ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΤΙΑΣΗΣ
ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ
ΛΟΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

NEKTAR

ΣΧΟΛΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Η ιστορία του ξεχασμένου Λαζαρέτου στο Ναύπλιο

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 12:53:00 μ.μ. | | |
Γκραβούρα
Ένα ιστορικό παραμύθι από το βενετικό Ανάπλι, Πριν από τριακόσια και περισσότερα χρόνια, όταν στα τείχη του κυμάτιζε η σημαία της Βενετίας, η ζωή της πόλης ερχόταν από τη θάλασσα.

Κάθε πρωί το λιμάνι ξυπνούσε πριν από την πόλη. Καράβια έφθαναν από τη Βενετία, τα νησιά και τα μακρινά λιμάνια της Ανατολής. Έφερναν σιτάρι και κρασί, υφάσματα και εργαλεία, εμπόρους, στρατιώτες και ναυτικούς. Έφερναν ειδήσεις από έναν κόσμο που βρισκόταν πέρα από τον ορίζοντα.

Μερικές φορές όμως τα καράβια έφερναν μαζί τους και κάτι που κανείς δεν μπορούσε να δει.

Την αρρώστια.

Ήταν ο καιρός που μια λέξη αρκούσε για να κλείσουν λιμάνια και πύλες:
πανώλη.

Γι' αυτό οι Βενετοί αποφάσισαν να δημιουργήσουν στο Ανάπλι έναν ιδιαίτερο τόπο.λοιμοκαθαρτήριο (Λαζαρέτο)

Ούτε μέσα στην πόλη ούτε εντελώς μακριά από αυτήν. Έναν τόπο στο όριο της στεριάς με τη θάλασσα, όπου θα περίμεναν όσοι έφθαναν από ύποπτα λιμάνια.

Η πρώτη κρίσιμη μαρτυρία είναι τον Μαΐο.του1697, με απόφαση του γενικόυ καπιτάνου Alessandro Molin

Ήταν το λοιμοκαθαρτήριο του Αναπλιού.

Δεν ήταν μεγάλο πέτρινο νοσοκομείο.

Ήταν μια ταπεινή ξύλινη εγκατάσταση. Το 1703 ένας Βενετός αξιωματούχος προνοητής Zuan Andrea Pasqualigo,κατέγραψε εκεί οκτώ ξύλινες παράγκες και ένα ακόμη σπίτι, όπου έμενε ο άνθρωπος που είχε την ευθύνη της καραντίνας.

Στις οκτώ παράγκες περίμεναν οι ταξιδιώτες και οι ναυτικοί.

Περίμεναν να περάσουν οι ημέρες της απομόνωσης.

Περίμεναν να φανεί αν κάποιος θα αρρωστήσει.

Περίμεναν την άδεια να περάσουν από τον κόσμο της θάλασσας στον κόσμο της πόλης.

Όταν όμως οι παράγκες γέμιζαν, οι άνθρωποι έμεναν πάνω στα ίδια τα καράβια τους.

Τα πλοία αγκυροβολούσαν κοντά στην ακτή και στο κατάρτι υψωνόταν η κίτρινη σημαία της καραντίνας.

Από τα καταστρώματα οι ταξιδιώτες μπορούσαν να βλέπουν το Ανάπλι.

Έβλεπαν τα τείχη.

Έβλεπαν την Ακροναυπλία.

Άκουγαν ίσως τις καμπάνες.

Η πόλη βρισκόταν μπροστά τους, τόσο κοντά ώστε μπορούσαν σχεδόν να την αγγίξουν.
Κι όμως δεν μπορούσαν να μπουν.

Οι ίδιοι οι Βενετοί κατάλαβαν γρήγορα ότι το λοιμοκαθαρτήριο δεν λειτουργούσε όπως έπρεπε. Οι ξύλινες κατασκευές ήταν ανεπαρκείς. Και, ακόμη χειρότερα, η θέση του δεν εξασφάλιζε πραγματική απομόνωση.

Τα καράβια μπορούσαν να πλησιάσουν την ακτή. Άνθρωποι της καραντίνας μπορούσαν κρυφά να επικοινωνήσουν με ανθρώπους της πόλης.

Το σύνορο ανάμεσα στους δύο κόσμους δεν ήταν τόσο ισχυρό όσο ήθελαν οι αρχές.
Και τότε εμφανίζεται το πιο σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας.

Γιατί δεν έβγαιναν όλοι από τις οκτώ παράγκες.

Κάποιοι αρρώσταιναν.

Κάποιοι πέθαιναν.

Και τότε γεννιέται ένα ερώτημα που έμεινε αναπάντητο για περισσότερο από τριακόσια χρόνια:
Πού έθαβαν τους νεκρούς του λοιμοκαθαρτηρίου;

Δεν μπορούμε ακόμη να απαντήσουμε.

Γνωρίζουμε όμως ότι στην άλλη πλευρά του βράχου της Ακροναυπλίας, πάνω από τη θάλασσα, υπήρχε ένας παλιός ιερός τόπος.

Η Σάντα Μαρία ντελα Γκρότα.

Η Παναγία της Σπηλιάς.

Ένα μικρό καταφύγιο μέσα στον βράχο, ανάμεσα στο τείχος και στη θάλασσα.

Και πάνω στους βράχους γύρω της λέγεται ότι υπάρχουν ακόμη παλιά χαράγματα και παράξενα σημάδια.

Ποιος τα χάραξε;

Πότε;

Γιατί;

Ήταν σημάδια πίστης;

Ήταν σημάδια ναυτικών;

Ή μήπως κάποιο από αυτά διατηρεί τη μνήμη ανθρώπων που τάφηκαν εκεί;

Δεν γνωρίζουμε.

Και εδώ το παραμύθι πρέπει να αφήσει χώρο στην Ιστορία.

Γιατί δεν έχουμε ακόμη το έγγραφο που θα μας επιτρέψει να πούμε ότι οι νεκροί του λοιμοκαθαρτηρίου θάβονταν στην Παναγία της Σπηλιάς. Έχουμε μόνο ένα νήμα που αξίζει να ακολουθήσουμε.

Ύστερα ήρθε το 1715.

Οι Βενετοί έχασαν το Ανάπλι.

Οι σημαίες άλλαξαν.

Οι άνθρωποι άλλαξαν.

Και κάποια στιγμή χάθηκαν και οι οκτώ ξύλινες παράγκες.

Το ξύλο δεν έχει τη μνήμη της πέτρας. Σαπίζει, καίγεται, γκρεμίζεται, χρησιμοποιείται ξανά.

Κι έτσι το λοιμοκαθαρτήριο εξαφανίστηκε.

Τα μεγάλα έργα έμειναν.

Η Ακροναυπλία έμεινε.

Το Μπούρτζι έμεινε.

Το Παλαμήδι υψώθηκε πάνω από την πόλη και έγινε ένα από τα σύμβολά της.

Το λοιμοκαθαρτήριο όμως ξεχάστηκε.

Πέρασαν περισσότεροι από τρεις αιώνες.

Σήμερα χιλιάδες άνθρωποι περπατούν στην παραλία, ανεβαίνουν στην Ακροναυπλία, φωτογραφίζουν το Μπούρτζι και περνούν από την Αρβανιτιά.

Κάπου όμως μέσα σε αυτό το τοπίο υπήρξαν κάποτε οκτώ ξύλινες παράγκες και ένα σπίτι.
Εκεί περίμεναν άνθρωποι που είχαν ταξιδέψει από μακριά.

Κάποιοι πέρασαν την καραντίνα και μπήκαν τελικά στο Ανάπλι.

Κάποιοι ίσως επέστρεψαν στα καράβια τους.

Και κάποιοι δεν έφυγαν ποτέ.

Δεν γνωρίζουμε ακόμη πού βρισκόταν ακριβώς το λοιμοκαθαρτήριο.

Δεν γνωρίζουμε πού βρίσκονται οι νεκροί του.

Ίσως η απάντηση να κρύβεται σε ένα βενετικό έγγραφο που δεν έχουμε ακόμη διαβάσει.
Ίσως σε έναν παλιό χάρτη.

Ίσως στη Santa Maria della Grotta.

Ίσως σε κάποιο ξεχασμένο σημάδι χαραγμένο πάνω στον βράχο.

Γιατί οι πόλεις έχουν δύο ιστορίες.

Τη μία τη γράφουν πάνω στις πέτρες τους και τη δείχνουν σε όλους.

Την άλλη την κρύβουν μέσα στις σπηλιές, κάτω από το χώμα και πίσω από τα σημάδια που κανείς πια δεν θυμάται να διαβάσει.

Και το Ναύπλιο έχει ακόμη μια τέτοια ιστορία.

Την ιστορία του ξεχασμένου λοιμοκαθαρτηρίου.

Μια ιστορία που δεν έχει ακόμη τελειώσει.

Γιατί κάπου ανάμεσα στην Ακροναυπλία, τη θάλασσα και την Παναγία της Σπηλιάς μπορεί να βρίσκεται ακόμη η τελευταία της σελίδα.

Και όταν κάποτε τη βρούμε, ίσως μπορέσουμε να πούμε και σε εκείνους που έμειναν χωρίς όνομα:
«Δεν σας ξεχάσαμε.

Απλώς χρειαστήκαμε τριακόσια χρόνια για να αρχίσουμε να σας αναζητούμε.»

Θεμιστοκλής Παπαϊωάννου
Φωτ:Το Ανάπλι του Dubuission 1698
👁 — προβολές
ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ