Εκδήλωση αφιερωμένη στη ζωή και το έργο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αλβανίας ,πραγματοποίησε η Ιερά Μητρόπολη Αργολίδας στην Αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού του Δήμου Άργους – Μυκηνών «Μέγας Αλέξανδρος» την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026.
Στην εκδήλωση μνήμης μίλησαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Νεκτάριος και οι συνεργάτες του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αχαΐας κ. Αθανάσιος και η Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Οσίου Θεοδοσίου Γερόντισσα Φοίβη.
Ακολούθησε βίντεο παρουσίαση από την ιεραποστολική δράση του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου. Προηγήθηκε στον Καθεδρικό Ιερό ναό του Αγίου Πέτρου επισκόπου Αργους , Δισαρχιερατική θεία λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αργολίδος Νεκτάριο και τον Μητροπολίτη Αχαΐας Αθανάσιο.
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ
Γεννήθηκε το 1929 στον Πειραιά και περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο B' Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ' όπου και αποφοίτησε το 1952. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές αναμείχθηκε με οργανώσεις ορθόδοξης νεολαίας.
Γεννήθηκε το 1929 στον Πειραιά και περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο B' Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ' όπου και αποφοίτησε το 1952. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές αναμείχθηκε με οργανώσεις ορθόδοξης νεολαίας.
Το 1959 ίδρυσε και διεύθυνε το πρώτο ιεραποστολικό περιοδικό στην Ελλάδα με τίτλο Πορευθέντες, και τρία χρόνια αργότερα το ομότιτλο «Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο», από το οποίο ξεκίνησε η ελληνόφωνη ιεραποστολική αφύπνιση κατά τον 20ό αιώνα.
Το 1960 χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος ενώ το 1964 χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης. Παράλληλα ξεκίνησε ιεραποστολικές εξορμήσεις στην Αφρική και κυρίως στην Ουγκάντα. Εκεί έμαθε τις τοπικές διαλέκτους, αναγκάστηκε όμως να αποχωρήσει όταν προσβλήθηκε από ελονοσία.
Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Φιλοσοφικές Σχολές του Πανεπιστημίου του Αμβούργου και του Μαρβούργου στη Γερμανία (1965-1969) ως υπότροφος του γερμανικού Ιδρύματος Alexander von Humboldt, στη θρησκειολογία, την εθνολογία και την ιεραποστολική. Ακόμη, κατείχε εντολή διδασκαλίας του μαθήματος της νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Μαρβούργου στη Γερμανία (1966-69).
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα οργάνωσε και διεύθυνε το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο «Πορευθέντες» καθώς επίσης και το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Αθήνα (1971-1975).
Η προσφορά του αναγνωρίστηκε σύντομα με τη χειροτονία του σε επίσκοπο Ανδρούσης το 1972. Τον ίδιο χρόνο ορίστηκε έκτακτος καθηγητής Ιστορίας των Θρησκευμάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διευθυντής του Τομέα Θρησκειολογίας και Κοινωνιολογίας (1983-1986), από το 1976 τακτικός καθηγητής και κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1983 έως το 1987.
Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο Πανεπιστήμιο, υπήρξε ακόμη Αντιπρόεδρος της Εφορείας Πανεπιστημιακής Λέσχης (1978-79 και 1983-86), πρόεδρος της «Επιτροπής Συμπαραστάσεως Κυπριακού Αγώνος» του Πανεπιστημίου Αθηνών (1975-84), μέλος της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών (1986-90) και του ΔΣ του Kέντρου Μεσογειακών και Αραβικών Σπουδών (1978-82). Αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1997 όταν και ονομάστηκε ομότιμος καθηγητής.
Έγινε επίσης γενικός διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και ίδρυσε το ιεραποστολικό περιοδικό Πάντα τα Έθνη, το οποίο διεύθυνε από το 1981 μέχρι το 1991. Παράλληλα ανέπτυξε και επιστημονική δραστηριότητα.
Το 1981, μετά την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του, αναχώρησε και πάλι για την Αφρική, αυτή τη φορά ως Τοποτηρητής της Ιεράς Μητρόπολης Ανατολικής Αφρικής. Η δικαιοδοσία του εκεί περιλάμβανε την Κένυα, την Ουγκάντα και την Τανζανία, όπου πραγματοποίησε τεράστιο έργο αναφορικά με τη λειτουργία της εκεί Εκκλησίας. Μετά από 10 χρόνια επέστρεψε στην Αθήνα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ήταν πολύγλωσσος και εκτός της μητρικής και της αρχαίας ελληνικής, μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, αλβανικά ενώ είχε επίσης γνώσεις λατινικής, ισπανικής, ιταλικής, ρωσικής και σουαχίλι. Είχε, επίσης, μελετήσει τα διάφορα θρησκεύματα (αφρικανικά θρησκεύματα, Ινδουϊσμό, Βουδισμό, Ταοϊσμό, Κομφουκιανισμό, Ισλάμ) στις χώρες που ακμάζουν (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία, Νιγηρία, Ινδία, Ταϋλάνδη, Κεϋλάνη, Κορέα, Ιαπωνία, Κίνα, Βραζιλία, Καραϊβική, Λίβανο, Συρία, Αίγυπτο, Τουρκία κ.α.).
Λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια του βίου του αντιμετώπιζε κατά τα τελευταία χρόνια αυτού σοβαρά προβλήματα υγείας. Μετά από σύντομη νοσηλεία στην Αλβανία τον Δεκέμβριο του 2024, στις 3 Ιανουαρίου 2025 διακομίσθηκε στην Αθήνα.
Από τις 10 Ιανουαρίου, νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση και βρισκόταν διασωληνωμένος στη ΜΕΘ του νοσοκομείου «Ο Ευαγγελισμός», όταν η κατάσταση της υγείας του παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση, με αιμορραγία στο λεπτό έντερο, που αντιμετωπίστηκε με χειρουργική επέμβαση.
Απεβίωσε στις 25 Ιανουαρίου 2025, σε ηλικία 95 ετών, συνεπεία πολυοργανικής ανεπάρκειας. Χιλιάδες άνθρωποι τον αποχαιρέτησαν, τόσο στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, όσο και στα Τίρανα, όπου με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, κηρύχτηκε εκκλησιαστικό πένθος πέντε ημερών.
Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε στον Καθεδρικό Ναό Αναστάσεως του Χριστού των Τιράνων, στις 30 Ιανουαρίου, προεξάρχοντος του Οικουμενικού Πατριάρχη, Βαρθολομαίου.











(1).webp)








































.jpg)













