Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Συνταγματική αναθεώρηση και προεκλογική πόλωση

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 8:41:00 π.μ. |
Συνταγματική αναθεώρηση και προεκλογική πόλωση
Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί αδιαμφισβήτητα την κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία. Σε αυτήν οι αντιπρόσωποι κάθε λαού καλούνται να προσαρμόσουν τον καταστατικό χάρτη σε νέα -κοινωνικά, διοικητικά, οικονομικά κ. ά.- δεδομένα. 

Για το λόγο αυτό απαιτεί διεξοδική διαβούλευση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, πνεύμα συνεννόησης και συνεργασίας. Στο ελληνικό κράτος, ωστόσο, καθόλη τη μεταπολιτευτική περίοδο μονάχα μία διαδικασία συνταγματικής τροποποίησης, εκείνη του 2001, κινήθηκε πάνω στους συγκεκριμένους άξονες. Οι υπόλοιπες, μεταξύ των οποίων και η πιο πρόσφατη, απείχαν παρασάγγας από την πολιτική και κομματική συναίνεση.

Η πρώτη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος του 1975 εκκίνησε τον Μάρτιο του 1985. Οι εργασίες της έλαβαν χώρα σε συνθήκες ακραίας πόλωσης εξαιτίας της σχεδόν ταυτόχρονης αιφνιδιαστικής απόφασης της τότε κυβερνητικής ηγεσίας για τη μη ανανέωση της θητείας του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο προεδρικό αξίωμα, παρόλες τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της. Η προσπάθεια συσπείρωσης της κομματικής βάσης του ΠΑΣΟΚ ενόψει των επερχομένων βουλευτικών εκλογών του Ιουνίου εκείνου του έτους αποκρυσταλλώθηκε τόσο στην υποψηφιότητα Σαρτζετάκη για την Προεδρία της Δημοκρατίας, όσο και στην ίδια την αναθεωρητική πρόταση του ΠΑΣΟΚ, η οποία περιοριζόταν ουσιαστικά στην κατάργηση όλων σχεδόν των προεδρικών αρμοδιοτήτων. Ως εκ τούτου, η τότε συνταγματική τροποποίηση, που ολοκληρώθηκε από τη νέα Βουλή στο αμέσως επόμενο έτος, υπηρέτησε πολιτικές σκοπιμότητες της παπανδρεϊκής ηγεσίας, μετατρέποντας, μεταξύ άλλων, το ελληνικό πολιτικό σύστημα σε αμιγώς πρωθυπουργοκεντρικό. Σε κλίμα προεκλογικής πόλωσης πάντως πραγματοποιήθηκε και η συνταγματική τροποποίηση του 2008.

Ο σχετικός διάλογος είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα του 2006, σ’ ένα ‘νεκρό’ με πολιτικούς όρους χρονικό διάστημα, δίχως να βρίσκεται ενόψει κάποια εκλογική αναμέτρηση. Γι’ αυτό και οι αρχικές συζητήσεις κινούνταν σε πνεύμα ομόνοιας μεταξύ της τότε κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε σχέση με τα αναθεωρητέα άρθρα. Ωστόσο, επειδή από την άνοιξη του 2007 άνοιξε εκ νέου ο εκλογικός κύκλος, με την κυβέρνηση Καραμανλή, χωρίς να το ομολογεί, να προτίθετο να προβεί στη διεξαγωγή πρόωρων εθνικών εκλογών, άλλαξε άρδην η στάση του ΠΑΣΟΚ. Κατά συνέπεια, εξαιρουμένων ελαχίστων, οι αναθεωρητέες διατάξεις ψηφίστηκαν μόνο από την τότε κυβερνητική πλειοψηφία, με την ολοκληρωθείσα στο αμέσως επόμενο έτος συνταγματική τροποποίηση να οριοθετείται σ’ εκείνες περί της κατάργησης του επαγγελματικού ασυμβιβάστου των βουλευτών και της παρακολούθησης του προϋπολογισμού. Ανάλογη, άλλωστε, είναι η τροπή που έλαβε και η πρόσφατη αναθεωρητική διαδικασία.

Παρόλο που η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παρουσίασε τις αρχικές προτάσεις για την τροποποίηση του συνταγματικού χάρτη σε ‘νεκρό’ πολιτικό χρόνο, από τα μέσα δηλαδή του 2016, τις έφερε προς συζήτηση στη Βουλή μόλις λίγους μήνες πριν από τις νέες, πολλαπλές μάλιστα εκλογές. Ουσιαστικά ακολούθησε το παράδειγμα της προκατόχου της. Τούτο διότι τον Δεκέμβριο του 2014 η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, με εισηγητή της τον σημερινό ΠτΔ, παρουσίασε επίσης στην Ολομέλεια της Βουλής τις σχετικές προτάσεις της. Εντούτοις, την αμέσως επόμενη μέρα ο τότε πρωθυπουργός ανακοίνωσε την υποψηφιότητα Δήμα για το προεδρικό αξίωμα, τορπιλίζοντας ως εκ τούτου την όποια συναινετική πρόθεση αναθεώρησης και επισπεύδοντας εν τέλει τις πρόωρες εκλογές.

Συνεπώς, ο πολιτικός χρόνος που εκκίνησε στο σημερινό Κοινοβούλιο η αναθεωρητική διαδικασία σαφώς και δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, η συναίνεση μεταξύ κυβέρνησης και μείζονος αντιπολίτευσης περιορίστηκε σε πέντε μόλις διατάξεις, οι οποίες μπορεί μεν να θίγουν σημαντικά ζητήματα για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, όπως είναι η κατάργηση των προνομιακών ρυθμίσεων περί ευθύνης των υπουργών, η οριοθέτηση της βουλευτικής ασυλίας και η αποσύνδεση της διάλυσης της Βουλής από την αδυναμία εκλογής νέου ΠτΔ, άφησαν όμως παντελώς ανέπαφα έτερα μείζονος σημασίας θέματα. Ενδεικτικά, λόγω των συνθηκών προεκλογικής πόλωσης όχι μόνο δεν υπερψηφίστηκαν, άλλα ούτε καν τέθηκαν προς συζήτηση ζητήματα σχετικά με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την αξιοκρατική επιλογή και υπηρεσιακή εξέλιξη του διοικητικού προσωπικού, τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, την ενίσχυση του ρόλου της Βουλής και τη μερική αύξηση των αρμοδιοτήτων του ΠτΔ για τη χαλιναγώγηση του πρωθυπουργοκεντρισμού, ακόμα και με την τροποποίηση της ίδιας της αναθεωρητικής διαδικασίας. Γι’ αυτό και η τρέχουσα αναθεώρηση, εάν και εφόσον ολοκληρωθεί, εντάσσεται μεταξύ των χαμένων συνταγματικών ευκαιριών.

Νίκος Σπ. Ζέρβας,
Υπ. Διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ