ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΤΙΑΣΗΣ
ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ
ΛΟΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

NEKTAR

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Ι. Καποδίστριας και η συγκρότηση του αστικού κράτους - Από τις κοινωνικές συγκρούσεις της Επτανήσου Πολιτείας στο συγκεντρωτικό κράτος του 1828–1831

Άρθρο
Η πολιτική φυσιογνωμία του Ιωάννη Καποδίστρια συνήθως εξετάζεται με αφετηρία την άφιξή του στην Ελλάδα το 1828 και την προσπάθειά του να δημιουργήσει συγκεντρωτικό κράτος. 

Μια τέτοια προσέγγιση, όμως, απομονώνει την τελευταία πράξη μιας πολιτικής διαδρομής που είχε αρχίσει σχεδόν τρεις δεκαετίες νωρίτερα. 

Ο Καποδίστριας του 1828 δεν εμφανίστηκε ξαφνικά ως πολιτικός της ισχυρής κεντρικής εξουσίας. Η αντίληψή του για το κράτος είχε διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικές συγκρούσεις, διαφορετικές μορφές κρατικής οργάνωσης και την εμπειρία της ευρωπαϊκής διπλωματίας.

Από διαλεκτικοϋλιστική σκοπιά, επομένως, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν ο Καποδίστριας ήταν «δημοκράτης» ή «αυταρχικός», «φιλελεύθερος» ή «συντηρητικός». Τέτοιοι χαρακτηρισμοί, όταν αποσπώνται από τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες, εξηγούν ελάχιστα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς διαμορφώθηκε η αντίληψή του για τη σχέση κράτους και κοινωνίας, ποιες κοινωνικές δυνάμεις επιχείρησε να ενοποιήσει ή να περιορίσει και γιατί, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, θεώρησε αναγκαία την οικοδόμηση μιας ισχυρής συγκεντρωτικής εξουσίας.

1)Η Επτάνησος Πολιτεία ως πρώτο πολιτικό εργαστήριο

Η πρώτη ουσιαστική πολιτική εμπειρία του Καποδίστρια δεν αποκτήθηκε στη Ρωσία αλλά στην Επτάνησο Πολιτεία. Το νέο κρατικό μόρφωμα γεννήθηκε το 1800 μέσα σε μια κοινωνία που έφερε ακόμη βαθιά τα χαρακτηριστικά της μακράς βενετικής κυριαρχίας.

Η παλαιά αριστοκρατία διατηρούσε περιουσία, πολιτική επιρροή και εκτεταμένα τοπικά δίκτυα. Παράλληλα είχαν αναπτυχθεί εμπορικά, επαγγελματικά και άλλα κοινωνικά στρώματα που δεν αποδέχονταν εύκολα τον πολιτικό αποκλεισμό τους, ενώ στην ύπαιθρο υπήρχαν αγροτικοί πληθυσμοί με πραγματικές κοινωνικές και οικονομικές δυσαρέσκειες.

Η γαλλική παρουσία μετά το 1797 είχε κλονίσει την παλαιά πολιτική τάξη και είχε δημιουργήσει νέες προσδοκίες. Η επαναφορά, επομένως, μιας έντονα αριστοκρατικής πολιτικής οργάνωσης με το Σύνταγμα του 1800 δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς αντιδράσεις.

Η αντίφαση ήταν βαθύτερη από μια απλή συνταγματική διαφορά: η παλαιά πολιτική μορφή επιχειρούσε να επανέλθει σε μια κοινωνία που είχε ήδη αρχίσει να μεταβάλλεται.

2)Κεφαλονιά 1801–1802: η πρώτη συνάντηση με την κοινωνική σύγκρουση

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο εικοσιπεντάχρονος Καποδίστριας στάλθηκε το 1801 μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο στην Κεφαλονιά.

Οι ταραχές του νησιού δεν μπορούν να ερμηνευθούν ούτε ως καθαρή αγροτική επανάσταση ούτε ως απλή σύγκρουση αριστοκρατικών οικογενειών. Στο εσωτερικό τους διασταυρώνονταν διαφορετικές αντιθέσεις: ανταγωνισμοί Αργοστολίου και Ληξουρίου, συγκρούσεις ισχυρών οικογενειακών δικτύων, αντίθεση προς την πολιτική κυριαρχία της παλαιάς αριστοκρατίας και συμμετοχή αγροτικών και λαϊκών στρωμάτων.

Αυτή η κοινωνική πολυμορφία είναι καθοριστική για την κατανόηση της στάσης του Καποδίστρια.
Στην πρώτη φάση δεν αντιμετώπισε την κρίση αποκλειστικά ως στρατιωτικό πρόβλημα. Επιδίωξε προσωπικές επαφές, διαπραγματεύσεις και πολιτική διευθέτηση. Η στάση αυτή όμως δεν πρέπει να μετατραπεί σε αγιογραφική εικόνα ενός πολιτικού που απέρριπτε τη χρήση κρατικής βίας.
Ο Καποδίστριας βρισκόταν στην Κεφαλονιά ως εκπρόσωπος της κρατικής εξουσίας και βασικός σκοπός του ήταν η αποκατάστασή της.

Όταν το 1802 ξέσπασε νέα μεγάλη κρίση, η Επτάνησος Πολιτεία χρησιμοποίησε στρατιωτικές δυνάμεις και ακολούθησαν βαριές ποινές. Ο Καποδίστριας δεν βρισκόταν στο νησί κατά την κύρια στρατιωτική καταστολή και επομένως δεν είναι ιστορικά ορθό να του αποδίδεται προσωπικά η διεύθυνσή της. Η κατοπινή στάση του, όμως, δείχνει ότι αποδεχόταν την ανάγκη ισχυρής κρατικής εξουσίας και κατασταλτικών μέσων όταν θεωρούσε ότι η δημόσια τάξη κινδύνευε.

Εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά μια αντίφαση που θα τον συνοδεύσει σε ολόκληρη την πολιτική του πορεία: προτίμηση στην πολιτική διευθέτηση και στη θεσμική μεταρρύθμιση, αλλά ταυτόχρονα αναγνώριση του δικαιώματος του κράτους να επιβάλει την εξουσία του όταν η κοινωνική σύγκρουση υπερβαίνει τα όρια που αυτό μπορεί να ενσωματώσει.

3)Μεταρρύθμιση από τα πάνω

Το Σύνταγμα του 1803 έχει ιδιαίτερη σημασία μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Ήταν περισσότερο ανοικτό από το αριστοκρατικό καθεστώς του 1800, χωρίς βέβαια να εγκαθιδρύει πολιτική και κοινωνική δημοκρατία με τη σύγχρονη έννοια.

Ο Καποδίστριας δεν εμφανίζεται επομένως ως απλός υπερασπιστής της παλαιάς αριστοκρατικής τάξης, από την οποία άλλωστε προερχόταν. Φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η κοινωνική σταθερότητα απαιτεί μεταρρύθμιση της ίδιας της πολιτικής δομής.

Αλλά εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.

Ο φορέας της μεταρρύθμισης δεν πρέπει, κατά την πολιτική λογική που σταδιακά διαμορφώνεται, να είναι η ανεξέλεγκτη κοινωνική εξέγερση. Πρέπει να είναι το οργανωμένο κράτος.

Μπορούμε έτσι να διατυπώσουμε μια πρώτη υπόθεση: ήδη στην Επτάνησο Πολιτεία αρχίζει να σχηματίζεται στον Καποδίστρια μια αντίληψη μεταρρύθμισης της κοινωνίας από τα πάνω, μέσω μιας κρατικής εξουσίας που επιχειρεί να υπερβεί τα επιμέρους τοπικά και οικογενειακά συμφέροντα.
4)Η Λευκάδα και η συγκέντρωση της εξουσίας

Η εμπειρία της Λευκάδας το 1807 πρόσθεσε ένα ακόμη στοιχείο. Σε συνθήκες στρατιωτικής απειλής ο Καποδίστριας ανέλαβε έκτακτες αρμοδιότητες και συμμετείχε στην οργάνωση της άμυνας του νησιού.
Δεν πρέπει να μεταφέρουμε μηχανικά αυτή την εμπειρία στην Ελλάδα του 1828. Δείχνει όμως ότι ήδη από την περίοδο της Επτανήσου ο Καποδίστριας είχε γνωρίσει στην πράξη τη συγκέντρωση της εξουσίας ως μέσο αντιμετώπισης μιας κατάστασης κρατικής ανάγκης.

Η πολιτική εμπειρία που απέκτησε στα Επτάνησα είχε έτσι τρεις πλευρές: κοινωνική σύγκρουση, θεσμική μεταρρύθμιση και συγκέντρωση εξουσίας όταν θεωρούνταν ότι απειλείται η ίδια η κρατική συνοχή.

5)Από το μικρό κράτος στη ρωσική διπλωματία

Η είσοδός του στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία άλλαξε ριζικά την κλίμακα της πολιτικής του εμπειρίας.

Στην Επτάνησο είχε γνωρίσει τα προβλήματα ενός μικρού κράτους περιορισμένης κυριαρχίας. Στη ρωσική υπηρεσία γνώρισε τον τρόπο με τον οποίο μια Μεγάλη Δύναμη αντιλαμβανόταν το ευρωπαϊκό σύστημα και τα μικρότερα κράτη.

Η εμπειρία αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία για την κατοπινή ελληνική πολιτική του. Ο Καποδίστριας αντιλαμβανόταν πλέον ότι η εσωτερική κρατική συγκρότηση δεν μπορούσε να αποσπαστεί από τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων.

Η εθνική ανεξαρτησία δεν ήταν μόνο ζήτημα εσωτερικής πολιτικής βούλησης. Χρειαζόταν διεθνή αναγνώριση, διπλωματικούς συσχετισμούς και δυνατότητα ενός μικρού κράτους να επιβιώσει μέσα σε ένα σύστημα Μεγάλων Δυνάμεων.

6)Η Ελβετία: ένα κρίσιμο αντιπαράδειγμα

Η ελβετική εμπειρία του 1813–1814 είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή μας εμποδίζει να ερμηνεύσουμε τον Καποδίστρια ως δογματικό οπαδό του συγκεντρωτικού κράτους.

Στην Ελβετία εργάστηκε μέσα σε μια διαφορετική κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα, όπου η πολιτική ενότητα έπρεπε να συνδυαστεί με την ισχυρή αυτονομία των καντονιών.
Αυτό μας οδηγεί σε ένα διαφορετικό ερώτημα.

Δεν αρκεί να ρωτήσουμε γιατί ο Καποδίστριας ήταν συγκεντρωτικός στην Ελλάδα. Πρέπει να ρωτήσουμε γιατί ένας πολιτικός που μπορούσε να αποδεχθεί αποκεντρωμένες μορφές κρατικής οργάνωσης στην Ελβετία θεώρησε αναγκαία μια πολύ ισχυρότερη συγκεντρωτική εξουσία στην Ελλάδα.

Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί όχι μόνο στην προσωπικότητά του αλλά στις διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.

7)Η Ελληνική Επανάσταση και το όριο της ρωσικής σταδιοδρομίας

Η Επανάσταση του 1821 έφερε στο προσκήνιο μια άλλη μεγάλη αντίφαση της πολιτικής του διαδρομής.

Ο Καποδίστριας ήταν Έλληνας με ισχυρό ενδιαφέρον για το ελληνικό ζήτημα, αλλά ταυτόχρονα ανώτατος αξιωματούχος μιας αυτοκρατορικής δύναμης ενταγμένης στο μεταναπολεόντειο ευρωπαϊκό σύστημα.

Η αντίφαση αυτή δεν μπορούσε να παραμένει απεριόριστα διαχειρίσιμη. Το 1822 απομακρύνθηκε ουσιαστικά από την ενεργό ρωσική υπηρεσία και εγκαταστάθηκε στη Γενεύη.

Η μετάβαση από τον Ρώσο διπλωμάτη στον μελλοντικό Κυβερνήτη της Ελλάδας δεν ήταν επομένως στιγμιαία αλλαγή ταυτότητας. Ήταν ιστορική διαδικασία που συνδέθηκε με την ίδια τη μετατροπή της Ελληνικής Επανάστασης σε πραγματικό διεθνές πολιτικό ζήτημα.

8)1828: από την επανάσταση στο κράτος

Όταν ο Καποδίστριας έφθασε στην Ελλάδα το 1828, δεν παρέλαβε ένα συγκροτημένο κράτος.
Παρέλαβε μια κοινωνία που είχε πραγματοποιήσει μια μεγάλη εθνική επανάσταση, αλλά είχε βγει από χρόνια πολέμου, εμφύλιων συγκρούσεων και οικονομικής καταστροφής.

Υπήρχαν ισχυροί πρόκριτοι, στρατιωτικοί αρχηγοί, νησιωτικά εμπορικά κέντρα, τοπικά πολιτικά δίκτυα και διαφορετικές αντιλήψεις για τη μορφή του νέου κράτους.

Ταυτόχρονα, η ίδια η ανεξαρτησία και τα σύνορα της Ελλάδας εξακολουθούσαν να εξαρτώνται από τη διεθνή διπλωματική σύγκρουση και τους συσχετισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων.

Για τον Καποδίστρια το πρόβλημα είχε επομένως μια γνώριμη μορφή, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα: πώς μετατρέπεται μια κατακερματισμένη κοινωνία σε ενιαίο πολιτικό και κρατικό σώμα;

9)Η ιστορική λειτουργία του συγκεντρωτισμού

Η προσπάθεια δημιουργίας συγκεντρωτικού κράτους δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως έκφραση προσωπικού αυταρχισμού.

Υπήρχε αντικειμενικό πρόβλημα κρατικής συγκρότησης.

Έπρεπε να δημιουργηθούν κεντρική διοίκηση, δημόσια οικονομικά, στρατιωτικός μηχανισμός, δικαστικοί και εκπαιδευτικοί θεσμοί, νόμισμα και ενιαία εξωτερική πολιτική.

Η δημιουργία αυτών των θεσμών απαιτούσε τον περιορισμό της αυτονομίας των τοπικών κέντρων εξουσίας.

Από αυτή την άποψη, ο συγκεντρωτισμός είχε ιστορικά προοδευτική λειτουργία: συνέβαλλε στη μετάβαση από τον επαναστατικό κατακερματισμό στη συγκρότηση εθνικού κράτους.
Δεν ήταν όμως κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερος.

10)Η μεγάλη αντίφαση

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος.

Η Ελληνική Επανάσταση δεν είχε δημιουργήσει μόνο την ανάγκη για κράτος. Είχε δημιουργήσει και πολιτικούς θεσμούς, Εθνοσυνελεύσεις, Συντάγματα, τοπικές διοικήσεις και μορφές πολιτικής συμμετοχής.

Ο Καποδίστριας βρέθηκε επομένως μπροστά σε μια πραγματική αντίφαση.

Για να ολοκληρώσει κρατικά την Επανάσταση, επιχείρησε να περιορίσει ορισμένες από τις πολιτικές μορφές που είχε δημιουργήσει η ίδια η επαναστατική διαδικασία.

Αυτό είναι βαθύτερο από την αντιπαράθεση «δημοκρατία ή αυταρχισμός».

Ήταν σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικούς τρόπους μετάβασης από την επανάσταση στο κράτος.

11)Το κοινωνικό όριο

Το ζήτημα των εθνικών γαιών δείχνει ακόμη καθαρότερα τα όρια του εγχειρήματος.

Η ευρεία διανομή τους μπορούσε να δημιουργήσει μια μεγάλη κοινωνική βάση μικρών ανεξάρτητων καλλιεργητών και να μεταβάλει βαθύτερα τις κοινωνικές σχέσεις του νέου κράτους.

Η γενικευμένη αυτή αγροτική μεταρρύθμιση δεν πραγματοποιήθηκε.

Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την αποτυχία μόνο από τη βούληση του Καποδίστρια. Υπήρχαν οι δεσμεύσεις των επαναστατικών δανείων, η απουσία αξιόπιστου κτηματολογίου, η διοικητική αδυναμία, πολλαπλές διεκδικήσεις και ισχυρά κοινωνικά συμφέροντα.

Το αποτέλεσμα όμως έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η πολιτική συγκρότηση του κράτους προχώρησε ταχύτερα από τον μετασχηματισμό των κοινωνικών και ιδιοκτησιακών σχέσεων πάνω στις οποίες αυτό στηριζόταν.

12)Μια διαλεκτικοϋλιστική αποτίμηση

Μπορούμε τώρα να επιστρέψουμε στην αφετηρία.

Ο Καποδίστριας δεν ήταν απλώς ένας αριστοκράτης που υπερασπίστηκε την παλαιά κοινωνία. Ήδη από την Επτάνησο Πολιτεία φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι οι παλαιές πολιτικές μορφές έπρεπε να μεταρρυθμιστούν.

Δεν ήταν όμως και πολιτικός της κοινωνικής επανάστασης από τα κάτω.

Η διαδρομή του δείχνει μια σταθερή εμπιστοσύνη στη δυνατότητα του οργανωμένου κράτους να λειτουργήσει ως φορέας κοινωνικού και εθνικού μετασχηματισμού.

Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα τη δύναμη και το όριο της πολιτικής του.

Η ιστορικά προοδευτική πλευρά του βρίσκεται στην προσπάθεια υπέρβασης του τοπικού κατακερματισμού, συγκρότησης ενιαίας διοίκησης, περιορισμού παλαιών προνομίων, δημιουργίας δημόσιων θεσμών και κατοχύρωσης της διεθνούς υπόστασης του ελληνικού κράτους.

Το όριό του εμφανίζεται όταν η ενίσχυση του κράτους έρχεται σε αντίθεση με την αυτοτελή πολιτική δράση της κοινωνίας και με μορφές πολιτικής συμμετοχής που είχε ήδη δημιουργήσει η ίδια η Επανάσταση.

Συμπέρασμα
 
Η πορεία από την Κεφαλονιά του 1801 στο Ναύπλιο του 1831 επιτρέπει επομένως μια διαφορετική ανάγνωση του πολιτικού Καποδίστρια.

Ο συγκεντρωτισμός του 1828 δεν εμφανίστηκε ξαφνικά ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στον χαρακτήρα του ή στη θητεία του στη Ρωσία.

Είχε ιστορία.

Στην Κεφαλονιά ο Καποδίστριας γνώρισε την κοινωνική σύγκρουση και την αδυναμία μιας εύθραυστης κεντρικής εξουσίας.

Στην Επτάνησο Πολιτεία γνώρισε τη θεσμική μεταρρύθμιση.

Στη Λευκάδα τη συγκέντρωση της εξουσίας σε συνθήκες κρατικής ανάγκης.

Στην Ελβετία γνώρισε μια διαφορετική μορφή σύνθεσης τοπικής αυτονομίας και πολιτικής ενότητας.
Στη ρωσική διπλωματία γνώρισε τον διεθνή συσχετισμό μέσα στον οποίο μπορούσε να υπάρξει ένα μικρό κράτος.

Και στην Ελλάδα επιχείρησε να συνθέσει αυτές τις εμπειρίες σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα κρατικής συγκρότησης.

Η κεντρική αντίφαση της πολιτικής του μπορεί επομένως να διατυπωθεί ως εξής:

ο Καποδίστριας εμπιστευόταν περισσότερο το κράτος ως φορέα μετασχηματισμού της κοινωνίας παρά την κοινωνία ως αυτοτελή φορέα μετασχηματισμού του κράτους.

Αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί εκ των προτέρων ηθική καταδίκη ούτε εξιδανίκευση. Είναι ένα ερμηνευτικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη σύγκριση διαφορετικών φάσεων της πολιτικής του διαδρομής.

Έτσι μπορεί να κατανοηθεί διαφορετικά και η τελική κρίση του 1831.

Ο Καποδίστριας επιχείρησε να ολοκληρώσει από τα πάνω, μέσω ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους, μια εθνική επανάσταση που είχε πραγματοποιηθεί από τα κάτω και μέσα από πολλαπλά κοινωνικά και πολιτικά κέντρα.

Σε αυτή την προσπάθεια βρίσκεται τόσο η ιστορικά προοδευτική πλευρά όσο και το ιστορικό όριο της πολιτικής του.

Γι' αυτό, για να κατανοήσουμε τον Καποδίστρια, δεν αρκεί να ρωτήσουμε γιατί δολοφονήθηκε.
Πρέπει πρώτα να ρωτήσουμε πώς διαμορφώθηκε ο πολιτικός που έφθασε στο Ναύπλιο, ποιες κοινωνικές αντιθέσεις προσπάθησε να επιλύσει, ποιο κράτος επιχείρησε να οικοδομήσει και μέχρι πού μπορούσαν οι κοινωνικές και διεθνείς συνθήκες της εποχής του να επιτρέψουν αυτόν τον μετασχηματισμό.

Τότε ο Καποδίστριας παύει να εμφανίζεται είτε ως ο μοναχικός «μεγάλος άνδρας» που δημιουργεί την Ιστορία είτε ως ένα άβουλο προϊόν των περιστάσεων.

Αναδεικνύεται ως ιστορική προσωπικότητα που διαμορφώθηκε από τις αντιφάσεις της εποχής της, έκανε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές μέσα σε αυτές και, με τη δράση της, επιχείρησε ταυτόχρονα να μεταβάλει τους ίδιους τους όρους που την είχαν διαμορφώσει.

Θεμιστοκλής Παπαϊωάννου
ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ