ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΤΙΑΣΗΣ
ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ
ΛΟΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Ληστεία μετά φόνου έξω από το Λυγουριό (1830)

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 1:41:00 μ.μ. | | |
Ληστές
Γράφει ο Αντώνης Ξυπολιάς 

Στα τέλη Μαΐου του 1830, στην τοποθεσία Κρύα Βρύση Λυγουριού, κοντά στο αρχαίο Καστράκι, τέσσερις άνδρες δολοφόνησαν τον εκατόνταρχο Θοδωρή Βούλγαρη, ο οποίος υπηρετούσε στο σώμα του ίππαρχου Χατζηχρήστου. Το σώμα του βρέθηκε με δύο σφαίρες στον θώρακα, τραύμα στον λαιμό και τρία ακρωτηριασμένα δάκτυλα στο δεξί του χέρι.

Ο Βούλγαρης, ωστόσο, δεν ήταν το μόνο θύμα. Λίγες ημέρες νωρίτερα, κάτοικοι της Λιβαδειάς είχαν ληστευθεί ενώ ταξίδευαν από την Επίδαυρο προς το Ναύπλιο, στη θέση «Συκιά», κοντά στο Παλαιόκαστρο και στον μύλο των Καλογήρων. Την επόμενη μέρα, πέντε φουστανελοφόροι επιτέθηκαν σε ζωέμπορους από την Εύβοια, στη θέση «Ξηρή Βρύση», κοντά στη μονή Καρακαλά. Τους έδεσαν, τους γύμνωσαν και τους έκλεψαν τα χρήματα που είχαν εισπράξει από την πώληση ζώων στο Άργος. Οι παθόντες υπέβαλαν αναφορά στον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια στις 28 Μαΐου, δηλώνοντας ότι ταξίδευαν προς την Επίδαυρο, «πεποιθότες ότι εις τον δρόμο είναι ασφάλεια, ως εξαλειμμένης της ληστείας».

Ο δρόμος από το Άργος προς το Λυγουριό διέσχιζε δύσβατα τοπία, υπώρειες βουνών και ρέματα, περνώντας από ιστορικά και θρησκευτικά σημεία όπως η μονή Καρακαλά και το αρχαίο Καστράκι στους πρόποδες του Φονίσκου. Η γεωμορφολογία της περιοχής την καθιστούσε ιδανικό καταφύγιο για ληστές. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες, με θύματα στρατιώτη, γυναίκες και πεζούς, ακόμη και τη μονή Αυγού. Ένα απόγευμα, εκμεταλλευόμενοι την απουσία των μοναχών στα χωράφια, οι ληστές παραβίασαν την πύλη της μονής και αφαίρεσαν χρήματα, πολύτιμα αντικείμενα, έξι χειροποίητα κανδήλια και έναν αρχιερατικό σταυρό «ἐξ ἀργύρου καὶ χρυσομένου, φέροντα πέριξ ἑπτά λίθους σμαράγδου».

Οι ληστές: Από αγωνιστές σε παρανόμους


Οι δράστες των επιθέσεων ήταν ο Γιάννης Καραχάλιος από τη Γκούρα και ο Γιώργης Αρκαδινός, γνωστός ως Κοντοβουνήσιος, επικεφαλής συμμορίας. Και οι δύο είχαν συμμετάσχει ενεργά στην Επανάσταση, όμως η φτώχεια, οι προσωπικές απώλειες και η απογοήτευση της μεταπολεμικής περιόδου τους οδήγησαν στην παρανομία.

Ο Γιάννης Καραχάλιος είχε υπηρετήσει ως σημαιοφόρος του στρατηγού Ιωάννη Νοταρά και ως τσαούσης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μετά τον πόλεμο, για προσωπικούς και ερωτικούς λόγους, βγήκε στην παρανομία. Την 10η Φεβρουαρίου 1828, ο Ιωάννης Δικαίος, ανιψιός του Παπαφλέσσα, κατήγγειλε ότι ληστεύτηκε από τον Καραχάλιο στην περιοχή του Αγίου Πέτρου Κυνουρίας. Ο Καραχάλιος συνελήφθη, δικάστηκε και φυλακίστηκε για τις παρανομίες του. Μετά την αποφυλάκισή του, κατατάχθηκε στο τακτικό ιππικό, από το οποίο λιποτάκτησε έναν μόλις μήνα αργότερα, μαζί με ομοϊδεάτες του.

Ο Γιώργης Αρκαδινός, ο επονομαζόμενος Κοντοβουνήσιος, ήταν ένας από τους ελάχιστους επιζώντες της μάχης στο Μανιάκι. Επιστρέφοντας στο σπίτι του, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια σκληρή πραγματικότητα: η οικογένειά του ζούσε σε πλήρη ένδεια, ενώ κάποια από τα παιδιά του ήταν αιχμάλωτα των δυνάμεων του Ιμπραήμ Πασά. Όπως και ο Καραχάλιος, κατατάχθηκε στο τακτικό ιππικό, από το οποίο λιποτάκτησε, ακολουθώντας την ίδια πορεία προς την παρανομία.

Η Ανακριτική Διαδικασία


Ο Κ. Ζαχαρόπουλος, με δώδεκα στρατιώτες μετακινήθηκε στην περιοχή, συνέλαβε και ανέκρινε δύο ξυλοκόπους που εργάζονταν στην περιοχή: τον Θανάση Βαμβακά από την Άρεια και τον Κυριάκο Ευθυμίου από την Τριπολιτσά. Και οι δύο κατέθεσαν ότι οι δράστες ανήκαν στη συμμορία του Γιάννη Καραχάλιου και του Γιώργη Αρκαδινού. Την κατάθεσή τους επιβεβαίωσαν και δύο ακόμη μάρτυρες από την περιοχή: ένας κάτοικος Θεσσαλονίκης και ένας από τα Κύθηρα.

Την 1η Ιουνίου, ο ανακριτής Κυπαρίσσης, συνοδευόμενος από τον λοχία Σταύρο Κύπριο και τέσσερις έφιππους στρατιώτες, μετέβη στο Λυγουριό για τη διενέργεια ανακρίσεων. Έφτασαν αργά τη νύχτα και την επόμενη ημέρα συγκάλεσαν τους προκρίτους του χωριού, οι οποίοι τους παρέπεμψαν στους ποιμένες της μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά.

Στη συνέχεια, ο Κυπαρίσσης απέστειλε τον λοχία Κύπριο στη Νέα Επίδαυρο για να ειδοποιήσει τον ιατρό Χαράλαμπο Θωμά σχετικά με τη διενέργεια νεκροψίας. Ωστόσο, η δημογεροντία της Νέας Επιδαύρου τον ενημέρωσε ότι ο γιατρός απουσίαζε στα Τρίκαλα Κορινθίας και απέστειλε έγγραφη μαρτυρία από τον «τακτικό του ιππικού» Γιάννη του Αδριανού, ο οποίος ανέφερε ότι είχε δει τέσσερις ληστές να πυροβολούν έφιππο άνδρα κοντά στο Παλαιόκαστρο.

Ο ανακριτής συνέλεξε πολυάριθμες καταθέσεις και συνέταξε πρακτικό τριάντα δύο σελίδων. Ο Γιώργης Σχίζας κατέθεσε ότι στις 28 Μαΐου συνελήφθη μαζί με τη σύζυγό του, Αικατερίνη, από τους ληστές, αλλά σώθηκαν χάρη στην παλιά γνωριμία του με τον Καραχάλιο από τα χρόνια του Αγώνα. Ο Καραχάλιος πρότεινε στον Σχίζα να ενταχθεί στη συμμορία του, υποσχόμενος χρηματική αμοιβή δέκα χιλιάδων γροσίων, και τον απελευθέρωσε αφού του επέβαλε όρκο σιωπής. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο Σχίζας ανέφερε ότι άκουσε δύο τουφεκιές να προέρχονται από την κατεύθυνση της Κρύας Βρύσης.

Ο Μήτρος Λάμπρου (Λαμπράκος) κατέθεσε ότι ενώ θέριζε σε γειτονικό χωράφι, άκουσε πυροβολισμούς και είδε άνδρες να κινούνται ανάμεσα στους θάμνους κοντά στην Κρύα Βρύση. Λίγο αργότερα εντόπισε το πτώμα του Βούλγαρη. Ο Γιώργης Γιαννούλης ανέφερε επίσης ληστεία «σε μία γυναίκα, έναν στρατιώτη και έναν Φράγκο» στη διαδρομή από το Παλαιόκαστρο προς το Λυγουριό.

Καταθέσεις έδωσαν επίσης οι Αναστάσιος Σανιάς, Γιώργης Καραδημήτρης, Γιάννης Ρούμπος, Νικόλαος Προύτζος, Γιάννης Γιαννούλης, καθώς και οι μοναχοί Ανανίας και Συμεών Ξεροκαστελιώτης της μονής Καρακαλά, ενισχύοντας την εικόνα της εκτεταμένης δράσης της συμμορίας στην περιοχή. Οι ληστές είχαν βρει προσωρινό καταφύγιο στη λεγόμενη «σπηλιά του κουρσάρου», στο όρος Φονίσκος, πάνω από το Παλαιόκαστρο (Καστράκι), σημείο με απέραντη θέα και δυνατότητα ελέγχου της ευρύτερης περιοχής. Μετά τα γεγονότα, οι δράστες απομακρύνθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την Κορινθία.

Η Καταδίωξη

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, ενημερωμένος για τα γεγονότα στην περιοχή του Λυγουριού, ανέθεσε στον αρχηγό της πολιτικής φρουράς της Πελοποννήσου, Νικηταρά, την καταδίωξη των δραστών. Ωστόσο, από επιστολές του -7 Ιουνίου και 22 Ιουλίου- προκύπτουν σοβαρές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε στην αποστολή του Λακωνία και οι οποίες παρεμπόδιζαν την αποτελεσματική συνδρομή του.

Στο μεταξύ, οι ληστές κατέφυγαν στη στάνη του Χονδρογιάννη, έξω από το Μάζι Κορινθίας, όπου στρατολόγησαν νέους από το χωριό, μεταξύ των οποίων και τους γιους του βοσκού. Οι νεοσύλλεκτοι συμμετείχαν ενεργά σε επιδρομές, όπως στη ληστεία του Φεϊζόπουλου στο Λεβίδι και στην επίθεση στο χάνι του Χαρβατίου (Μυκήνες), φτάνοντας μέχρι και στον ακρωτηριασμό του δημογέροντα της Αγίας Βαρβάρας στα Καλάβρυτα.

Στρατιωτικά σώματα υπό τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Β. Πετμεζά, κινήθηκαν προς τις περιοχές όπου κρυβόταν η συμμορία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Με απόφαση του Διοικητή Κορινθίας, κατασχέθηκαν όλα τα ζώα των οικογενειών τους και ενεχυριάστηκαν τα ακίνητα περιουσιακά τους στοιχεία. Η εφαρμογή όμως του Νόμου της 25 Ιουνίου 1830, που προέβλεπε ότι σε χωριό στην περιφέρεια του οποίου διαπραττόταν ληστεία οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να είχαν τη συλλογική ευθύνη της αποζημίωσης στα θύματα, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς μετέφερε τη συλλογική ευθύνη στις κοινότητες που ήδη δοκιμάζονταν από τη φτώχεια και την ανασφάλεια.

Ο Γενικός Αρχηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ανέθεσε την επιχείρηση δίωξης των ληστών στον Γιωργάκη Λύκο από το Χέλι, γνωστό ως Χελιώτη, επικεφαλής στρατιωτικού αποσπάσματος . Ο Χελιώτης κατάφερε να αποκλείσει τη συμμορία στο «δάσος του κυνηγού» στην περιοχή Γκούρας και ήρθε σε επικοινωνία μαζί τους.

Οι ληστές απηύθυναν επιστολή προς τον Χελιώτη, ζητώντας πλήρη αμνηστία από την Κυβέρνηση και τον Γενικό Αρχηγό, άδεια επιστροφής στα χωριά τους, καθώς και εξαίρεση των περιουσιακών τους στοιχείων από τις κατασχέσεις. Στην ίδια επιστολή, εξέθεταν τους προσωπικούς λόγους που τους είχαν οδηγήσει στην παρανομία. Ο Καραχάλιος, συγκεκριμένα, ανέφερε ότι είχε εκποιήσει ολόκληρη την περιουσία του, για να ενισχύσει οικονομικά τον πατέρα της αρραβωνιαστικιάς του, ο οποίος τελικά την πάντρεψε με άλλον, γεγονός που τον οδήγησε στην απογοήτευση και, σταδιακά, στον δρόμο της παρανομίας.

Ο Κολοκοτρώνης, απάντησε μέσω του Χελιώτη, προτρέποντας τους ληστές να παραδοθούν. Διευκρίνισε, όμως, ότι δεν μπορούσε να εγγυηθεί τη συγχώρεση από την Κυβέρνηση. Οι ληστές, όμως, επέμειναν στους όρους που είχαν θέσει, και η ρήξη κατέστη αναπόφευκτη.

Στη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Χελιώτης και οι άνδρες του πυροβόλησαν και σκότωσαν τον Γιάννη Καραχάλιο και έναν ακόμη ληστή, ενώ τραυμάτισαν δύο άλλους, μεταξύ των οποίων και τον Γιώργη Αρκαδινό. Ακολούθησε νυχτερινή καταδίωξη, υπό βροχή και μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Παρά τις δυσκολίες, οι τραυματισμένοι ληστές κατάφεραν να διαφύγουν στα γύρω δάση.

Η Καταδίκη και η Διάλυση της Συμμορίας

Οι υπόλοιποι ληστές συνελήφθησαν τον Οκτώβριο του 1830 και οδηγήθηκαν σε δίκη στο Ναύπλιο. Στις 4 Νοεμβρίου 1830, ο Γιώργης Αρκαδινός και ο Στάμος Λειβαδίτης καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας σε πολυετείς φυλακίσεις. Παρά τις καταδίκες τους, όμως, κατάφεραν να δραπετεύσουν πενήντα ημέρες αργότερα και συνέχισαν τις ληστρικές επιδρομές, στρατολογώντας νέα μέλη

Ωστόσο, άρχισαν να εμφανίζονται εσωτερικές εντάσεις στην συμμορία, καθώς με βάση τα πρακτικά του διοικητή Κορίνθου κάποιοι ήθελαν να παραδοθούν, ενώ άλλοι τους εμπόδιζαν. Κάποιοι μάλιστα μιλούσαν για επικείμενη «γενική επανάσταση στην Πελοπόννησο». Την ίδια περίοδο, οι Αρχές ερευνούσαν πιθανές σχέσεις της συμμορίας με πολιτικούς παράγοντες και προχώρησαν σε σχετικές ανακρίσεις. Σχετική είναι και η κατάθεση του δάσκαλου Χρήστου Νικολάου που είχε διατελέσει γραμματικός του ληστή Γιώργη Αρκαδινού.

Ο βασιλιάς και ο ληστής

Την περιοχή και το χωριό Μάζι Κορινθίας επισκέφθηκε και ο Όθωνας στην πρώτη του περιοδεία στην Πελοπόννησο, συνοδευόμενος από τους Κιτσο Τζαβέλλα, Μακρυγιάννη,απόσπασμα χοροφυλακής και τον Γερμανό αρχαιολόγο Λουδοβίκο Ρός. Ο τελευταίος περιγράφει ότι αιφνιδιαστικά και άοπλος πλησίασε ένας ηλιοκαμένος άνδρας, ψηλού αναστήματος με ωραία χαρακτηριστικά, με μικρή γενειάδα και τυλιγμένος με τσοπάνικη κάπα και χωρίς περιστροφές αλλά με ευλάβεια είπε ότι ήταν Ηλίας Χονδρογιάννης που ήρθε να προσκυνήσει και να ζητήσει το έλεος του βασιλιά, τόσο για τον ίδιο όσο και για τους αδελφούς του, καθώς και τους άλλους συμμορίτες που ήταν κρυμμένοι στο διπλανό δάσος.

Η σκηνή, όπως την περιγράφει ο Ρος, ήταν συγκινητική, καθώς ένας τραχύς εγκληματίας ικέτευε να του δοθεί χάρη και να επιστρέψει στο σπίτι του. Ο βασιλιάς συνέστησε στον διαβόητο λήσταρχο να παραδοθούν στις αρχές, αποκλείοντας την προσφορά αμνηστίας. Το μόνο που του επέτρεψε ήταν να φύγει ανενόχλητος, χωρίς συνέπειες.

Το Πρόβλημα της Ληστείας

Η διάλυση της συμμορίας ολοκληρώθηκε το 1835, μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του Αρκαδινού στην περιοχή της Ολυμπίας και τη σύλληψη πολλών μελών της. Τον Αύγουστο 1835 δυο αδέλφια οι Ηλίας και Αναστάσης Χονδρογιάννη παραδόθησαν στον Μοίραρχο Πετμεζά,ο οποίος τους υποσχέθηκε ασφάλεια και ελευθερία. Αλλά μόλις έφτασαν στο Ναύπλιο φυλακίστηκαν σε ένα υπόγειο του Παλαμηδίου.

Στις 29 Δεκεμβρίου 1836, αρκετά μέλη οδηγήθηκαν στη γκιλοτίνα στο Ιτς-Καλέ, ανάμεσά τους και τα τρία παιδιά του βοσκού Γιάννη Χονδρογιάννη από το Μάζι.Ο αδελφός τους Ηλίας δικάστηκε με πενταετή φυλάκιση.

Η ένταση των γεγονότων, οι τραγικές προσωπικότητες και η ατμόσφαιρα της εποχής συνθέτουν μια σκοτεινή αλλά αποκαλυπτική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας αμέσως μετά την Επανάσταση του 1821. Το πρόβλημα της ληστείας είχε τεράστια αρνητική απήχηση και στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικά, η εφημερίδα ΣΩΤΗΡ του Ναυπλίου αναφέρει ότι έκτακτος ταχυδρόμος από το Μόναχο για το Ναύπλιο, πληροφορήθηκε τις συνθήκες της ληστείας, φοβήθηκε και έμεινε στην Τεργέστη.

Παρά την εγκληματική τους δράση, η φήμη του Καραχάλιου, του Αρκαδινού και των Χονδρογιανναίων παρέμεινε ζωντανή στη λαϊκή μνήμη. Οι ιστορίες τους αποτυπώθηκαν σε δημοτικά τραγούδια, όπου οι πράξεις τους μετασχηματίστηκαν σε θρύλους.

Σημειώσεις

Σημείωση 1. Η περιοχή της Κρύας Βρύσης Λυγουριού ταυτίζεται με τον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται ο ναός της Αγίας Αικατερίνης. Σε συμβόλαιο του 1879 περιγράφονται αναλυτικά ο δρόμος που διέσχιζε την περιοχή, η θέση του αρχικού ναού, καθώς και στοιχεία της τοπικής χλωρίδας.

Σημείωση 2. Σύμφωνα με τον κατάλογο της Μονής Καρακαλά εκείνης της περιόδου, οι ποιμένες που έβοσκαν τα ποίμνια σε εκτάσεις της μονής ήταν οι εξής: Αναστασόπουλος, Κατσαργύρης, Ρούμπος, Πιτερός, Προύτζος, Σάμπαλης, Σταματόπουλος, Τουρλούκης, Κουτζούκος από την Αλωνίσταινα, Αντωνόπουλος, Γιαννούλης, Μπρέγενος, Καρούτζος, Τζαβάρας, Μπουζαλάς, Καρούτζος, Τράκας από το Ροϊνό και Γιαννούλης από την Κάψια.

ΠΗΓΕΣ 

Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Δικαίου ,περιόδου Ι.Καποδίστρια Φακ. 64,Φ66,Φ67,Φ68,Φ69, Φ70,Φ71,Φ72. ΓΑΚ Αρχείο Γενικής Γραμματείας, περιόδου Ι.Καποδίστρια Φ 204,Φ 235,Φ 240,Φ 241,Φ 242, Φ 243, Φ 240,Φ 250 ,Φ 270,Φ278 ,Φ280,Φ 300. ΓΑΚ Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Θρησκείας και Παιδείας, περιόδου Αγώνος Φ 32. ΓΑΚ Μοναστηριακά ,περιόδου Αγώνος Φ 221. ΓΑΚ Αρχείο Γενικού Φροντιστηρίου, ,περιόδου Ι.Καποδίστρια Φ 1. ΓΑΚ Αρχείο Ανακτορικών περιόδου Όθωνα Φ 43. Εφημερίδα ΣΩΤΗΡ Ναυπλίου 3 Φεβρουαρίου,3,6,10,13,17,27,30 Μαίου ,6 Ιουνίου 1834 και 25 Αυγούστου 1835. Κυριάκου Δ. Κάσση ,Αντιεξουσιαστές και Ληστές στα βουνά της Ελλάδας Α 1821-1871 ,Μάνη –Αθήνα 2000. Κων/νου Μ. Λύρα, Δημοτικά τραγούδια Γκούρας-Φενεού ,Αθήνα 1994. Ludwig Ross Reisen des Konigs Otto und der Königinn Amalia in Griechenland Halle : C. A. Schwetschke, 1848. Ludwig Ross,Erinnerungen und Mittheilungen aus Griechenland ; mit einem Vorwort von Otto Jahn. Berlin : R. Gaertner, 1863




ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ