Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2020

Ο βομβαρδισμός του Παρθενώνα από τους Βενετούς

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 9:58:00 π.μ. | |
Ο βομβαρδισμός του Παρθενώνα από τους Βενετούς
Του Κώστα Γ. Τσικνάκη*

Στο τέλος του καλοκαιριού του 1687, ύστερα από τέσσερα χρόνια εκστρατειών, όλος ο χώρος της νοτιοδυτικής Ελλάδας είχε περιέλθει κάτω από τον βενετικό έλεγχο. Τέθηκαν οι βάσεις για την αναβίωση, προσωρινή, όπως αποδείχτηκε, του παλαιού αποικιακού κράτους της Βενετίας στην Πελοπόννησο.

Αρχιστράτηγος του εκστρατευτικού στρατιωτικού σώματος ήταν ο τελευταίος υπερασπιστής του Χάνδακα Francesco Morosini. Οι νίκες, όταν έγιναν γνωστές στην πόλη των τεναγών και οι καταλήψεις της Πάτρας, της Ναυπάκτου και της Κορίνθου, πανηγυρίστηκαν με λαμπρές τελετές. Ο Μοροζίνι, με απόφαση της Συγκλήτου, ονομάστηκε «Πελοποννησιακός».

Η βενετική παρουσία στην Πελοπόννησο, ωστόσο, ήταν ακόμη εύθραυστη. Από τη στιγμή που ισχυρές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις παρέμεναν στη Θήβα και στη Χαλκίδα μπορούσαν οποιαδήποτε στιγμή να κινηθούν γρήγορα και να ανατρέψουν την κατάσταση.

Για την αποφυγή ενός τέτοιου ενδεχομένου αποφασίστηκε από τους επικεφαλής του χριστιανικού εκστρατευτικού σώματος η κατάληψη επίκαιρων σημείων κοντά στον Ισθμό της Κορίνθου και η δημιουργία προγεφυρωμάτων στη Στερεά Ελλάδα. Η κατάληψη της Αθήνας αποτελούσε το πρώτο βήμα.

Το έδαφος για την κατάληψη της πόλης είχε ήδη προετοιμαστεί. Στις αρχές Οκτωβρίου 1586, όταν ο Morosini είχε καταπλεύσει με τον στόλο του στο λιμάνι του Πειραιά για αναγνώριση του χώρου, είχαν σπεύσει να τον συναντήσουν ως αντιπρόσωποι των κατοίκων της Αθήνας ο μητροπολίτης Ιάκωβος Α΄ και οι πρόκριτοι Σταμάτης Γάσπαρης, Μιχαήλ Δημάκης, Γιώργος Δούσμανης και Ιάκωβος Δαμίστρος. Αναγνωρίζοντας έμμεσα τη βενετική επικυριαρχία, του πρόσφεραν 9.000 ρεάλια ως ετήσιο φόρο υποτέλειας.

Η Αθήνα, την περίοδο εκείνη, ήταν μια μικρή πόλη. Σύμφωνα με πληροφορίες που παραθέτει ένα αξιόπιστο πρόσωπο, ο Jean Giraud, πρόξενος της Γαλλίας αρχικά και στη συνέχεια της Αγγλίας, είχε πάνω από 7.000 κατοίκους. Τα δύο τρίτα του πληθυσμού ήταν Έλληνες και το υπόλοιπο ένα τρίτο αποτελούσαν Οθωμανοί και Αρβανίτες.

Για την προστασία της πόλης υπήρχε ισχυρή οθωμανική φρουρά που ήταν εγκαταστημένη στην Ακρόπολη. Ο Παρθενώνας είχε μετατραπεί σε τζαμί. Στον οικισμό που αναπτυσσόταν έξω από την Ακρόπολη, όπως σημειώνεται σε βενετική πηγή της εποχής, κατοικούσαν πολύ πλούσιοι Έλληνες έμποροι.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1687, μεγάλη δύναμη του βενετικού στόλου έπλευσε στον Πειραιά και αποβίβασε 9.880 στρατιώτες και 871 ιππείς. Ο κόμης Otto Wilhelm von Königsmarck, διοικητής των χερσαίων δυνάμεων του εκστρατευτικού σώματος, προώθησε γρήγορα τις δυνάμεις του και το ίδιο κιόλας βράδυ κατέλαβε θέσεις στους ελαιώνες της Ιεράς οδού, προς την πλευρά της Ελευσίνας. Οι Βενετοί, την επομένη, τοποθέτησαν συστοιχίες τηλεβόλων στους λόφους των Μουσών, της Πνύκας, του Φιλοπάππου και του Αρείου Πάγου.

Οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης από την πρώτη στιγμή που έφθασαν τα χριστιανικά στρατεύματα στον Πειραιά στάθηκαν στο πλευρό τους, προσφέροντάς τους χρήματα και τρόφιμα και κάθε είδους βοήθεια στην πολεμική επιχείρηση που επρόκειτο να ξεκινήσει.

Απέναντι στις μεθοδικές κινήσεις των επιτιθέμενων εκκενώθηκε η Αθήνα και τα γύρω χωριά από τον οθωμανικό άμαχο πληθυσμό, ο οποίος βρήκε καταφύγιο στο φρούριο της Ακρόπολης. Οι προτάσεις για συνθηκολόγηση απορρίφθηκαν. Η στρατιωτική φρουρά που είχε κλειστεί στην Ακρόπολη προετοιμάστηκε να αμυνθεί σκληρά. Έτρεφε την ελπίδα ότι θα είχε σύντομα βοήθεια από τη Θήβα.

Τα μνημεία της Ακρόπολης, που είχαν μείνει ανέπαφα εξωτερικά για αιώνες, άρχισαν να καταστρέφονται πριν από την έναρξη της πολιορκίας. Η οθωμανική φρουρά κατεδάφισε τον ναό της Αθηνάς Νίκης και έστησε στη θέση της μια πυροβολαρχία. Επίσης, χρησιμοποίησε τα Προπύλαια, ως μικρή αποθήκη πυρομαχικών. Τέλος, μετέτρεψε τον Παρθενώνα, σε προσωρινό χώρο αποθήκευσης πυρίτιδας και άλλων εύφλεκτων υλικών.

Οι πρώτες ανταλλαγές βολών άρχισαν να ρίχνονται στις 23 Σεπτεμβρίου και τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν. Τη μεθεπομένη, κάποια βενετική βόμβα έπεσε στα Προπύλαια, γκρεμίζοντας τμήμα του μνημείου.

Η μεγάλη καταστροφή, συνέβη το βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου, όταν βενετική βόμβα έπεσε στον Παρθενώνα, προκαλώντας φοβερή έκρηξη. Φλόγες φωτιάς τινάχτηκαν στον αέρα μαζί με ανθρώπινα μέλη και κομμάτια μαρμάρων. Συνολικά 300 άτομα έχασαν τη ζωή τους.

Οι καταστροφές που υπέστη ο Παρθενώνας υπήρξαν ολέθριες. Ο ναός κόπηκε στα δύο. Το μεγαλύτερο τμήμα των μακρών πλευρών της περίστασης, των τοίχων της σηκού και του γλυπτού διακόσμου σωριάστηκαν. Η φωτιά που προκλήθηκε, όπως αναφέρουν πηγές της εποχής, σιγόκαιε για δύο μέρες.

Την ώρα της μεγάλης καταστροφής τα χριστιανικά στρατεύματα πανηγύριζαν με ενθουσιασμό για όσα έβλεπαν να διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια τους. Μόνο ο Königsmarck παρακολουθούσε με δυσαρέσκεια τη σκηνή, συναισθανόμενος, προφανώς, ό,τι είχε συμβεί. Ο Morosini, αντίθετα, σε επιστολή που έστειλε στις 11 Οκτωβρίου προς τη Σύγκλητο της Βενετίας, έγραφε για τα αποτελέσματα της «θαυματουργού εκείνης βόμβας».

Παρά τις μεγάλες απώλειες που είχαν εκείνο το βράδυ οι Οθωμανοί συνέχισαν να αμύνονται. Η προσπάθεια ενίσχυσής τους από δυνάμεις που κατέφθασαν από τη Θήβα απέτυχε. Έτσι, στις 29 Σεπτεμβρίου, συνθηκολόγησαν. Με βάση τους όρους της Συμφωνίας 3.000 Οθωμανοί αποχώρησαν από την Ακρόπολη στις 5 Οκτωβρίου και επιβιβάστηκαν στον Πειραιά σε πλοία με κατεύθυνση τη Σμύρνη. Στην Ακρόπολη παρέμειναν 300 άτομα, που αρνήθηκαν να αποχωρήσουν και εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να βαπτιστούν χριστιανοί.

Τις επόμενες μέρες οι νέοι κυρίαρχοι της Αθήνας προσπάθησαν να εδραιώσουν την παρουσία τους σε αυτήν. Ο Morosini έδωσε εντολή στους εμπειρογνώμονες Antonio Muttoni conte di San Felice και Giacomo Milhau Verneda να εκπονήσουν σχεδιαγράμματα της Αθήνας και της Ακρόπολης. Μόλις αυτά ολοκληρώθηκαν τα απέστειλε στη Βενετία.

Οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης, ενθουσιασμένοι από τις εξελίξεις, ζήτησαν την εξασφάλιση των κοινοτικών προνομίων τους και των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων τους, πράγμα που έγινε. Χωρίς δισταγμό στάθηκαν στο πλευρό των Βενετών στη νέα επίθεση κατάληψης της πόλης από τα οθωμανικά στρατεύματα της Θήβας.

Η είδηση της κατάληψης της Αθήνας, όταν έγινε γνωστή στη Βενετία, δημιούργησε ευφορία. Η Σύγκλητος, εντυπωσιάστηκε από τα σχεδιαγράμματα που είχε λάβει, στα οποία διακρίνονταν οι πλούσιες αρχαιότητες της περιοχής. Στις 4 Δεκεμβρίου, διέταξε τον Morosini να φροντίσει να αφαιρέσει από τον Παρθενώνα όσα γλυπτά έκρινε πιο όμορφα και να τα στείλει ως λάφυρα στην πόλη.

Η βενετική παρουσία στην Αθήνα, μόλις ξεκίνησε ο χειμώνας, καθίστατο ολοένα και δυσκολότερη. Στα περίχωρα της Αττικής οι Οθωμανοί ανασύντασσαν τις δυνάμεις τους προκειμένου να αντεπιτεθούν. Ο βενετικός στρατός που έδρευε στην περιοχή διαρκώς μειωνόταν αφού στις 26 Δεκεμβρίου ένα τμήμα των μισθοφόρων που προέρχονταν από το Αννόβερο αποχώρησε. Στο υπόλοιπο στράτευμα άρχισε να εξαπλώνεται πανώλης, που είχε εμφανιστεί ήδη στην Πελοπόννησο, προκαλώντας απώλειες.

Μέσα σε αυτό το δυσμενές κλίμα στις 31 Δεκεμβρίου ο Morosini έλαβε την απόφαση απαγκίστρωσής του από την Αθήνα και άρχισε να προετοιμάζει την αποχώρησή του. Σε πολεμικό συμβούλιο που συγκάλεσε στις αρχές του 1688 συζητήθηκε το ενδεχόμενο καταστροφής της πόλης και του φρουρίου της Ακρόπολης. Απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, γεγονός που θα είχε ολέθριες συνέπειες για τα μνημεία της Ακρόπολης, ήταν αρνητικός ο Königsmarck. Τελικά, αποφασίστηκε η εκκένωση της πόλης από τους κατοίκους της.

Με μεγάλο κόπο πείστηκαν τελικά οι ντόπιοι να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Στα μέσα Μαρτίου 1688 έφυγαν από την Αθήνα και τα γύρω χωριά 622 οικογένειες Ελλήνων. Έχει υπολογιστεί πως ο αριθμός τους ξεπερνούσε τις 6.000 ψυχές. Επιβιβάστηκαν σε βενετικά πλοία και κατέφυγαν αρχικά στη Σαλαμίνα και, στη συνέχεια, στην Αίγινα, στην Αργολίδα, στην Κόρινθο, στην Πάτρα, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου. Η αναχώρηση των τελευταίων ομάδων έγινε στις 4 Απριλίου. Οι Αρβανίτες της πόλης αλλά και των γύρω χωριών, μέσω των βουνών, διέφυγαν προς την Πελοπόννησο. Πολύ μικρός αριθμός από τους Αθηναίους πρόσφυγες επέστρεψε αργότερα πίσω.

Το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα ο Morosini, ακολουθώντας τις υποδείξεις της Συγκλήτου, προσπάθησε να κατεβάσει από το δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα τα γλυπτά του Ποσειδώνα και του άρματος της Νίκης. Οι αδέξιοι χειρισμοί των εργατών, όμως, είχαν ως αποτέλεσμα τα γλυπτά να πέσουν στη γη και να θρυμματιστούν.

Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια σύλησης των γλυπτών του Παρθενώνα, ο Morosini έστρεψε την προσοχή του σε άλλες αρχαιότητες της Αττικής. Μεταξύ άλλων, απέσπασε τρία λιοντάρια, τα οποία έστειλε στη Βενετία ως τρόπαια της νίκης του.

Από αυτά, γνωστότερη είναι η λέαινα με τα ρουνικά χαράγματα, που βρισκόταν στην είσοδο του λιμανιού του Πειραιά. Εξαιτίας του μεγέθους της το λιμάνι ονομαζόταν την περίοδο εκείνη Porto Leone. Μαζί με ένα άλλο λιοντάρι από την περιοχή του Θησείου, με απόφαση της Συγκλήτου τοποθετήθηκαν στην είσοδο του Ναυστάθμου της Βενετίας, για να υπενθυμίζουν την κατάληψη της Αθήνας από τα βενετικά στρατεύματα. Στην ίδια θέση βρίσκονται ώς σήμερα.

Διάφοροι άλλοι αξιωματούχοι των χριστιανικών δυνάμεων, αποχωρώντας από την Αθήνα, πήραν μαζί τους κομμάτια από τον Παρθενώνα και άλλα μνημεία της πόλης. Πολλά από αυτά παραχωρήθηκαν και βρίσκονται σήμερα σε διάφορα ευρωπαϊκά μουσεία.

Επιβραβεύοντας τον Morosini για την ώς τότε δράση του, η Σύγκλητος τον εξέλεξε στις 3 Απριλίου 1688 παμψηφεί δόγη της Βενετίας. Εξακολουθούσε όμως να παραμένει επικεφαλής των χριστιανικών στρατευμάτων στον ελληνικό χώρο. Τελικά, στις 8 Απριλίου, ο βενετός αξιωματούχος εγκατέλειψε την Αθήνα. Η στρατιωτική επιχείρησή του στην πόλη είχε αποτύχει και η υστεροφημία του είχε αμαυρωθεί εξαιτίας όσων είχαν συμβεί τους προηγούμενους μήνες.

Ο βομβαρδισμός και η καταστροφή του Παρθενώνα από το βενετικές στρατιωτικές δυνάμεις συγκαταλέγεται στις μελανότερες σελίδες της ιστορίας. Οι συνέπειες για την αρχαιολογία είναι ανυπολόγιστες.

Στην έρημη ουσιαστικά πόλη εισήλθαν τις επόμενες μέρες οι Οθωμανοί και εγκαθίδρυσαν την εξουσία τους. Μία από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν να μην αφήσουν αναπάντητη τη συμμετοχή του ορθόδοξου μητροπολίτη Ιακώβου Α΄ Πελεκάνου στις κινήσεις εναντίον τους. Ύστερα από πιέσεις τους προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο να τιμωρηθεί για τη δράση του πέτυχαν ώστε αυτός να καθαιρεθεί. Αλλά και ο αντικαταστάτης του, Μακάριος Β΄ Πελεκάνος, γρήγορα ανέπτυξε αντιοθωμανική δραστηριότητα.

Μία καινούργια περίοδος ξεκίνησε πλέον για την Αθήνα.

* Ο Κώστας Γ. Τσικνάκης είναι Ειδικός Λειτουργικός Επιστήμων (Α΄) Τομέας Βυζαντινών Ερευνών και κατάγεται από το Πετροκεφάλι της Μεσαράς
ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ