Τρίτη, 3 Μαρτίου 2020

Ο οικοδεσπότης της σοφίας κ. Θεοδόσης Σπαντιδέας

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 8:31:00 π.μ. | | | |
Ο οικοδεσπότης της σοφίας κ. Θεοδόσης Σπαντιδέας
Της Γκέλης Ντηλιά

Αιωρούμενος ανάμεσα στις Συμπληγάδες της κεντρομόλου και της φυγοκέντρου και στροβιλιζόμενος, ο ποιητής φορτώνει και ξεφορτώνει, έχοντας ως οπλισμό μόνο τις λέξεις στη φαρέτρα του, έννοιες ανέκαθεν υπάρχουσες που όμως στοχεύουν στην καταγραφή και την αφύπνιση όσων η ζωή επιτάσσει. Για τους πολλούς φαίνεται απλό, αλλά δεν είναι.

Αν χρέος του ποιητή είναι να ματώνει ο ίδιος κυοφορώντας για λογαριασμό της τέχνης

τον στίχο/ κι οι πληγές του στάζουν χρώματα

προκειμένου να προφυλάξει, να ειδοποιήσει και να προειδοποιήσει, τότε μπορεί να κοιμάται ήσυχος- το έχει κάνει και με το παραπάνω.

Στο ποίημα «φοιβάζον πάθος», όπου φοιβάζον = αυτό που προφητεύει, γράφει:

κόβω τον αέρα στη μέση / μισός για μένα /κι ο άλλος για άλλους / μισός για νοσταλγία / κι άλλος για τ’ αύριο/συμφυλέτες σε φλόγα ονείρου / κλέβει ο χρόνος το καθόλου νήπιο φύλλωμα / δίνω όλο το δικό μου μισό / δεν έχω άλλο

(σημείωση: χωρίς κεφαλαία και τελείες, όπως σε όλα του τα ποιήματα - πράξη αντίστασης).

Πόση γενναιοδωρία έχει αυτό το ολόκληρο «μισό» που δίνεται, και πάλι αν πρόκειται να επιλέξει,

θα επιλέξω τη μισή ζωή/ για να ζήσω την ολόκληρη

ίσως γιατί τελικά όταν το μισό μπορεί να καλύψει το κενό του όλου να είναι προτιμότερο. Τροφή για σκέψη!

Στην «κλεψύδρη», προκαλεί τη νιότη να του δείξει πώς μένει «πάντα νέα», καθώς «οι κόκκοι του χρόνου» μένουν μόνο στη μνήμη- οι κόκκοι ως η μικρότερη μονάδα ύλης που κατακάθεται σαν σκόνη στη μνήμη είναι τελικά ότι απομένει σαν απόδειξη περάσματος ζωής. Βέβαια η έννοια του χρόνου διατρέχει την σκέψη του και στο «λησίμβροτος χρόνος», όπου λησίμβροτος = αυτός που διαφεύγει της προσοχής των ανθρώπων

εκεί που αριθμομετρώ τις μέρες που κύλησαν / κι όσες μένουν/ δένονται/ με χορδές φωτός

στο τελευταίο δίστιχο διατείνεται «ο χρόνος μας ορίζει», γνωρίζοντας πια ότι ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του, ξηλώνοντας και ξεφτίζοντας ότι απέμεινε για να αποτελειώσει. Στο «οικοδεσπότες»,

κλεισμένος σε φωτογραφίες/ ανάμνηση/ ο χρόνος μετρά/άλλα μεγέθη /κι άλλες εμπειρίες

και στο «φθινόπωρο» ο ορισμός του χρόνου:

είνε η έγχρωμη άμμος/ που γλιστρά στην κλεψύδρα

όπου το «είνε» γραμμένο με έψιλον αποκαλύπτει την αδυναμία του στην καθαρεύουσα και τολμώ να πω ότι ο αναγνώστης νιώθει έκπληξη με αυτό το ε στη θέση του αι!

Στο ποίημα «του τέλους»,

περνά ο χρόνος / εκκρεμής/ και αμφιβάλλων.

Κι ίσως τελικά το ζητούμενο να είναι όταν ανακράζει στο «της πρωτομαγιάς αγάπη»

xρόνε/τώρα σε νίκησα θαρρώ/ζωγράφισα με τέχνη/απάνω στην ασπίδα μου/με χρώμα λαμπερό/την διάφανη αγάπη μου/που δεν μποράς ν΄ αγγίξεις.



Όταν οι περισσότεροι ψάχνουν το νόημα της ύπαρξης στον υπερθετικό βαθμό, εκείνος μας αποκαλύπτει πως είναι «αυτά τα μικρά» , στο ομώνυμο ποίημα

που δένουν σχέσεις μυστικές/ σε διπλό χωρίς κόμπους σκοινί

και πόσο περίεργο για τους πολλούς φαντάζει το νόημα να σηματοδοτείται από ανεπαίσθητα σημεία που όμως κάνουν τη διαφορά!

Αν εργαλείο του ποιητή είναι οι λέξεις, τότε αυτές στο «αιώρα λέξεων» είναι λεπτόκοκκες και στο «λάθος αξίωμα»

δημιουργούν δομές/ που ονομάζω/ υπερβολικές λέξεις/ οι λέξεις/ μπορεί και να σημαίνουν/ κάτι υπερβολικό

γιατί οι λέξεις συμβαίνει κάποτε να

είναι χτισμένες στην αλήθεια/ της περίπλοκης γραφής

ή «είχαν το σχήμα του χαμόγελου»

και είναι υπέροχο αυτό το σχήμα, είναι το πιο όμορφο που θα μπορούσαν να χωρέσουν, οι λέξεις, που στο ποίημα «των λέξεων» είναι

«διάφανες», «παρεξηγημένες», «ευάλωτες», «δυνατές»,

που ανθίζουν/φυτεμένες / σε κελιά μνήμης/ που φιλεύουν/ κι ανοίγουν πανιά/ για νόηση

αφού στη «συνέχεια»

τα αντικείμενα/ γίνονται λέξεις/ κι οι λέξεις αγάπη.

Στο ποίημα «του λευκού τα χρώματα» γράφει

ολόκληρο το ταξίδι μου/ είνε η σύνθεση χρωμάτων

αλλά και σε όλη του ποιητική συλλογή «Ανακοινώσεις», εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012 καθώς και στα ανέκδοτά του έργα, η χρωματική κλίμακα αποτυπώνεται στο φάσμα του λευκού, βάφει ανεξίτηλα μέρες, τη μνήμη με γαλάζιο, τη δύση με ερυθρό, το μειδίαμα με κόκκινο, τη λαμπάδα άσπρη «στο χρώμα της αρετής», κόκκινο το μαντήλι, σε «απόχρωση αχνού ασημιού» το κοχύλι, σκουριασμένες οι αισθήσεις, η καρδιά επτάχρωμη, τα φτερά έχουν «χρώμα κεραμιδιού με γαλάζιους κύκλους ελπίδας», το κρασί είναι κόκκινο, το φύλλο πράσινο «που μυστικός μηχανισμός με ώχρα έβαψε», το νερό του κάμπου πορφυρό, η κιμωλία λευκή «δίνοντας το χρώμα της συνάρτησης και της συνέχειας», τα σπέρματα κοκκινότροπα και ροδόχροα, η σταγόνα διάφανη, η φτερούγα «αιμάσσουσα»,ο φάκελος λευκός «σαν το πουκάμισο που φορώ», τα στίγματα του φωτός είναι μαύρα «πάνω σε κίτρινο φόντο», η φάση μιας σιωπηλής κύρτωσης είναι μονόχρωμη, τα ξίφη χρυσά, το χρώμα της βιολέτας το μενεξεδένιο και το λευκό, τα μονοπάτια σκοτεινά, το μάρμαρο κατάλευκο, η βάρκα βαθυπράσινη, η χλαμύδα πορφυρή, η αλυσίδα χρυσή, τα μαλλιά στην απόχρωση του ανέφικτου.

Η αίσθηση της ακοής αποτυπώνεται περίλαμπρα στον «ήχο του καλοκαιριού», του φθινοπώρου, το ψιθύρισμα «του καιρού που έρχεται», στον ήχο «της απαλής βροχής» ή μεταξύ των γραμμών στο πεντάγραμμο, δηλώνοντας πως κάποιοι ήχοι είναι «αθάνατοι, ξεπηδούν σε στέρνο», ή οι ήχοι του τσέμπαλου ασύμμετροι με τη συνοδεία του γρύλου, της ένατης συμφωνίας, στους μικρούς ήχους των ανεπαίσθητων πράσινων φύλλων, η φλόγα καιόμενου ξύλου πεύκου που τρίζει ή της αρχαίας λύρας που κεντά της φύσης συγχορδίες στο ποίημα «τα αιθέρια της καλλιθέας ασίνης».

Τραγουδώ μ’ αγωνία/ για να ακούσουν τα σύμπαντα/ την ηχώ της φωνής στο «ες ανάμνησιν».

Η γεύση της ανάστασης είναι «γλυκιά», της ψυχής είναι από νέκταρ, το βατόμουρο στυφό αλλά υπάρχει κι αυτή που μένει στο τέλος ενός παιχνιδιού.

Η όσφρηση αναδεικνύεται με αρωματικές ενώσεις λόγω τανινών ή με του κίτρου.

Τα σχήματα δίνονται ως «εύμορφη, ευκλείδια καμπύλη» , κύκλος ανοιχτός, είναι συμμετρικά, «σφαίρα ομόκεντρη» κι αυτό του βέλους.

Η ποίηση είναι «τεντωμένη χορδή», «ο καιρός στην αρχή του κάθε μήνα» και η ποίηση

είνε σκληρή/ως κρίνο λεπτεπίλεπτο.



Η αγάπη μετριέται «με τις στιγμές που η σάρκα μεταλλάσσεται από σκόνη σε αφρό».

Ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόμενος γράφει στο «γνώσεως άλωσις»

εγώ/ κινούμαι/ σε ασύμβατους ορίζοντες/ ονειροπόλων ποιητών

που

ρούφηξα / τα ζεστά χνώτα της επιθυμίας / και της μετοχής

και

τα βράδια του φθινοπώρου/ αφήνω μισάνοιχτες/ τις πόρτες/ είνε εύκολο έτσι/ να γλιστρήσει ο θάνατος

αφού

με την αίσθηση / μετρώ τον κόσμο/ δοκιμαστής/ άγουρης ρόγας σταφυλιού

εξομολογούμενος

έμαθα/ τις λέξεις να γνωρίζω/ όταν τρόπο/ δεν έχω πια να τις πω/ ή όταν τίποτα σημαίνουν

αμετανόητος πως

πάλι στον ίδιο δρόμο/ θα όδευα

ως ένας

ευτυχής ανόητος /στην κορυφή ενός αφρού κύματος/ που βασανίζεται/ μεταξύ ανεκπλήρωτων έναυλων εικόνων/ και πέρατος γιατί

όταν γράφω/ είμαι ένα συνονθύλευμα από γλώσσες.

Αν ο κ. Σπαντιδέας έμενε κάπου, θα προτιμούσε στο «ανηλεής και φιλόφρων ποίηση»

οι κουρτίνες να είνε άψογα σιδερωμένες/ένα ανοιχτό βιβλίο στο πάτωμα/που το πορτατίφ φωτίζει την σελίδα της ποίησης

και αλλού

κανείς δεν μπαίνει/σ΄ αυτό το δίστομο δωμάτιο/που είμαι το ένα του

και μάλλον θα υπήρχε «ένα τραπέζι στρογγυλό».

Αν θα έπρεπε να χαρακτηρίσω τον γραπτό του λόγο, η συναισθηματική παλέτα του στάζει λυρισμό αλλά και κυνισμό, είναι αύρα αλλά και θύελλα, χαϊδεύει αλλά και χαστουκίζει ενώ συγχρόνως τέρπει, προκαλεί, συγκινεί και διδάσκει. Δεν είναι τυχαία η παράθεση γλωσσάριου στο τέλος των γραπτών του.

Κλείνοντας και για να αιτιολογήσω τον τίτλο, οφείλω να εξηγήσω ότι ο όρος του οικοδεσπότη τον αντιπροσωπεύει επάξια καθότι οι πόρτες του είτε ως πολιτιστικός παράγων του Ναυπλίου είτε της ψυχής του είναι πάντα ανοιχτές. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι χτυπήσουμε κι εκείνος θα μας υποδεχτεί κερνώντας συσσωρευμένη σοφία και ένα ποτήρι κρασί. 

Γκέλη Ντηλιά


Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ