Ο Υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Βουλευτής Αργολίδας της Νέας Δημοκρατίας κ. Γιάννης Ανδριανός απηύθυνε χαιρετισμό στην έναρξη των εργασιών του 2ου Greek Water Summit 2026 με θέμα «Νερό, Κλιματική Πίεση και Ανάπτυξη: Από την κρίση στον σχεδιασμό».
Ο κ. Ανδριανός στον χαιρετισμό του επεσήμανε μεταξύ άλλων τα εξής:
«Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και τιμή που βρίσκομαι σήμερα μαζί σας σ’ αυτό το συνέδριο που θέτει στο επίκεντρο ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας, τη διαχείριση των υδάτινών μας πόρων υπό το πρίσμα της κλιματικής κρίσης, αλλά και της ανάγκης διασφάλισης των προϋποθέσεων για έναν μακροπρόθεσμο και βιώσιμο αναπτυξιακό σχεδιασμό.
Η συζήτηση για το νερό πρέπει να γίνεται με στρατηγικό στόχο την ορθολογική χρήση και τη διαχείριση και ταυτόχρονα με απολύτως πρακτικούς όρους, καθώς συνδέεται άμεσα με την καθημερινότητα των πολιτών, με τη λειτουργία της οικονομίας και, σε ό,τι αφορά το πεδίο των κυβερνητικών μου αρμοδιοτήτων, με το παρόν και το μέλλον του πρωτογενούς τομέα.
Το νερό είναι ένας από τους κρισιμότερους εθνικούς μας πόρους και δημόσιο αγαθό. Ειδικά για τον τομέα της γεωργίας, χωρίς νερό, χωρίς επάρκεια και ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε βιώσιμη παραγωγή, ούτε σταθερό εισόδημα για τον αγρότη, ούτε ανταγωνιστικός πρωτογενής τομέας.
Κι εδώ, οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης είναι πλέον μια καθημερινή, εμπεδωμένη πραγματικότητα. Περίοδοι παρατεταμένης ανομβρίας, ακραίες και άκαιρες θερμοκρασίες και καταστροφικά καιρικά φαινόμενα, δεν αποτελούν πλέον εξαιρέσεις, αλλά τη νέα κανονικότητα στην οποία οφείλουμε να ανταποκριθούμε.
Στην κατεύθυνση αυτή, η πολιτεία αντιμετωπίζει το ζήτημα της διαχείρισης του νερού με στρατηγική, σοβαρότητα, και συνέπεια. Η προσέγγισή μας είναι πολυεπίπεδη και συνδυαστική, γιατί το ίδιο το πρόβλημα είναι σύνθετο.
Πρώτον, επενδύουμε σε υποδομές. Μεγάλα αρδευτικά έργα, έργα αποθήκευσης και διαχείρισης υδάτων, παρεμβάσεις που αυξάνουν αξιόπιστα τη διαθεσιμότητα του νερού. Το πρόγραμμα «Ύδωρ 2.0» και οι παρεμβάσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη σε κρίσιμες περιοχές της χώρας, με τα 5 σημαντικά έργα ΣΔΙΤ προϋπολογισμού σχεδόν 700 εκ. ευρώ αρμοδιότητας του ΥΠΑΑΤ αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης, αυτής της τεράστιας σημασίας επένδυσης στο ίδιο το παραγωγικό μας μέλλον.
Δεύτερον, προχωρούμε στον εκσυγχρονισμό των αρδευτικών δικτύων. Τα ανοιχτά, παλαιά δίκτυα, που έχουν σημαντικές απώλειες τόσο σε νερό, όσο και σε ενέργεια, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις σημερινές απαιτήσεις. Η μετάβαση σε κλειστά, πιεστικά δίκτυα, η αξιοποίηση συστημάτων τηλεμετρίας και ψηφιακής παρακολούθησης, η δυνατότητα ακριβούς ελέγχου της κατανάλωσης, αποτελούν κρίσιμα εργαλεία για τη μείωση απωλειών και την εξοικονόμηση πόρων και με συγκεκριμένα εργαλεία ενθαρρύνουμε και διευκολύνουμε αυτή τη μετάβαση.
Τρίτον, αντιμετωπίζουμε το νερό και την ενέργεια ως δύο άρρηκτα συνδεδεμένα πεδία. Το κόστος ενέργειας επηρεάζει άμεσα το κόστος άρδευσης και, κατ’ επέκταση, το κόστος παραγωγής. Γι’ αυτό και προωθούμε λύσεις ενεργειακής αναβάθμισης των οργανισμών εγγείων βελτιώσεων, όπως η αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που επιτρέπουν όχι μόνο τη μείωση του κόστους, αλλά και τη βιωσιμότητα της λειτουργίας τους σε βάθος χρόνου.
Τέταρτον, ενισχύουμε τη γνώση και τα εργαλεία παρακολούθησης της χρήσης του νερού. Η ποιότητα του αρδευτικού νερού, η ορθολογική χρήση του, η προσαρμογή των καλλιεργητικών πρακτικών στις νέες συνθήκες, χρειάζονται δεδομένα, συστηματική παρακολούθηση και επιστημονική τεκμηρίωση. Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται και τα προγράμματα ελέγχου και διαχείρισης των αρδευτικών υδάτων που ήδη υλοποιούνται.
Πέμπτον, προχωρούμε σε παρεμβάσεις που απλοποιούν τις διαδικασίες αδειοδότησης, μειώνουν τη γραφειοκρατία και διασφαλίζουν ότι οι παραγωγοί και οι οργανισμοί άρδευσης λειτουργούν σε ένα σαφές και σταθερό πλαίσιο, που τους επιτρέπει να σχεδιάζουν με ασφάλεια το μέλλον τους.
Το νερό, πέρα από φυσικός πόρος, είναι ταυτόχρονα περιβαλλοντικό αγαθό, παραγωγικός συντελεστής, αλλά και κοινωνικό δικαίωμα. Η διαχείρισή του, συνεπώς, απαιτεί ευρύτερη συνεργασία και συνέργεια σε όλα τα επίπεδα – ενδεικτικά αναφέρω την κεντρική διοίκηση, την τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού, τους οργανισμούς εγγείων βελτιώσεων, την επιστημονική και τεχνική κοινότητα, την ιδιωτική πρωτοβουλία, ιδίως σε τομείς όπως η καινοτομία, η τεχνολογία και η ενεργειακή μετάβαση, και βεβαίως τους ίδιους τους παραγωγούς.
Και σίγουρα απαιτεί μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας που οι ίδιες οι συνθήκες την επιβάλλουν. Γιατί πρέπει να εγκαταλείψουμε αποτυχημένα μοντέλα διαχείρισης που αποδεδειγμένα δεν παράγουν τα απαιτούμενα αποτελέσματα. Από τη λογική της αφθονίας, να πάμε στη λογική της υπευθυνότητας. Από τη σπατάλη, να πάμε στη χρηστή διαχείριση. Από την αντίδραση, να πάμε στον μακρόπνοο σχεδιασμό. Αυτή είναι η δέσμευσή μας και σ’ αυτή την κατεύθυνση εστιάζουμε τη δράση μας.
Άλλωστε, η χώρα μας διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε αυτή την κρίσιμη πρόκληση. Διαθέτουμε επιστημονικό δυναμικό υψηλού επιπέδου, διαθέτουμε την απαιτούμενη εμπειρία και τεχνογνωσία, και βεβαίως διαθέτουμε τα κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία και την πολιτική βούληση, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το ζητούμενο είναι να συντονίζουμε ολοένα και αποδοτικότερα αυτές τις δυνατότητες σε μια ενιαία στρατηγική.
Αυτόν τον κοινό στόχο υπηρετεί το σημερινό συνέδριο: φέρνει στο ίδιο τραπέζι την πολιτεία, την αγορά, την επιστήμη και την κοινωνία των πολιτών για να συζητήσουμε προτάσεις και λύσεις που θα εμπλουτίσουν ακόμη περισσότερο τη φαρέτρα των στρατηγικών μας, τη γνώση και τις δράσεις μας. Θέλω γι’ αυτό να συγχαρώ τους διοργανωτές και τους συμμετέχοντες γι’ αυτή τη σημαντική ευκαιρία.
Το μήνυμα που οφείλουμε να προβάλλουμε σήμερα, είναι ότι απέναντι στην πρόκληση του νερού, πρόκληση που αφορά την ίδια τη ζωή, απέναντι σε ένα απολύτως κρίσιμο ζήτημα που αφορά πέρα από το μοντέλο ανάπτυξης που θέλουμε για τη χώρα μας και την ίδια τη βιωσιμότητα της πατρίδας μας, έχουμε διαμορφώσει την ευρεία συμμαχία που θα μας επιτρέψει να ανταποκριθούμε με τρόπο αποτελεσματικό, βιώσιμο, ανθεκτικό και δίκαιο, απαντώντας στις ανάγκες τόσο του σήμερα, όσο και του αύριο».
Πέμπτον, προχωρούμε σε παρεμβάσεις που απλοποιούν τις διαδικασίες αδειοδότησης, μειώνουν τη γραφειοκρατία και διασφαλίζουν ότι οι παραγωγοί και οι οργανισμοί άρδευσης λειτουργούν σε ένα σαφές και σταθερό πλαίσιο, που τους επιτρέπει να σχεδιάζουν με ασφάλεια το μέλλον τους.
Το νερό, πέρα από φυσικός πόρος, είναι ταυτόχρονα περιβαλλοντικό αγαθό, παραγωγικός συντελεστής, αλλά και κοινωνικό δικαίωμα. Η διαχείρισή του, συνεπώς, απαιτεί ευρύτερη συνεργασία και συνέργεια σε όλα τα επίπεδα – ενδεικτικά αναφέρω την κεντρική διοίκηση, την τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού, τους οργανισμούς εγγείων βελτιώσεων, την επιστημονική και τεχνική κοινότητα, την ιδιωτική πρωτοβουλία, ιδίως σε τομείς όπως η καινοτομία, η τεχνολογία και η ενεργειακή μετάβαση, και βεβαίως τους ίδιους τους παραγωγούς.
Και σίγουρα απαιτεί μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας που οι ίδιες οι συνθήκες την επιβάλλουν. Γιατί πρέπει να εγκαταλείψουμε αποτυχημένα μοντέλα διαχείρισης που αποδεδειγμένα δεν παράγουν τα απαιτούμενα αποτελέσματα. Από τη λογική της αφθονίας, να πάμε στη λογική της υπευθυνότητας. Από τη σπατάλη, να πάμε στη χρηστή διαχείριση. Από την αντίδραση, να πάμε στον μακρόπνοο σχεδιασμό. Αυτή είναι η δέσμευσή μας και σ’ αυτή την κατεύθυνση εστιάζουμε τη δράση μας.
Άλλωστε, η χώρα μας διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε αυτή την κρίσιμη πρόκληση. Διαθέτουμε επιστημονικό δυναμικό υψηλού επιπέδου, διαθέτουμε την απαιτούμενη εμπειρία και τεχνογνωσία, και βεβαίως διαθέτουμε τα κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία και την πολιτική βούληση, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το ζητούμενο είναι να συντονίζουμε ολοένα και αποδοτικότερα αυτές τις δυνατότητες σε μια ενιαία στρατηγική.
Αυτόν τον κοινό στόχο υπηρετεί το σημερινό συνέδριο: φέρνει στο ίδιο τραπέζι την πολιτεία, την αγορά, την επιστήμη και την κοινωνία των πολιτών για να συζητήσουμε προτάσεις και λύσεις που θα εμπλουτίσουν ακόμη περισσότερο τη φαρέτρα των στρατηγικών μας, τη γνώση και τις δράσεις μας. Θέλω γι’ αυτό να συγχαρώ τους διοργανωτές και τους συμμετέχοντες γι’ αυτή τη σημαντική ευκαιρία.
Το μήνυμα που οφείλουμε να προβάλλουμε σήμερα, είναι ότι απέναντι στην πρόκληση του νερού, πρόκληση που αφορά την ίδια τη ζωή, απέναντι σε ένα απολύτως κρίσιμο ζήτημα που αφορά πέρα από το μοντέλο ανάπτυξης που θέλουμε για τη χώρα μας και την ίδια τη βιωσιμότητα της πατρίδας μας, έχουμε διαμορφώσει την ευρεία συμμαχία που θα μας επιτρέψει να ανταποκριθούμε με τρόπο αποτελεσματικό, βιώσιμο, ανθεκτικό και δίκαιο, απαντώντας στις ανάγκες τόσο του σήμερα, όσο και του αύριο».










(1).webp)




