Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2020

Το χωριό μου σήμερα...

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 6:47:00 μ.μ. |
Το χωριό μου σήμερα...
Μία κοινωνία, ένα σύνολο με κοινή καθημερινότητα, όπου αναπνέεις, ζεις, συνομιλείς, βλέπεις, παίζεις, οφείλει να μεριμνά για την καλαισθησία του χώρου και του περιβάλλοντός της. Ζητούμενό της, να ευαρεστεί τους κοινωνούς αυτής και να αποτυπώνεται μέσω των εικόνων και των παραστάσεων ένα αρμονικό σύνολο, ανθρώπων – ζώων – οχημάτων – φυτών κ.λπ.

Σήμερα που τολμώ να γράψω αυτές τις σειρές, σας περιγράφω κάτωθι συνθήκες διαβίωσης μιας κοινωνίας καθοδηγούμενης από υπανθρώπους υπό την έννοια της έλλειψης προσανατολισμού προς τη σωστή κατεύθυνση. Ειδικότερα:

Ξεκινάει μία περιγραφή μιας άλλοτε κωμόπολης – κάτι ενδιάμεσο σε χωριό και πόλη – αφού ξέφευγε από το πλαίσιο του χωριού και άγγιζε την αίγλη της πόλης, με εγκαταστάσεις για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με μεγάλη κεντρική πλατεία για παιχνίδι υπό την επίβλεψη του ιερού ναού, με χώρους διασκέδασης, με αστυνόμευση, με φαρμακείο, φούρνους, μπακάλικα, βενζινάδικα, βιομηχανία, ασφαλτοστρωμένους δρόμους με νωπές τις πατημασιές των προβάτων, περίπτερα, πανηγύρια, πολιτιστικό σύλλογο και πρόεδρο εκλεγμένο ως τον πρώτο πολίτη της εν λόγω κοινωνίας.

Σήμερα, η εικόνα που αντικρίζει κάποιος είτε μόνιμος κάτοικος είτε περαστικός αφήνει μία αίσθηση παρακμής:

· Αδέσποτα σκυλιά να πηγαίνουν από δρόμο σε δρόμο και να ξέρουν την κάθε γωνιά ως μόνιμοι κάτοικοι και μάλιστα έχοντας οριοθετήσει τα στέκια τους με την οξυμμένη όσφρησή τους· καθ’ ότι, ναι μεν υπάρχει αρμόδια υπηρεσία του δήμου για τα αδέσποτα πλην όμως ενδεχομένως είναι στελεχωμένη από υπαλλήλους είτε ακατάλληλους είτε δυσκίνητους λόγω αδράνειας και άρα θα μάθουμε να ζούμε με τα αδέσποτα τριγύρω μας.

· Αλλοδαποί (αρσενικοί το φύλλο) χωρίς ονοματεπώνυμο να πηγαινοέρχονται στους δρόμους μεταξύ πλατείας και χώρου διαμονής τους, μιλώντας και ακούγοντας σε μητρική γλώσσα τη μουσική τους μέσω της τεχνολογίας των κινητών τηλεφώνων, σε αναμονή για κάτι το ακαθόριστο, αφού δεν υπάρχει καμία ενημέρωση τι ακριβώς ζητάνε οι συγκεκριμένοι άνθρωποι από εμάς τους κατοίκους μιας παρακμιακής κωμόπολης. Δεν υπάρχει κοινωνική μέριμνα ή τουλάχιστο δεν έχει φανεί ακόμα για το μέλλον τους, και ο πρώτος πολίτης της εν λόγω κωμόπολης σφυρίζει ατάραχος, περπατάει με ανάστημα, λογίζεται επικεφαλής, οι δε rom σουλατσάρουν ανενόχλητοι. Πριμοδοτούνται για τις ανεξέλεγκτες γέννες, μας γεύονται καθημερινά αφού ανενόχλητοι σχεδιάζουν την επόμενη κίνησή τους, κατασκοπεύουν το επόμενο θήραμά τους, δημοκράτες και αυτοί αφού ζουν και εκφράζονται ελεύθερα – μήπως κάτι κάνουμε λάθος; -, έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες φιλοδοξίες, οι «πολιτικοί» τους έχουν ανάγκη για την εκλογή ή επανεκλογή τους, και η ώρα του σκότους έφθασε δεν μας θέλει ο θεός.

· Δρόμοι ερχόμενοι από κάθε κατεύθυνση και από όλα τα σημεία του γνωστού μας ορίζοντα χωρίς καμία ομοιομορφία αφού οι πολλές παρεμβάσεις έχουν αφήσει τα σημάδια τους. Το οδόστρωμα κυματίζει, δεν αφήνει τα ΙΧ αυτοκίνητα να κινηθούν ήρεμα, με αποτέλεσμα οι επιβαίνοντες να καταπονούνται ακολουθώντας τα ανεβοκατεβάσματα του αυτοκινήτου, με τη σπονδυλική στήλη να προσπαθεί να αντισταθεί μέσω των μεσοσπονδύλιων δίσκων, των ανθρώπινων αμορτισέρ, ακολουθώντας ένα ποδοβολητό ένα και ένα για την νευρική ηρεμία τόσο κατά την αρχή της εργασιακής ημέρας όσο και κατά το τελείωμά της, αφού υποχρεωτικά πρέπει να περάσεις από τα ακατάλληλα - για τα ΙΧ αυτοκίνητα - οδοστρώματα, πλην όμως, δεν πτοούμαστε αφού όλοι μαζί υποφέρουμε σε αυτό το Γολγοθά που αδυνατούμε να τον ξεπεράσουμε καθ’ ότι έχουμε καθηλωθεί στο λήθαργο της αυταπάτης, στο υπό του μετρίου γνωστικό μας ανάστημα.

· Η παιδική χαρά της κωμόπολης πλέον δεν υφίσταται, εάν βέβαια υπήρχε ποτέ· καθ’ ότι, το τότε ήταν μηδενικής χρηστικότητας, και τα λιγοστά πλέον παιδιά, ελληνόπουλα και μη, τα οποία ανθίζουν και αναπτύσσονται, έχασαν κάθε ευκαιρία για κάτι πιο σύγχρονο. Αλλά τι μας πειράζει, δε χάθηκε και ο κόσμος, επιβιώνουμε, ζούμε, αλλά δεν προσφέρουμε, ξεχάσαμε την ανάγκη του άλλου. Πόσο μάλλον, ανάγκη για την ύπαρξη μιας βιβλιοθήκης ή ενός μικρού πολυχώρου, ξεφεύγουμε τελείως, ακόμα ακόμα πρέπει να μείνουμε πιστοί στους κύκλους του Αρχιμήδη.

· Το πάρκο μας, δεν έχει πλέον μεγάλα δένδρα τα έφαγε η βιτρίνα, δε φιλοξενεί τραπεζάκια με παρέες, αλλά λυγισμένους αλλοδαπούς, μαζεμένους στο σώμα τους να αναπολούν την πατρίδα τους - άνθρωποι και αυτοί -. Απλά είχαμε συνηθίσει σε άλλες παραστάσεις και αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι υποδεέστερο του χθές, αυτή η πραγματικότητα σκοτώνει, ευθυγραμμίζει το καρδιογράφημα της ελπίδας για ζωή.

Το χωριό μου
*Φώτο αρχείο
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ