Οι ιστορίες πολλές. Άλλες κοινότυπες, άλλες σπάνιες, μα όλες ακριβές. Χωριό ξενιτεμένων. Αμερική, Αυστραλία, Καναδάς. Μα κάποιοι, θες από αδυναμία να φύγουν, θες από φόβο για το άγνωστο, έμειναν.
Ο Κύριος Κώστας επέλεξε να μείνει εκεί. Σπίτι απλό, φτωχικό, μικρό. Το μπάνιο έξω. Ο κήπος φροντισμένος, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, αγγούρια. Πιο κει τα ζώα. Κατσίκες, κότες. Μονάχος, χειμώνα καλοκαίρι. Ένα με τη φύση. Κάθε καλοκαίρι σχεδόν, η ανηψιά του πήγαινε κοντά του. Ζούσαν μαζί. Την αγαπούσε σαν παιδί του. Δεν είχε δικά του. Την έμαθε να καίει τον ξυλόφουρνο, να ζυμώνει.
Τα μεσημέρια πήγαινε στο μπακάλικο και αγόραζε τα απαραίτητα. Το φθινόπωρο η μικρή έφευγε. Ο κυρ Κώστας περίμενε πάλι το καλοκαίρι. Κι αυτό γινόταν για πολλά χρόνια. Κάποτε αρρώστησε. Η ανηψιά του τον φρόντισε όσο κι όπως μπορούσε. Έγυγε από τη ζωή αυτή μέσα στην αγκαλιά της. Από τότε εκείνη, δεν επέστρεψε, για κάμποσα χρόνια. Μέχρι που πριν λίγο καιρό πήγε ξανά,με συγγενείς της.
Οδοιπορικό στο παρελθόν. Τα πετρόχτιστα σπίτια, φάνταζαν σαν καινούρια. Η εκκλησία της Παναγίας μοιάζει να προστατεύει όλο το χωριό. Το τοπίο σου επιβάλλεται. Απέναντι, στοργικός κι αυστηρός μαζί, μοιάζει ο Πάρνωνας να σε παρακολουθεί. Νιώθεις έτοιμος να πετάξεις μαζί με τα μοναχικά γεράκια που σκίζουν τον κρύο αγέρα. Ησυχία. Πιο κάτω, στον Πύργο του Αυγουστή, ο Κολοκοτρώνης οργανώνει τα πολεμικά του σχέδια, ενώ μέσα στην ηρεμία του μεσημεριού ακούς τον Δημήτριο Υψηλάντη να εμψυχώνει τους επαναστάτες.
Και στη μέση του χωριού, το σπίτι του κύριου Κώστα. Σαν να κοιμάται κι αυτό υπνωτισμένο από τη ζέστη του Αυγούστου. Μα η στέγη ετοιμόρροπη, τα παντζούρια μισάνοιχτα και τα άγρια χόρτα να ξεπηδούν θυμωμένα μέσα από το ξεχασμένο χώμα.
Και στη μέση του χωριού, το σπίτι του κύριου Κώστα. Σαν να κοιμάται κι αυτό υπνωτισμένο από τη ζέστη του Αυγούστου. Μα η στέγη ετοιμόρροπη, τα παντζούρια μισάνοιχτα και τα άγρια χόρτα να ξεπηδούν θυμωμένα μέσα από το ξεχασμένο χώμα.
Εκείνη η απόλυτη σιωπή σε τσακίζει. Δεν είναι το οριστικό του θανάτου που σε απελπίζει, ούτε η αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων. Είναι η λύπη που μένει όταν ένα σπίτι μοιάζει άψυχο, από τότε που το εγκατέλειψε ο νοικοκύρης του. Και τότε, έρχεται η μνήμη: αμείλικτη, αυστηρή, αναπόδραστη. Το βλέμμα στη θλιμμένη, άγρια τριανταφυλλιά που επιμένει να αποζητά λίγο νερό να επιβιώσει. Τα μάτια καρφώνονται στην αιωνόβια, πέτρινη σκάλα που ένωνε το σπιτικό με τη γειτονιά. Σκάλα έρημη, ερωτευμένη με τα βήματα των ανθρώπων που έχουν πια χαθεί... Ποιός να αντέξει τόση μελαγχολία... Μα, θα πεις, έτσι είναι η ζωή... Πρέπει να προχωράμε, να συνεχίζουμε. Αλλά, κι εσύ το ξέρεις, δεν είναι πάντα εύκολο.
Αποφασίζεις να φύγεις, να περπατήσεις πιο πέρα, εκεί που τα σπίτια είναι καινούρια, εκεί που δεν υπάρχει ίχνος εγκατάλειψης και θλίψης. Κι όμως, θέλω να γυρίσω πίσω. Ο πόνος με οδηγεί, η νοσταλγία με πνίγει. Θέλω να ανέβω στην έρημη σκάλα και να της χαρίσω την αυταπάτη ότι νιώθει ανθρώπινη παρουσία. Ανεβαίνω. Το δεξί μου χέρι κρατημένο γερά στην κουπαστή.
Αποφασίζεις να φύγεις, να περπατήσεις πιο πέρα, εκεί που τα σπίτια είναι καινούρια, εκεί που δεν υπάρχει ίχνος εγκατάλειψης και θλίψης. Κι όμως, θέλω να γυρίσω πίσω. Ο πόνος με οδηγεί, η νοσταλγία με πνίγει. Θέλω να ανέβω στην έρημη σκάλα και να της χαρίσω την αυταπάτη ότι νιώθει ανθρώπινη παρουσία. Ανεβαίνω. Το δεξί μου χέρι κρατημένο γερά στην κουπαστή.
Στέκομαι. Με το αριστερό σκουπίζω τα μάτια μου, εκεί που ο ιδρώτας συναντιέται με τη συγκίνηση. Μπορώ να δω μέσα από τις γρίλλιες που έχουν πια σαπίσει. Δεν μπορώ. Αφήνω τη μαγεία του παρελθόντος ατόφια, αμόλυντη από το περίεργο βλέμμα μου. Κατεβαίνω ξανά. Σηκώνω το βλέμμα στον αφηρημένο Πάρνωνα. Σκέπτομαι τον κύριο Κώστα που προτίμησε το αγαπημένο του χωριό από το κυνήγι ενός αμφίβολου ονείρου στο άγνωστο. Μα πιο πολύ, σκέπτομαι τον εφήμερο περίπατό μας σε μια ζωή που πάντα θα μας φαίνεται ελάχιστη, ενώ συχνά, μια ολόκληρη ζωή μπορεί να χωρέσει σε μια στιγμή...
Πέτρος Λυγίζος
Πέτρος Λυγίζος










(1).webp)



