Ο Υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Βουλευτής Αργολίδας της Νέας Δημοκρατίας κ. Γιάννης Ανδριανός στην ομιλία του στο πλαίσιο της συζήτησης στη Βουλή της πρότασης του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη για τη σύσταση Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής με αντικείμενο τη μελέτη των προβλημάτων και την επεξεργασία προτάσεων για την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα, στη βάση των σύγχρονων προκλήσεων και των διεθνών εξελίξεων, επεσήμανε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Η ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα δεν είναι μια ακόμη δημόσια πολιτική ανάμεσα σε άλλες. Είναι εθνική υπόθεση, και έτσι οφείλουμε να την αντιμετωπίζουμε. Γι’ αυτό λοιπόν, προσπερνώ τις αντιφάσεις ότι «δεν ψηφίζουμε την πρόταση της Κυβέρνησης, του Πρωθυπουργού, της Νέας Δημοκρατίας, αλλά θα συμμετέχουμε». Κρατώ το θετικό – η συμμετοχή έχει θετικό πρόσημο, και πιστεύω κάτι θετικό τελικά θα βγάλουμε.
Είναι εθνική υπόθεση, όχι μόνο επειδή το να διατηρήσουμε ζωντανή την ελληνική περιφέρεια περνά αναγκαστικά μέσα από τη εξασφάλιση των προϋποθέσεων για δημιουργία, προκοπή και αξιοπρεπές εισόδημα – ιδίως για τους νέους ανθρώπους που θέλουν να μείνουν στον τόπο τους και να ασχοληθούν με τη γη.
Είναι εθνική υπόθεση και γιατί οφείλουμε να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα πραγματικά, ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει ο πρωτογενής τομέας της χώρας μας, ώστε να ενισχύσουμε ουσιαστικά τη συμβολή του στην εθνική παραγωγή, αλλά και στην ίδια την σύγχρονη ταυτότητα της Ελλάδας.
Τι σημαίνει, όμως, στην πράξη «εθνική υπόθεση»; Και πώς αποκτά χειροπιαστό περιεχόμενο ώστε να μη μένει ένα κενό σύνθημα; Σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, μακρόπνοο σχεδιασμό και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις. Σημαίνει ενιαία στρατηγική και όχι αντικρουόμενες πολιτικές. Σημαίνει ευρεία συναίνεση στην κοινωνία και τις πολιτικές δυνάμεις ως προς τις βασικές κατευθύνσεις και επιλογές. Και, πάνω απ’ όλα, σημαίνει εμπιστοσύνη: εμπιστοσύνη μεταξύ κράτους και παραγωγών, εμπιστοσύνη μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων κρίκων της αγροτικής οικονομίας, εμπιστοσύνη ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα το κοινό, εθνικό συμφέρον και όχι το πρόσκαιρο πολιτικό όφελος.
Το γεγονός ότι οι αποκλεισμοί των οδικών αρτηριών στο πλαίσιο των αγροτικών κινητοποιήσεων έχουν εδώ και δεκαετίες κανονικοποιηθεί ως ένας οιονεί «θεσμός» δεν τιμά τη χώρα μας. Και κυρίως αποκαλύπτει ένα χρόνιο έλλειμμα εμπιστοσύνης. Ένα έλλειμμα που υπονομεύει κάθε σοβαρή προσπάθεια φιλόδοξου και σταθερού σχεδιασμού για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα.
Οφείλουμε, λοιπόν, όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Και η πρόταση του Πρωθυπουργού για τη σύσταση Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής σηματοδοτεί αυτό ακριβώς από πλευράς της Κυβέρνησης. Τη βούληση να θεσμοθετήσουμε ένα μόνιμο, υπεύθυνο βήμα διαλόγου, σύνθεσης και σχεδιασμού στρατηγικής, πέρα από τη συγκυρία και τις πιέσεις της στιγμής.
Βεβαίως, κανείς δεν αγνοεί ότι υπάρχουν – και θα υπάρχουν πάντα – έκτακτες ανάγκες που απαιτούν άμεσες λύσεις. Το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ και η επιζωοτία της ευλογιάς των αιγοπροβάτων είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Η Κυβέρνηση έδειξε στην πράξη ότι αντιλαμβάνεται την επιτακτικότητα αυτών των προβλημάτων και τις σοβαρές συνέπειες που υφίστανται οι παραγωγοί. Αφιερώνουμε γι’ αυτό όλες μας τις δυνάμεις για την ταχεία αντιμετώπισή τους, αξιοποιώντας κάθε διαθέσιμο μέσο, και επιδιώξαμε από την πρώτη στιγμή ειλικρινή διάλογο με τους παραγωγούς.
Αποδείξαμε τη βούληση και την αποφασιστικότητά μας να εξαντλήσουμε κάθε δυνατότητα στήριξης: με παρεμβάσεις για τη μείωση του κόστους του αγροτικού ρεύματος, με στοχευμένα μέτρα για τους πληγέντες κτηνοτρόφους, με την επιστροφή του ΕΦΚ στο πετρέλαιο στην αντλία και χωρίς την επιβολή ΦΠΑ που συνολικά σημαίνει 51 λεπτά όφελος, επιταχύνοντας και ενισχύοντας τις καταβαλλόμενες αποζημιώσεις. Δεν αρνηθήκαμε να ενισχύσουμε τα μέτρα στήριξης, ενσωματώνοντας τις προτάσεις των παραγωγών όπου αυτό ήταν εφικτό από τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας και τους κοινοτικούς κανονισμούς.
Όμως, πέρα από τη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης, έχουμε χρέος – εξίσου μάλιστα μεγάλο - να κοιτάμε και τη μεγάλη εικόνα. Την επόμενη μέρα για την αγροτική παραγωγή.
Και εδώ οι προκλήσεις είναι τεράστιες και γνωστές σε όλους: η κλιματική κρίση και η ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας, η διαχείριση των υδάτινων πόρων, η στρατηγική αντιμετώπιση ζωονόσων και φυτοϋγειονομικών κινδύνων, το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, η ανάγκη για γνώση, κατάρτιση και αξιοποίηση της τεχνολογίας, η αύξηση της προστιθέμενης αξίας μέσω ποιότητας, πιστοποίησης, μεταποίησης και συλλογικών σχημάτων. Η νέα ΚΑΠ, ο κανονισμός του ΕΛΓΑ, η θεσμική εκπροσώπηση των αγροτών, για παράδειγμα ακούστηκαν προτάσεις κατά τις συναντήσεις με τον Πρωθυπουργό για την ίδρυση αγροτικών επιμελητηρίων. Αυτά λοιπόν τα ζητήματα δεν λύνονται ούτε με συνθήματα ούτε με αποσπασματικές αποφάσεις.
Γι’ αυτό είναι απολύτως αναγκαία η ευρεία συναίνεση ως προς τον στρατηγικό σχεδιασμό. Οι βαθιές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται ο πρωτογενής τομέας απαιτούν χρόνο, συνέπεια και πολιτική σταθερότητα. Δεν μπορούν να προχωρήσουν αν κάθε αλλαγή αμφισβητείται εκ των προτέρων ή υπονομεύεται εκ των υστέρων. Οι βασικοί άξονες αυτής της στρατηγικής, άλλωστε, επιβεβαιώθηκαν με τον πλέον εμφατικό τρόπο και στον πρόσφατο διάλογο με τους ίδιους τους αγρότες – είναι αυτονόητες προτεραιότητες που υπερβαίνουν επιμέρους διαφωνίες και κομματικές γραμμές. Γι’ αυτό και μπορούν να αποτελέσουν το θεμέλιο μιας πραγματικά εθνικής μακρόπνοης στρατηγικής.
Και κάτι ακόμη: η έλλειψη εμπιστοσύνης δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τον λαϊκισμό, την πλειοδοσία σε κενές περιεχομένου υποσχέσεις και τη στείρα αντιπαράθεση. Πώς θα εφαρμοστούν ουσιαστικές παρεμβάσεις αν δεν υπάρχει κοινή πεποίθηση ότι προέκυψαν από αντικειμενική αξιολόγηση, διάλογο και σύνθεση, ότι έχουν ευρεία αποδοχή και δεν θα γίνουν αντικείμενο ανεύθυνης πλειοδοσίας για μικροκομματικούς λόγους;
Ακριβώς γι’ αυτό, οφείλουμε να δούμε αυτή τη Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή ως ευκαιρία να γυρίσουμε σελίδα στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τα ζητήματα της αγροτικής πολιτικής. Ως ένα βήμα που μας δίνει τη δυνατότητα και μας φέρνει ενώπιον της ευθύνης να συμφωνήσουμε στα βασικά, να συνθέσουμε οπτικές, να οικοδομήσουμε εμπιστοσύνη, να διατυπώσουμε και να εφαρμόσουμε την στρατηγική που χρειάζεται ο πρωτογενής τομέας.
Αν πράγματι θέλουμε η αγροτική μας παραγωγή να αποτελέσει πυλώνα βιώσιμης ανάπτυξης, συνοχής και εθνικής αυτοπεποίθησης, τότε αυτή η προσπάθεια αξίζει τη στήριξη όλων μας. Ως τεκμήριο ευθύνης απέναντι στους παραγωγούς μας, απέναντι στην ελληνική περιφέρεια, απέναντι στην εθνική υπόθεση της πρωτογενούς μας παραγωγής».















