Το έλεγαν Ανδρέα.
Ο πατέρας του, ο Κυριάκος , ήταν γιατρός από τη Χίο. Η μητέρα του λεγόταν Νικολέτα. Η οικογένεια, αναζητώντας έναν τόπο για να μεγαλώσει και να μορφώσει το παιδί της, πέρασε από το Ναύπλιο, την Άνδρο και τη Σύρο.
Στο Ανάπλι ο μικρός Ανδρέας δεν έμεινε πολύ.
Πρόλαβε όμως να γνωρίσει μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις.
Από τη μια, τα παλάτια, οι υπουργοί, οι στρατιωτικοί και οι αξιωματούχοι του νεαρού βασιλείου.
Από την άλλη, οι εργάτες του λιμανιού, οι τεχνίτες, οι ψαράδες και οι φτωχοί άνθρωποι που πάλευαν να ζήσουν.
Εκεί, λέει η ιστορία ότι ο Ανδρέας έμαθε να μετράει.
Και φαίνεται πως του άρεσε πολύ.
Να μετράει τις δραχμές, τα γρόσια, τους τόκους.
Να μετράει γρήγορα.
Μόνο που μεγαλώνοντας θα μάθαινε να μετράει τα χρήματα πολύ καλύτερα από τους ανθρώπους.
Τα χρόνια πέρασαν.
Το αγόρι έφυγε από το Ανάπλι, σπούδασε στην Άνδρο και στη Σύρο και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.
Έπιασε δουλειά σε μεγάλο εμπορικό οίκο.
Στην αρχή ήταν υπάλληλος.Ύστερα έγινε συνέταιρος.Και λίγο αργότερα τραπεζίτης.
Τα χρήματα άρχισαν να γεννούν περισσότερα χρήματα.
Ο Ανδρέας ανακάλυψε πως υπήρχε ένας κόσμος όπου δεν χρειαζόταν να καλλιεργείς τη γη, να σκάβεις τα ορυχεία ή να δουλεύεις στα εργαστήρια για να μεγαλώνει η περιουσία σου.
Αρκούσε να κατέχεις το κεφάλαιο.
Να δανείζεις.Να αγοράζεις.Να πουλάς.
Και να γνωρίζεις πότε οι άλλοι είχαν ανάγκη από χρήματα.
Έγινε ένας από τους μεγαλύτερους μετόχους της Τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως. Οι επιχειρήσεις του απλώθηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι την Αίγυπτο και την Ευρώπη.
Κι όσο μεγάλωνε η περιουσία του, τόσο μεγάλωνε και η δύναμή του.
Γιατί το χρήμα δεν αγόραζε μονάχα εμπορεύματα.
Αγόραζε επιρροή.Και η επιρροή μπορούσε να μετατρέπεται σε πολιτική εξουσία.
Ώσπου ήρθε η μεγάλη ιστορία του Λαυρίου.
Ώσπου ήρθε η μεγάλη ιστορία του Λαυρίου.
Στα μεταλλεία της Αττικής εργάτες έβγαζαν από τη γη μετάλλευμα. Εκεί υπήρχαν και οι περίφημες εκβολάδες, τα υπολείμματα παλαιότερων εξορύξεων που εξακολουθούσαν να περιέχουν πολύτιμα μέταλλα.
Γύρω από την εκμετάλλευσή τους ξέσπασε μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και την ξένη μεταλλευτική εταιρεία.
Το 1873 συμμετείχε στην εξαγορά των σχετικών μεταλλευτικών συμφερόντων και στη δημιουργία της Ελληνικής Εταιρείας Μεταλλουργείων Λαυρίου.
Και τότε άρχισε ένα παράξενο πανηγύρι.
Οι άνθρωποι άκουγαν πως στο Λαύριο κρυβόταν αμύθητος πλούτος.
Πως όποιος αγόραζε μετοχές θα γινόταν πλούσιος.
Πως το ασήμι και ο μόλυβδος θα μετατρέπονταν σε χρυσάφι για όλους.
Στο καφενείο «Η Ωραία Ελλάς», στην Αθήνα, οι μετοχές άλλαζαν χέρια.
Έμποροι, μικροαστοί, νοικοκυραίοι έβαζαν τις οικονομίες τους στο μεγάλο όνειρο.
Κάποιοι δανείζονταν για να αγοράσουν περισσότερες.Το χαρτί ανέβαινε.
Η ελπίδα μεγάλωνε.Ώσπου το όνειρο έγινε εφιάλτης.Οι τιμές κατέρρευσαν.
Άνθρωποι έχασαν τις αποταμιεύσεις τους.
Οικογένειες καταστράφηκαν οικονομικά.
Και το όνομα του βρέθηκε στο επίκεντρο της λαϊκής οργής.
Άλλοι τον αποκαλούσαν μεγαλοεπιχειρηματία.
Άλλοι κερδοσκόπο.
Κι άλλοι έβλεπαν στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που είχε πλουτίσει την ώρα που εκείνοι έχαναν το βιός και σ' αυτόν έβλεπαν το αρπακτικό που τους έπινε το αίμα.
Μα ο Ανδρέας συνέχισε να μετράει.
Και οι αριθμοί στους λογαριασμούς του εξακολουθούσαν να μεγαλώνουν.
Ο Ανδρεας επέστρεψε στην Ελλάδα, ίδρυσε τράπεζες, επένδυσε σε επιχειρήσεις, απέκτησε μεγάλες εκτάσεις γης και αναμείχθηκε στην πολιτική.Έγινε βουλευτής.
Συναναστρεφόταν βασιλιάδες, υπουργούς και πρωθυπουργούς.
Το όνομά του ακουγόταν στις τράπεζες, στις κυβερνήσεις και στα μεγάλα οικονομικά κέντρα.
Κι όμως, στην Ελλάδα εκείνων των χρόνων, οι αγρότες δυσκολεύονταν να πληρώσουν τους φόρους τους, οι εργάτες πάλευαν για το μεροκάματο και το κράτος δανειζόταν ξανά και ξανά.
Το 1893 η χώρα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία.
Δεν την είχε προκαλέσει μόνο ένας άνθρωπος. Ήταν αποτέλεσμα βαθύτερων οικονομικών και πολιτικών αντιφάσεων.
Αλλά το πρόσωπο της ιστορίας μας ανήκε σε εκείνη τη μικρή κοινωνική τάξη που μπορούσε να επηρεάζει τις τύχες ενός ολόκληρου κράτους.
Και να κερδίζει ακόμη κι όταν οι πολλοί έχαναν.
Κάποτε, ο μεγάλος τραπεζίτης άρχισε να διαθέτει σημαντικά ποσά για δημόσια έργα και φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Σχολεία.Νοσοκομεία.Ορφανοτροφεία.Δημόσια οικοδομήματα.Ο άνθρωπος που είχε κατηγορηθεί για κερδοσκοπία παρουσιαζόταν τώρα ως μεγάλος ευεργέτης.
Και ήταν πράγματι σημαντικά τα έργα που χρηματοδότησε.
Μόνο που το παραμύθι μας έχει ένα ερώτημα.
Από πού είχαν προέλθει όλα εκείνα τα χρήματα;
Γιατί ο πλούτος δεν γεννιέται από μόνος του.
Πίσω από τις τράπεζες βρίσκονταν τα δάνεια.
Πίσω από τα δάνεια, οι τόκοι.
Πίσω από τις επιχειρήσεις, η εργασία χιλιάδων ανθρώπων.
Και πίσω από τις μεγάλες περιουσίες, οι κοινωνικές σχέσεις μιας εποχής όπου λίγοι μπορούσαν να συγκεντρώνουν τον πλούτο που δημιουργούσαν πολλοί.
Το πρόσωπο της ιστορίας μας δεν είναι άλλο από τον περιβόητο μεγαλοτοκογλυφο
ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ
Δεν άφησε αναγνωρισμένους απογόνους που να συνεχίσουν το όνομά του.
Άφησε όμως τεράστια περιουσία και σημαντικά κληροδοτήματα.
Η σύζυγός του, Ιφιγένεια Μαυροκορδάτου-Συγγρού, συνδέθηκε με την υλοποίηση του φιλανθρωπικού του έργου.
Και το όνομα του τραπεζίτη άρχισε να χαράζεται σε σχολεία, νοσοκομεία και δημόσια κτίρια.
Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1903, στο παλιό Ανάπλι άρχισαν να χτίζουν ένα καινούργιο μέγαρο.
Ενα Μέγαρο για να στεγασούν την Δικαιοσύνη που τελικά αυτή έμεινε απέξω από το κτήριο ήταν το Δικαστικό Μέγαρο του Ναυπλίου.
Η χρηματοδότηση της κατασκευής του συνδέθηκε με τη δωρεά του Ανδρέα Συγγρού.
Του παιδιού που, είχε κάποτε περάσει από την πόλη.Ο Ναυπλιώτης αρχιτέκτονας Αναστάσιος Σταματιάδης σχεδίασε το επιβλητικό νεοκλασικό οικοδόμημα.
Και γύρω στο 1911 το Ναύπλιο απέκτησε το νέο Δικαστικό του Μέγαρο.
Ένα κτίριο που θα στέγαζε τη Δικαιοσύνη.
Αν μπορούσαν να μιλήσουν τα μάρμαρα, οι τοίχοι ίσως να ρωτούσαν:
«Μπορεί η Δικαιοσύνη να είναι πραγματικά ανεξάρτητη όταν η κοινωνία είναι χωρισμένη σε πλούσιους και φτωχούς;»
Πέρασαν τα χρόνια.Το Ναύπλιο άλλαξε.
Οι κυβερνήσεις άλλαξαν.
Οι δικαστές διαδέχονταν ο ένας τον άλλον.
Μα το μέγαρο έμεινε εκεί.
Και μαζί του έμεινε το όνομα του Ανδρέα Συγγρού.
Μετα από τόσα χρόνια ποιος θυμάται σήμερα τον
ευεργέτη;
ευεργέτη;
Μα η ιστορία θέτει κι ένα δεύτερο ερωτημα
Ποιος θυμάται τους ανθρώπους που έχασαν τις οικονομίες τους στα Λαυρεωτικά;
Ποιος θυμάται τους μεταλλωρύχους που δούλευαν κάτω από τη γη;
Κι εδώ κάπου τελειώνει το παραμύθι μας.
Το παιδί που ήρθε από την Κωνσταντινούπολη έγινε η ποιο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του 19ου αιώνα ένας από τους μεγαλύτερους τοκογλύφους της εποχής του και όχι μόνο ,αν ήταν στις ΗΠΑ θα ήταν Ροκφέλερ.
Μετά για να εξιλέωση άρχιζε να κάνει δωρεες
Και μετά από τον θάνατό του, ένα μέρος της περιουσίας του συνδέθηκε με την ανέγερση του Δικαστικού Μεγάρου στην πόλη των παιδικών του χρόνων.
Και τελειωνοντας στο σύστημα αυτό που ζούμε : "άλλοτε κλέβεις το παζάρι, άλλοτε το χτίζεις"
Όπως λέμε στο Αναπλι
Θεμιστοκλής Παπαϊωάννου





.webp)





.webp)



