άλλη ο δέκτης. Στην εποχή μας η προπονητική αυθεντία και το αλάθητο του
προπονητή δεν αρέσει, δεν λειτουργεί αποτελεσματικά και δεν προσφέρεται
ιδίως δε σε αθλητές υψηλού επιπέδου με έντονη προσωπικότητα αλλά και
στις μικρές ηλικίες λόγω αυθορμητισμού, επειδή δεν αποδέχονται εύκολα
την θέση του προπονητή ακόμα και μόνο λόγω της θέσης που αυτός έχει. Ο
προπονητής βλέπει, ακούει, συνδιαλέγεται, εκμαιεύει απόψεις και ιδέες και
από τους αθλητές του κυρίως δε από τους άμεσους συνεργάτες της
προπονητικής του ομάδας. Πάντα όμως σαφώς, ξεκάθαρα και
αδιαπραγμάτευτα πως τον τελευταίο λόγο, την απόλυτη δικαιοδοσία για τις
όποιες αποφάσεις την έχει αποκλειστικά αυτός, αφού άλλωστε ο
προπονητής έχει την τελική ευθύνη.
Στο μυαλό του προπονητή τα ερωτήματα είναι πολλά και κρίσιμα και στις
προπονήσεις και βεβαίως στους αγώνες. Κάποια από αυτά εξηγούνται με
βάση το ίδιο το άθλημα, αλλά ωστόσο είναι σίγουρο ότι χρειάζονται ανάλυση.
Σήμερα μάλιστα όπου η εκρηκτική παρουσία της τεχνολογίας είναι πια μια
καθολική (σχεδόν) κοινωνική πραγματικότητα που οδήγησε στην επανάσταση
των «προπονητών με τα τάμπλετ και τις οθόνες» που καθιστά την ανάλυση
και την αποτίμηση μιας αγωνιστικής προσπάθειας ενός αθλητικού γεγονότος
πολύ πιο αποτελεσματική, ολοκληρωμένη πιο χρήσιμη και ως εκ τούτου
απολύτως αναγκαία κυρίως και ιδίως σε επίπεδο πρωταθλητισμού.
Συνεπώς η επεξεργασία των δεδομένων στον αθλητισμό δεν είναι απλώς μια
καινοτομία, είναι η ίδια η αλλαγή του τρόπου καθοδήγησης και προετοιμασίας
(εκγύμνασης) στην αθλητική προπόνηση. Γι’ αυτό αποτελεί μια αναγκαιότητα
και έτσι όποιος κάνει το λάθος να προσπεράσει την τεχνολογία, θα τον έχουν
προσπεράσει -ίσως και ακυρώσει- οι ίδιες οι ανάγκες και απαιτήσεις του
σύγχρονου αθλητισμού. Η τεχνολογία σε συνδυασμό πάντα με τις γνώσεις σε
σχέση με το αντικείμενο (άθλημα) έχουν φέρει επανάσταση στην
προπονητική ειδικά μετά την είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης.
Η συλλογή των μέσω μηχανημάτων των μετρήσεων απόδοσης των αθλητών, η
ταχύτητα με την οποία εξάγονται τα συμπεράσματα και χαράσσονται οι
κατευθυντήριες γραμμές όπως και αρκετές ακόμη παράμετροι δημιουργούν
την συνολική και αξιόπιστη εικόνα για την κατάσταση ατομικά του κάθε
αθλητή αλλά προφανώς και της ομάδας.
Επειδή ο τεχνολογικός εξοπλισμός για τα ατομικά και περισσότερο για τα
ομαδικά αθλήματα με το ανάλογα εκπαιδευμένο προσωπικό είναι αρκετά
δαπανηρός και εφόσον δεν υπάρχει αντίστοιχη δυνατότητα -την ευθύνη για τη
χρήση και την αξιοποίηση των εργαλείων, μπορεί και πρέπει να
αναλαμβάνουν εξειδικευμένοι γυμναστές. Ως ιδιαιτέρως σημαντική
αξιολογείται η επισήμανση πως μέσα από αυτές τις μετρήσεις και τις
αναλύσεις ενδεχομένως να προκύπτουν στοιχεία όπου από την μελέτη και
την αξιολόγησή τους να φαίνεται ή καλύτερα να αιτιολογείται η πτώση της
απόδοσης, κυρίως όμως ότι είναι προάγγελος ενός σοβαρού τραυματισμού.
Προς τούτο πρέπει να προσαρμόσουμε την αγωνιστική μεταχείριση και να
«σβήσουμε» την προπονητική επιβάρυνση, προλαβαίνοντας έτσι δυσάρεστες
εξελίξεις αφενός ως προς την αγωνιστική επάρκεια αφετέρου προπάντων
και κυρίως για την υγεία των αθλητών.
Τέλος οφείλουμε να ολοκληρώσουμε την ενότητα που αφορά η καθοριστική
συμβολή της τεχνολογίας στη διόρθωση του λάθους και την βελτίωση της
αθλητικής απόδοσης, με μια απολύτως σαφή και ξεκάθαρη διευκρίνιση, που
έχει να κάνει με τα όρια και τις αρμοδιότητες του χειριστή των τεχνολογικών
εργαλείων. Πιο συγκεκριμένα ο «αναλυτής» οφείλει να παραθέτει στον
προπονητή τα ευρήματα, τις πληροφορίες και τις εκτιμήσεις του με σεβασμό
και επίγνωση της δικαιοδοσίας του και όχι ως απόδειξη, επίδειξη και
επιβολή. Από εκεί και πέρα η τελική απόφαση ανήκει αποκλειστικά στον
προπονητή. Πραγματικά έχει εξαιρετική σημασία να χτιστεί μια ειλικρινή
σχέση εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των μελών της προπονητικής
ομάδας, γιατί μόνον έτσι το αποτέλεσμα θα είναι το καλύτερο δυνατό. Σε κάθε
περίπτωση ωστόσο ποτέ και κανείς δεν πρέπει να παραβλέπει και να αγνοεί
πως όλες αυτές οι τεχνολογικές καινοτομίες οι οποίες προφανώς βοηθούν
αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν και να ξεπεράσουν, να ακυρώσουν το
ανθρώπινο μυαλό, το μάτι, το συναίσθημα αφού αυτά φιλτράρουν,
επεξεργάζονται, αξιολογούν και εν τέλει αποφασίζουν το πως θα
αξιοποιηθούν τα δεδομένα.
Σ’ αυτό το πλαίσιο ο προπονητής καθοδηγεί τον αθλητή του, προς τον τρόπο
σκέψης μέσα από τον οποίο θα ανακαλύψει και θα συνειδητοποιήσει τις
αιτίες του λάθους και σε σχέση με το σωστό το λεγόμενο feedback δηλαδή «τι
έγινε εν σχέση με αυτό που έπρεπε να γίνει-κάνει». Έτσι θα κατανοήσει -πιο
εύκολα και πιο καθαρά και εν τέλει να αποδεχθεί τους δρόμους και τους
τρόπους που πρέπει να ακολουθήσει για να μην το επαναλάβει.
Ο Ζ. Μουρίνιο στο βιβλίο του «ο εξωγήινος» χαρακτηρίζει αυτόν τον τρόπο
διόρθωσης του λάθους ως «καθοδηγούμενη ανακάλυψη». Για παράδειγμα μ’
αυτή τη μέθοδο ο προπονητής μπροστά στο λάθος προσπαθεί κατά το
δυνατόν να μην εκνευρίζεται, να μην κριτικάρει κυρίως δε και ιδίως να μην
προσβάλει, διακόπτοντας και επιπλήττοντας επί μακρόν τον ή τους αθλητές
του, καταστρέφοντας έτσι το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο της προπόνησης
δηλαδή τον ρυθμό. Αντιθέτως ο προπονητής ανεξάρτητα από την ένταση και
την πίεση που δημιουργείται σχεδόν σε κάθε αθλητική προσπάθεια και
συνθήκη, κατ’ αρχήν πρέπει με ψυχραιμία και καθαρή ματιά να αξιολογήσει
την σοβαρότητα και την σημασία του λάθους ιδιαίτερα δε σε
επαναλαμβανόμενο λάθος και αναλόγως να αποφασίσει για το αν, το πότε, το
που και το πως θα παρέμβει για την διόρθωση του λάθους. Εφόσον λοιπόν
«μπει» άμεσα στη συγκεκριμένη διαδικασία, ο προπονητής δεν σπεύδει να
επιπλήξει, να «φωνάξει, να εκφράσει δυσαρέσκεια ιδίως δε να προσβάλει, να
απαξιώσει τον αθλητή αλλά πρωτίστως να ψάξει σε διάλογο με τον αθλητή τι
λάθος και γιατί έγινε το λάθος. Σ’ αυτό το πλαίσιο των ερωτήσεων απαντήσεων ο προπονητής καθοδηγεί τους αθλητές του, προς ένα τρόπο
σκέψης και αγωνιστικής συμπεριφοράς, μέσα από τον οποίο θα ανακαλύπτει
και θα κατανοεί τις αιτίες του λάθους και θα αποδέχεται τον δρόμο και τον
τρόπο διόρθωσης που τελικά επιλέγει, αποφασίζει ο προπονητής για να τον
ακολουθήσει προκειμένου να μην τον επαναλάβει. Με δυο λόγια μπορεί να
συν διαμορφώνουν την διόρθωση ωστόσο δεν συν αποφασίζουν για το «δέον
γενέσθαι».
Ουσιαστικά δηλαδή η καθοδηγούμενη ανακάλυψη που κατά κάποιο τρόπο
παραπέμπει στην «μαιευτική του Σωκράτη» δεν στοχεύει τόσο στην
διαπίστωση όσο στην προοπτική τι μπορεί να ενισχύσει την πρωτοβουλία, την
υπευθυνότητα, την αυτοπεποίθηση των αθλητών και ιδιαίτερα των μικρών
ηλικιών. Πιο παραστατικά θα έλεγε κανείς με την καθοδηγούμενη ανακάλυψη
ο προπονητής λειτουργεί κυρίως ως προμηθέας και όχι ως επιμηθέας.
Ως προς το πότε τις πιο συστηματικές και εμπεριστατωμένες επισημάνσεις,
αναλύσεις και διορθώσεις των λαθών γίνεται συνήθως, στην πρώτη
προπόνηση του μικρόκυκλου (εβδομαδιαίο πρόγραμμα) που ακολουθεί ενός
αθλητικού αγώνα.
Επιπλέον η διόρθωση του αθλητικού λάθους γίνεται και στις φυσικές
διακοπές των ομαδικών αθλημάτων (π.χ. ανάπαυλα time out) αλλά και
ενδιάμεσα μεταξύ των προσπαθειών ενός αθλητή (ατομικά αθλήματα).
Ωστόσο και κατά κανόνα δεν διορθώνουμε τα όποια λάθη όταν τελειώσει η
προπόνηση, πολύ περισσότερο όταν λήξη ο αγώνας και μάλιστα ιδίως όταν ο
αθλητής ή η ομάδα δεν έχει επιτύχει την προσδοκώμενη επίδοση, απόδοση,
αποτέλεσμα. Μετά την προπόνηση ή τον αγώνα, δεν έχει ομιλία, δεν έχει
παρατηρήσεις προπάντων δεν έχει έντονες συζητήσεις, γκρίνιες, φιλονικίες,
μετάθεση ευθυνών, αλληλοκατηγορίες. Απλά και μόνο μπορεί και πρέπει να
ακολουθήσει μια συνοπτική αποτίμηση (της προπόνησης) ή μια σύντομη
ομιλία του προπονητή μετά τον αγώνα όπου συνήθως στέκεται στα όποια
θετικά «έδειξε» ο αθλητής και η ομάδα. Ακόμα τους επαινεί για ότι και όσο
εκτιμά ότι αξίζει, τους ενθαρρύνει στο αρνητικό αποτέλεσμα, τους
εμψυχώνει στην αποτυχία, ενώ τους προσγειώνει στην επιτυχία, σπεύδοντας
μα προσανατολίσει την σκέψη και το ενδιαφέρον τους στον αγώνα που έχουν
μπροστά τους, την σημασία και τις δυσκολίες του. Γενικά ο προπονητής
υπενθυμίζει σε κάθε ευκαιρία το αθλητικό αξίωμα, δηλαδή πως ο προσεχής
αγώνας ο επόμενος αντίπαλος είναι πάντα ο δυσκολότερος.
Συμπερασματικά ο τρόπος διόρθωσης της καθοδηγούμενης ανακάλυψης
επειδή καλλιεργεί με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο την συνευθύνη και για αυτό
βελτιώνει τη συνεργασία, το ομαδικό πνεύμα, την εν-συναίσθηση και έτσι δεν
δημιουργούνται τόσο εύκολα εξιλαστήρια θύματα. Ασφαλώς όμως αυτό δεν
ακυρώνει την ατομική αξιολόγηση και την ατομική ευθύνη του αθλητή.
Αγαπητοί φίλου μιλώντας κανείς για το αθλητικό λάθος θα ήταν ουσιαστικά
παράλειψη να μην αναφερθεί και στη διαχείριση της ήττας, η οποία άλλωστε
σε μεγάλο ποσοστό εν πολλοίς όπως προαναφέραμε προκύπτει από το
άθροισμα λίγων ή πολλών, μικρών ή μεγάλων, ακόμα και ενός καθοριστικού
λάθους.
Κατ’ αρχήν είναι φανερό πως στη διαχείριση μιας ήττας η θέση του
προπονητή είναι πιο εκτεθειμένη -στην κριτική- και εξ’ ορισμού πιο δύσκολη
όσον αφορά στον επιμερισμό ευθυνών σε σχέση με τους αθλητές.
Αναμφισβήτητα ο αθλητισμός με την τρομακτικά ασύγκριτη επιρροή και
δημοφιλία, τις ανεπανάληπτες συγκινήσεις που προσφέρει, τα τεράστια
οικονομικά και όχι μόνο συμφέροντα που επενδύονται και διακυβεύονται
γύρο από αυτόν αλλά και τις έντονες καμμιά φορά ανεξέλεγκτες ίσως και
δυσάρεστες καταστάσεις που προκαλεί, βγάζει τα καλύτερα και τα χειρότερα
από ένα άνθρωπο, επειδή το συναισθηματικό ρίσκο, είναι εξαιρετικά μεγάλο,
και ακριβώς μπροστά στην αποτυχία η συμπεριφορά του «χαμένου» έχει
καθοριστική σημασία για την πορεία και την καριέρα είτε του αθλητή είτε του
προπονητή. Στον αθλητισμό όπως άλλωστε και στη ζωή γενικά, η αντίδραση
όταν η ήττα είναι πια γεγονός «δείχνει» το μέτρο πολιτισμού, το επίπεδο, τον
χαρακτήρα, την προσωπικότητα του καθενός. Τότε δίνει εξετάσεις ο
αυτοσεβασμός και η αξιοπρέπεια. Πραγματικά η σωστή διαχείριση μιας ήττας,
μιας αποτυχίας μπορεί να αποτελέσει -εμμέσως αλλά σαφώς- ένα από τα
βασικά κλειδιά που ανοίγουν την πόρτα για μια επιτυχημένη σταδιοδρομία.
Αντιστρόφως μια λάθος αντιμετώπιση και αντίδραση μπροστά σε δυσκολίες
και σε άσχημες και άτυχες στιγμές, μπορεί να οδηγήσει σε οπισθοδρόμηση,
απογοήτευση ακόμα και εγκατάλειψη σε μια κατά τα άλλα προδιαγραφόμενη
«λαμπρή» καριέρα.
Αγαπητοί φίλοι αν κοιτάξουμε προσεκτικά και με ψυχραιμία γύρω μας, πίσω,
μπροστά, πάνω, κάτω εύκολα θα διαπιστώσουμε ότι η ήττα και η αποτυχία
είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη νίκη και την επιτυχία αφού η ήττα αν και
ανεπιθύμητη είναι αναμενόμενη και απολύτως δεδομένη. Όμως κ κάθε ήττα
μπορεί να αποδειχθεί μια ευκαιρία για τον καθένα, να μάθει καλύτερα τον
εαυτό του, να προοδεύσει είτε ως προπονητής είτε ως αθλητής αλλά και ως
άνθρωπος. Η αποτυχία θα μας κάνει να αναμετρηθούμε με τις αδυναμίες μας,
τις παραλείψεις, τα ελαττώματα, τα λάθη μας. Γενικά η ήττα έχει αξία που
στην αρχή δεν φαίνεται γιατί φυσιολογικά κυριαρχεί η πίκρα, η απογοήτευση
ίσως ο θυμός και σε ορισμένες περιπτώσεις η παραίτηση και τελικά η
εγκατάλειψη.
Ο Ζελίκο Ομπράντοβιτς, έχει χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η ήττα είναι σαν το
λίπασμα, βρωμάει στην αρχή αλλά τελικά κάνει καλό. Οι ήττες πάντοτε
πονάνε και σ’ αυτές πρέπει να στεκόμαστε». Επίσης ο Γιούργκεν Κλόπ έχει
δηλώσει: «Μια ήττα είναι διδακτική μόνον αν πραγματικά κάτι μαθαίνεις,
αλλιώς αρχίζεις να τη φοβάσαι». Και ακόμα ο κορυφαίος Λευτέρης
Πετρούνιας έχει υποστηρίξει: «Η μεγαλύτερη δόξα δεν είναι το να μην
κάνουμε λάθη, αλλά να σηκωνόμαστε ξανά κάθε φορά που αποτυγχάνουμε.
Όταν θα μάθεις να χάνεις θα ξέρεις και να κερδίζεις». Τέλος η σπουδαία
ποιήτρια Κική ∆ημουλά τα έχει πει όλα μέσα σ’ ένα και μόνο στίχο της: «Η
μεγαλύτερη νίκη/ Ν’ αντέξεις την ήττα».
Συνοψίζοντας όλοι αυτοί οι ξεχωριστοί άνθρωποι -μα και τόσο άλλοι- με δυο
λόγια μας συμβουλεύουν: Να επιδιώκουμε το κέρδος που μπορεί να προκύψει
από μια ήττα από μια ατυχία και να αποφύγουμε το κόστος που έρχεται από
αλαζονεία (κοινώς «καβάλημα καλαμιού») και η οποία συχνά
«συνοδεύει» (δυστυχώς) τις νίκες, τις σημαντικές επιτυχίες. Και μια
τελευταία πολύ ουσιαστική επισήμανση για την διόρθωση του λάθους και την
διαχείριση της ήττας βασικά εργαλεία αποτελούν η αυτοκριτική (και από τον
προπονητή και από τον αθλητή) και αυτονοήτως η κριτική η οποία
αυτονοήτως πρέπει να συνοδεύεται από την διόρθωση σε θεωρητικό και
πρακτικό (κυρίως) επίπεδο, αλλά και τον έπαινο.
Η αυτοκριτική ξεκινάει από την κατανόηση. Προσπαθούμε πρώτα να
καταλάβουμε τον εαυτό μας, τι νιώθουμε, τι σκεφτόμαστε, τι κάναμε και γιατί,
ποια ήταν τα κίνητρά μας, πως βιώνουμε τις συνέπειες. Αυτοκριτική χωρίς
κατανόηση δεν θα φέρει ουσιαστική αλλαγή. Συνήθως (έτσι) φέρνει
απογοήτευση, ενοχές, ανασφάλεια και έλλειψη αυτοπεποίθησης.
Η αυτοκριτική αποτελεί το θεμέλιο για την πρόοδο, την επιτυχία την
καθιέρωση γενικά στη ζωή και πολύ περισσότερο στον αθλητισμό. Επίσης
είναι πολύτιμη και απαραίτητη για να μην αποκτήσει κανείς αλαζονεία. Η
αυτοκριτική χρειάζεται θάρρος και ειλικρινή απόδοση της πραγματικότητας
καθώς και μια έξυπνη και γενναία δόση αυτοσαρκασμού. Είναι πολύ εύκολο
-και δυστυχώς το βλέπουμε συχνά να συμβαίνει- ο προπονητής ύστερα από
ένα ανεπιθύμητο αποτέλεσμα από μια άσχημη επίδοση -απόδοση, να
καταφεύγει σε εύκολες δικαιολογίες και να μεταθέτει τις ευθύνες στους
αθλητές, διαιτητές, συνθήκες κ.λπ., αφού η αυτοκριτική είναι δύσκολη
υπόθεση και χρειάζεται μεγάλο καθρέπτη, προκειμένου να βλέπει τον εαυτό
του ολόκληρο και όχι αποσπασματικά και από όπου τον βολεύει.
Είναι βέβαιο
ότι οι δικαιολογίες γίνανε ήττες και είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς την
αποτυχία. Είναι εξ’ ορισμού λάθος ο προπονητής να διεκδικεί το αλάθητο.
άλλωστε μόνον ο Θεός και οι νεκροί δεν κάνουν λάθη και εμείς δυστυχώς ή
ευτυχώς δεν είμαστε τίποτε από τα δύο, «Ο έξυπνος παραδέχεται ο πονηρός
αμφιβάλει και ο χαζός επιμένει» (Γιόχαν Γκαίτε). Χρειάζεται πάντως προσοχή
έτσι ώστε να μην φτάνουμε από την αυτοκριτική στην αυτομαστίγωση. Το
αρχαιοελληνικό «μέτρον άριστον» πρέπει να ισχύει και στα θέματα κριτικής
και αυτοκριτικής.
Όσον αφορά την κριτική για να είναι ουσιαστική και
αποτελεσματική πρέπει να είναι εντοπισμένη (ποια;) και αδυναμίες (ποιες;)
προκειμένου με στοχευμένη (σκληρή) δουλειά, με επιμονή και υπομονή και
έμφαση στις λεπτομέρειες στις οποίες ενδεχομένως δεν δόθηκε η προσοχή
και η σημασία που θα έπρεπε. Και για αυτό συχνά -πυκνά, ακούμε ή
διαβάζουμε τους πιο καταξιωμένους προπονητές όλων σχεδόν των
αθλημάτων, να υποστηρίζουν πόσο καθοριστικές είναι οι λεπτομέρειες αφού
είναι αυτές που στις κρίσιμες στιγμές κρίνουν εν τέλει τη απόδοση, την
επίδοση, την έκβαση, το αποτέλεσμα ενός αθλητικού αγώνα.
Γενικά όταν χάνεις δεν έχεις την πολυτέλεια για βαθυστόχαστες αναλύσεις
και βεβαίως δεν μπορείς να ψάχνεις για δικαιολογίες και εξιλαστήρια
θύματα. Το πιο σημαντικό είναι η ηρεμία η αυτοκριτική και η σκληρή δουλειά.
Ο προπονητής στην κριτική που κάνει -και ιδιαιτέρως σε παιδιά- πρέπει κατά
το δυνατόν να είναι διακριτικός, υποστηρικτικός με καλή διάθεση και γατί όχι
με χιούμορ όταν, όπου και όσο πρέπει. Γενικά ο προπονητής πρέπει να
αντιμετωπίζει τους αθλητές του με σεβασμό κυρίως δε με δίκαιο τρόπο και
αυτό δεν αρκεί απλά να το αναφέρει αλλά χρειάζεται να φαίνεται στο πεδίο
(σαν πράξη).
Ταυτοχρόνως όμως όλα αυτά σημαίνουν ότι επιβάλλεται, να λέει στον αθλητή
την αλήθεια (όσο ενδεχομένως και αν δεν αρέσει), να του διορθώνει τα λάθη,
να του επισημαίνει τις αδυναμίες του και ακόμα να είναι αυστηρός και
απαιτητικός όταν όπου και όσο κρίνει.
Μ’ άλλα λόγια αξιολογεί πως απαιτείται κάτι τέτοιο, δεν πρέπει να αποφεύγει
την διαφωνία, την αυστηρή αντίδραση, ακόμη και τη σύγκρουση μπροστά σε
φαινόμενα αλαζονείας, απειθαρχίας, τεμπελιάς, κακής συμπεριφοράς,
παραποίηση αλήθειας. Γενικά οι αθλητές -μικροί και μεγάλοι- πρέπει να
αποδέχονται και να παραδέχονται τα λάθη τους, μα μην δυσανασχετούν στην
κριτική που τους γίνεται και να συνειδητοποιήσουν πως τελικά δεν είναι
προς το συμφέρον τους ο προπονητής να τους «χαϊδεύει συνέχεια τα αυτιά»
λέγοντάς τους πόσο τέλειοι είναι και άρα δεν χρειάζεται να κουράζεται να
προσπαθεί ακόμα πιο πολύ και συνεχώς.
Ο Ζελίκο Ομπράντοβιτς με την ξεχωριστή του ευφυία προσομοιάζει την
σχέση του προπονητή με τον αθλητή με το ΤΖΑΚΙ, δηλαδή αν ο προπονητής
«πάει» πολύ κοντά στους αθλητές του κινδυνεύει τελικά να «καεί», ενώ αν
παραμείνει πολύ μακριά του πολύ πιθανόν να «παγώσει». Κατά συνέπεια η
σχέση τους πρέπει να διατηρείται σε μια ισορροπημένη απόσταση, η οποία εν
πολλοίς προσδιορίζεται από τους «ρόλους» και τις «στιγμές» χωρίς ωστόσο
η απόσταση ούτε να ανοίγει ούτε να κλείνει υπερβολικά.
Πριν ολοκληρώσουμε μια χρήσιμη ίσως και αναγκαία διευκρίνιση.
Αγαπητοί φίλοι η λέξη και ιδίως η έννοια της κριτικής δεν πρέπει να
πραγματοποιείται να εκφράζεται μόνον με την διόρθωση αλλά και με τον
έπαινο.
Με ποιο απλά λόγια ο προπονητής εκτός από τις παρεμβάσεις για τις
διορθώσεις στα όποια λάθη, θα πρέπει να αναζητά, να αναδεικνύει και να
επιβραβεύει, τις αξιόλογες προσπάθειες και τις αξιοπρεπείς συμπεριφορές.
Πρέπει να εκμεταλλεύεται και την παραμικρή ευκαιρία, για να επαινέσει τον
αθλητή ή και την ομάδα στο σύνολό της. Και ακόμη πρέπει να δίνει έμφαση
και προτεραιότητα κυρίως στον παιδικό αθλητισμό, στην συμμετοχή και στην
προσπάθεια και εν συνεχεία στην επίδοση, την απόδοση, το αποτέλεσμα.
Στον αθλητισμό την εκπαίδευση, την παιδεία όπως άλλωστε και στην ζωή
γενικά δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να ακούσει ένας αθλητής, ένας
μαθητής την λέξη μπράβο. Γι’ αυτό ο προπονητής δεν πρέπει να είναι
«τσιγκούνης» όσον αφορά στην ενθάρρυνση, στην επιβράβευση, στον έπαινο
των αθλητών του. Είναι αναμφισβήτητο άλλωστε πως η ωραιότερη λέξη που
μπορεί να ακούσει κανείς προπάντων ένα παιδί είναι το «μπράβο».
Και βεβαίως όπως ο κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του έτσι και στο
συγκεκριμένο ζήτημα υπάρχουν δύο περιπτώσεις στις οποίες κατά την
άποψή μας ο προπονητής δεν πρέπει να δείχνει καμία κατανόηση, καμία
ανοχή και επιείκεια
Στην έλλειψη προσπάθειας είτε από τεμπελιά, κακή νοοτροπία και
ιδιαιτέρως από ενδεχόμενη δυσαρέσκεια άρα από σκοπιμότητα.
Στην έλλειψη σεβασμού, ομαδικού πνεύματος, στην κακοπιστία, το ψέμα, την
υπονόμευση, στα «στρατόπεδα» στο «εγώ» και όχι στο εμείς.
Στον επίλογο και με βάση την πολύχρονη η εμπειρία μας ως εκπαιδευτικών
και προπονητών ξεχωρίζουμε ως κορυφαία αθλητικά λάθη:
Πριν τον αγώνα: να υποτιμήσει (ο αθλητής) τον αντίπαλό του
Κατά την διάρκεια του αγώνα: την έλλειψη προσπάθειας καθώς και την
εύκολη και γρήγορη «παραίτηση» από την διεκδίκηση της νίκης μπροστά στην
όποια δυσκολία ή ατυχία.
Μετά τον αγώνα: να μην «βρίσκει» (ο αθλητής) τον δρόμο προς το σπίτι, την
οικογένεια, για ηρεμία, αποσυμπίεση, σωστή ενεργειακή αναπλήρωση
(διατροφή), επαρκή ενυδάτωση, αναζωογόνηση και ξεκούραση με ποιοτικό
ύπνο (πότε, πόσο, πως)!
∆ιονύσης ∆ιατσίγκος - Ντεβές Θεόδωρος
ΥΓ Ι: κώδικας συμπεριφοράς του αθλητή στο λάθος: αναγνώρισέ το –
παραδέξου το—μάθε από αυτό--- ξέχνα το!
ΥΓ ΙΙ: μην κρατάτε τις νίκες στο μυαλό και τις ήττες στην καρδιά!
ΥΓ ΙΙΙ: οι επιτυχίες αρκετές φορές κρύβουν παγίδες ενώ οι αποτυχίες
κρύβουν ευκαιρίες!











(1).webp)



