ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΤΙΑΣΗΣ
ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ
ΛΟΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΠΟΡΤΟ ΧΕΛΙ

NEKTAR

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Λυγουριό 1824: Μια άγνωστη σύγκρουση με τους ενοικιαστές των εθνικών προσόδων

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 11:36:00 π.μ. | | |

Γράφει ο Αντώνης Ξυπολιάς

«…ἢ να μας ελευθερώσῃ απὸ τους καινούργιους Τούρκους, ἢ αλλέως να βάλωμεν φωτιὰ να κάψωμεν τα σπίτια μας και να φύγωμεν…». Με αυτά τα δραματικά λόγια οι κάτοικοι του Λυγουριού απευθύνθηκαν το καλοκαίρι του 1824 στην επαναστατική Διοίκηση, διαμαρτυρόμενοι για τις αυθαιρεσίες των ιδιωτών ενοικιαστών των εθνικών προσόδων κατά την είσπραξη των δικαιωμάτων στα δημητριακά.

Τα έγγραφα που διασώζονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους φωτίζουν μια άγνωστη σύγκρουση στο Λυγουριό, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η επαναστατική διοίκηση επιχειρούσε να επιβάλει τη νομιμότητα στα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

Η υπόθεση αναδείχθηκε στα τέλη Μαΐου του 1824, κατά την περίοδο του θερισμού, όταν οι κάτοικοι του Λυγουριού απευθύνθηκαν στη Διοίκηση, διαμαρτυρόμενοι για τις αυθαίρετες και βίαιες πρακτικές των ιδιωτών ενοικιαστών των εθνικών προσόδων κατά την είσπραξη των προσόδων.

Σε αναφορά που υπέβαλαν προς τα Υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομίας στις 25 Μαΐου 1824, κατήγγειλαν ότι οι ιδιώτες φοροεισπράκτορες απαιτούσαν αυθαίρετα πρόσθετες επιβαρύνσεις, τις οποίες θεωρούσαν κατάλοιπα της οθωμανικής διοίκησης. Υπενθύμιζαν τη συμμετοχή και τις θυσίες των κατοίκων στους Αγώνες της Ανεξαρτησίας, καθώς και τις σοβαρές οικονομικές επιβαρύνσεις που είχαν υποστεί από τη διέλευση στρατευμάτων, ζητώντας από τη Διοίκηση δικαιοσύνη και την προστασία των δικαιωμάτων τους.

Οι έντονες διαμαρτυρίες των κατοίκων του Λυγουριού έφθασαν ενώπιον του Βουλευτικού. Στη συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 1824 αναγνώσθηκε η αναφορά τους, στην οποία κατήγγελλαν ότι οι ενοικιαστές των εθνικών προσόδων προέβαιναν σε αυθαίρετες και καταχρηστικές ενέργειες. Παράλληλα, υπενθύμιζαν τις θυσίες τους στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας,ιδίως « στη μάχη των Δερβενακίων » και ζητούσαν την αποκατάσταση του δικαίου.

Το Βουλευτικό διαβίβασε την υπόθεση στα Υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομίας, προκειμένου να εξετάσουν το ζήτημα και να αποδώσουν το δίκαιο, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, «πρὸς οὓς ἀνήκει». Το σχετικό πρακτικό υπογράφεται από τον Α΄ Γραμματέα του Βουλευτικού, Ιωάννη Σπηλιάδη.

Παρά την παρέμβαση του Βουλευτικού, η κατάσταση δεν εκτονώθηκε. Στις 17 Ιουνίου 1824 οι κάτοικοι υπέβαλαν νέα αναφορά προς το Υπουργείο Οικονομίας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 8 Ιουλίου 1824, απευθύνθηκαν και στον Υπουργό Εσωτερικών Γρηγόριο Δικαίο (Παπαφλέσσα), καταγγέλλοντας εκ νέου τις αυθαιρεσίες των ενοικιαστών των εθνικών προσόδων.

Στη νέα αναφορά τους υποστήριζαν ότι οι φοροεκμισθωτές δεν αναγνώριζαν τις ιδιόκτητες καλλιέργειες, αλλά αντιμετώπιζαν όλες τις εκτάσεις ως εθνικές, εισπράττοντας το ένα τρίτο της παραγωγής αντί του νόμιμου δεκάτου. Παράλληλα, κατήγγελλαν ότι οι ενοικιαστές «…ἐπαπειλοῦνται πότε να μας καύσουν το χωρίον μας, πότε να μας πάρουν τα πράγματά μας, οπότε τους προτείνουμε ότι δεν παίρνονται κατὰ δίκαιον, αλλὰ ἀδικοῦν τους πτωχούς…»

Παρόμοιες διαμαρτυρίες διατύπωσαν και οι κάτοικοι του Αδαμιού σε αναφορά τους προς τα Υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομίας στις 9 Ιουλίου 1824. Υποστήριζαν ότι τους ανήκε έκταση περίπου πεντακοσίων στρεμμάτων, στην περιοχή «απο Μαρκεδόνι καὶ Καλυβίτσα εως επάνω εις το χωριό», η οποία είχε καταπατηθεί ήδη από την περίοδο της Τουρκοκρατίας από τον Οθωμανό Καρακούτη.

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Για τη διερεύνηση της υπόθεσης, το Υπουργείο Οικονομίας όρισε επιτροπή αποτελούμενη από τον επίσκοπο Δαμαλά Ιωνά, τον πρωτόπαπα Ναυπλίου Γεώργιο, τον Γερο-Κόλια Χατζηγεωργίου και τον Δημήτριο Ιγγλέση, οι οποίοι θα μετέβαιναν στο Λυγουριό για να εξετάσουν επιτόπου τις καταγγελίες.

Το Σάββατο, 12 Ιουλίου 1824, ο επίσκοπος Ιωνάς ενημέρωσε με επιστολή τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής ότι, λόγω ασθενείας, αδυνατούσε να μεταβεί στο Λυγουριό. Στο τέλος της επιστολής πρόσθεσε ιδιόχειρη σημείωση:

«Την 13ην του τρέχοντος με τον ρηθέντα κυρ Αμβρόσιον στέλνω εν αφοριστικὸν και εν ιδιαίτερον γράμμα συμβουλευτικὸν προς τους αυτόθι χωρικούς, και όπως κριθῇ εὔλογον ἐξακολουθήσατε…».

Με την ιδιόχειρη αυτή σημείωση ο Ιωνάς γνωστοποιούσε ότι, αντί να μεταβεί ο ίδιος στο Λυγουριό, απέστελλε μέσω του ηγουμένου της μονής Καλαμίου Αμβροσίου δύο έγγραφα προς τους κατοίκους του χωριού: ένα συμβουλευτικό και ένα αφοριστικό, αφήνοντας στα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής να ενεργήσουν κατά την κρίση τους.

Με το συμβουλευτικό έγγραφο καλούσε τους κατοίκους να αποκαλύψουν την αλήθεια σχετικά με «τα εθνικά δεμάτια», ενώ με το αφοριστικό τους προειδοποιούσε ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, αυτό θα αναγινωσκόταν στην εκκλησία.

Την επόμενη ημέρα, Κυριακή 13 Ιουλίου 1824, ο ηγούμενος Αμβρόσιος ανέγνωσε από το βήμα της εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Λυγουριό το αφοριστικό κατά όσων είχαν ψευδομαρτυρήσει σχετικά με τα εθνικά δεμάτια. Το περιεχόμενό του ήταν ιδιαίτερα αυστηρό και η ανάγνωσή του προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο χωριό. Ωστόσο, ούτε η δημόσια ανάγνωση του αφοριστικού έκαμψε τους κατοίκους. Επιμένοντας ότι είχαν το δίκαιο με το μέρος τους, δήλωναν χαρακτηριστικά: «…εἰς τὴν ἀλήθειαν δὲν φοβοῦνται τὸ ἀφοριστικόν…».

Η ΕΞΕΤΑΣΗ

Μετά τη θεία λειτουργία και την ανάγνωση του αφοριστικού, τα τρία παρόντα μέλη της επιτροπής προχώρησαν στη διερεύνηση της υπόθεσης. Παρουσία των ενοικιαστών των εθνικών προσόδων, εξέτασαν έναν προς έναν τους καλλιεργητές του Λυγουριού, καταγράφοντας χωριστά τα ιδιόκτητα και τα εθνικά χωράφια που καλλιεργούσε ο καθένας και υπολογίζοντας τον φόρο που αναλογούσε σε κάθε κατηγορία.

Η διαδικασία διήρκεσε ολόκληρη την ημέρα. Μετά την ολοκλήρωσή της, η επιτροπή αποσύρθηκε σε διάσκεψη και κατέληξε ότι οι ενοικιαστές είχαν επιβάλει επιβαρύνσεις μεγαλύτερες από τις προβλεπόμενες, εισπράττοντας ποσότητες μεγαλύτερες από τις νόμιμα οφειλόμενες. Τα συμπεράσματα αυτά καταγράφηκαν στην έκθεση που συντάχθηκε στο Λυγουριό το βράδυ της 13ης Ιουλίου 1824 και υπογράφεται από τον πρωτόπαπα Γεώργιο, τον Δημήτριο Ιγγλέση, τον Κόλια Χατζηγεωργίου και τον επίσκοπο Δαμαλά Ιωνά.

Ανάλογη εξέταση πραγματοποιήθηκε και στο Αδάμι. Μετά την ολοκλήρωση των ερευνών και στα δύο χωριά, η επιτροπή απέστειλε το βράδυ της ίδιας ημέρας την τελική της έκθεση στο Υπουργείο Οικονομίας.

Στην έκθεσή της ανέφερε ότι, πριν από την εξέταση, αναγνώστηκε στους κατοίκους η συμβουλευτική επιστολή του επισκόπου Ιωνά και, την Κυριακή, μέσα στον ναό, «το φοβερό επιτίμιο». Παρά ταύτα, οι Λιγουριάτες επέμειναν στις καταγγελίες τους, υποστηρίζοντας ότι οι πρόσθετες εισπράξεις ήταν παράνομες, επειδή οι ενοικιαστές αρνούνταν να αναγνωρίσουν τις ιδιόκτητες καλλιέργειες και τις φορολογούσαν ως εθνικές.

Τρεις ημέρες αργότερα, στις 16 Ιουλίου 1824, ύστερα από το πόρισμα της επιτροπής, ο Υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας) διέταξε τους ενοικιαστές των εθνικών προσόδων του Λυγουριού και του Αδαμίου να επιστρέψουν στους καλλιεργητές τις ποσότητες που είχαν εισπράξει πέρα από τα νόμιμα δικαιώματά τους. Ωστόσο, η υπόθεση δεν έμελλε να λήξει εκεί.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Την 17η Ιουλίου 1824, ο Υπουργός Οικονομίας Νικόλαος Πονηρόπουλος διαβίβασε στο Εκτελεστικό Σώμα το πόρισμα της επιτροπής, υιοθετώντας πλήρως τα συμπεράσματά της. Σύμφωνα με την εισήγησή του, οι Λυγουριάτες είχαν αδικηθεί και οι ενοικιαστές των εθνικών προσόδων όφειλαν να τους επιστρέψουν 59  και 2/8 κουβέλια σιταριού και 6 και  5/8 κουβέλια κριθαριού, ποσότητες που είχαν εισπραχθεί πέρα από όσα δικαιούνταν σύμφωνα με τον νόμο και κατέληξε:.«…το Υπουργεῖον γνωμοδοτεί ότι η απόφασις της επιτροπής πρέπει να λάβῃ το ανήκον σέβας και να υποχρεωθούν οι αδικήσαντες να αποδώσουν το δίκαιον…»

Την 18η Ιουλίου 1824 το Εκτελεστικό Σώμα εξέτασε την εισήγηση του Υπουργείου Οικονομίας και το πόρισμα της επιτροπής. Με ομόφωνη απόφασή του επικύρωσε την κρίση της επιτροπής ως δίκαιη και διέταξε την άμεση εφαρμογή της:                              «…Ταύτην την απόφασιν, ως δικαίαν, επικυροί και η Διοίκησις και διατάττει το Υπουργεῖον τοῦτο να ενεργήσῃ καθ’ όλην την ἔκτασιν…»

Η απόφαση υπογράφεται στο Ναύπλιο στις 18 Ιουλίου 1824 από τον πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη και τα μέλη Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέτη, Αναγνώστη Σπηλιωτάκη και Πανούτσου Νοταρά.

Μέσα σε διάστημα μόλις δύο μηνών, οι αναφορές των κατοίκων του Λυγουριού εξετάστηκαν διαδοχικά από το Βουλευτικό, τα Υπουργεία Εσωτερικών και Οικονομίας, ειδική εξεταστική επιτροπή και, τέλος, το Εκτελεστικό Σώμα. Η Διοίκηση αποδέχθηκε πλήρως το πόρισμα της επιτροπής, αναγνώρισε ότι οι καλλιεργητές είχαν υπερφορολογηθεί και διέταξε την επιστροφή των ποσοτήτων που είχαν εισπραχθεί παράνομα. Ωστόσο, η έκδοση της απόφασης δεν έθεσε τέλος στην υπόθεση.

Την 20ή Ιουλίου 1824, ο Υπουργός Οικονομίας Νικόλαος Πονηρόπουλος απέστειλε έγγραφο προς τον στρατηγό Χατζηχρήστο Βούλγαρη, ζητώντας του να ορίσει έμπιστο εκπρόσωπό του, ο οποίος θα μετέβαινε στο Λυγουριό και στο Αδάμι για να επιβλέψει την εκτέλεση της κυβερνητικής απόφασης. Ο εκπρόσωπος του στρατηγού όφειλε, σε συνεργασία με τους δημογέροντες των δύο χωριών, να παραλάβει από τους ενοικιαστές των εθνικών προσόδων τις ποσότητες που είχαν εισπραχθεί παράνομα και να τις αποδώσει στους νόμιμους δικαιούχους.

Η κυβερνητική παρέμβαση, όμως, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Την 21η Ιουλίου 1824 οι κάτοικοι του Λυγουριού ενημέρωσαν το Υπουργείο Οικονομίας ότι, παρά την άφιξη του εκπροσώπου του στρατηγού Χατζηχρήστου Βούλγαρη και την επίδοση της κυβερνητικής διαταγής, οι ενοικιαστές των εθνικών προσόδων αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Σύμφωνα με την αναφορά τους, αντί να επιστρέψουν τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα, εξύβρισαν τη Διοίκηση, αγνόησαν τις διαταγές της και άσκησαν νέα βία σε βάρος των κατοίκων. Κατήγγειλαν ακόμη ότι ξυλοκόπησαν κατοίκους του Αδαμίου και αφαίρεσαν από αυτούς επιπλέον 19 κουβέλια σιταριού, παρά τη ρητή απαγόρευση του Υπουργείου Εσωτερικών.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η μαρτυρία ότι οι ενοικιαστές «τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου… τὴν ἔρριψαν χαμαί», περιφρονώντας όχι μόνο τους κατοίκους αλλά και την ίδια την κυβερνητική εξουσία. Οι φτωχοί καλλιεργητές κατέληγαν με μια δραματική έκκληση προς την κυβέρνηση:

«…ἢ νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τοὺς καινούργιους Τούρκους, ἢ ἀλλέως νὰ βάλωμεν φωτιὰ νὰ κάψωμεν τὰ σπίτια μας καὶ νὰ φύγωμεν…»

Τη Δευτέρα 12 Αυγούστου 1824, σχεδόν έναν μήνα μετά την πρώτη κυβερνητική απόφαση, οι κάτοικοι του Λυγουριού απευθύνθηκαν εκ νέου στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Κατήγγειλαν ότι οι ενοικιαστές όχι μόνο δεν είχαν συμμορφωθεί με τις επανειλημμένες διαταγές της Διοίκησης ούτε είχαν επιστρέψει τις ποσότητες δημητριακών που είχαν εισπράξει παράνομα, αλλά προετοιμάζονταν να προβούν και σε νέες καταχρήσεις εις βάρος του χωριού, ως αντίποινα επειδή οι κάτοικοι είχαν προσφύγει στην κυβέρνηση. Η αναφορά κορυφωνόταν με την ακόλουθη έκκληση προς την κυβέρνηση:                                                                                                             

«…ἀφοῦ καὶ μὲ διαταγὲς τῆς Διοικήσεως δὲν λαμβάνομεν τὸ δίκαιό μας, ἀνάγκη νὰ ἐρημώσῃ τὸ χωρίον μας καὶ νὰ ὑπάγῃ ὁ καθεὶς ὅθεν ἠμπορέσῃ.»

Η υπόθεση του Λυγουριού αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυσκολιών που αντιμετώπιζε η επαναστατική διοίκηση στην επιβολή της νομιμότητας κατά τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Παρά τις διαδοχικές αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής, του Υπουργείου Οικονομίας και του Εκτελεστικού Σώματος, καθώς και τις επανειλημμένες διαταγές για την επιστροφή των αχρεωστήτως εισπραχθέντων, οι ενοικιαστές των εθνικών προσόδων συνέχισαν να αψηφούν τις κυβερνητικές εντολές  

και να αρνούνται την εφαρμογή τους.

Τα σωζόμενα αρχειακά έγγραφα φωτίζουν όχι μόνο μια τοπική διαμάχη για τη φορολογία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η επαναστατική διοίκηση επιχείρησε να επιβάλει τις αποφάσεις της σε μια περίοδο κατά την οποία η κρατική εξουσία βρισκόταν ακόμη υπό διαμόρφωση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

* Οι ενοικιαστές των εθνικών προσόδων ήταν ιδιώτες που αποκτούσαν, ύστερα από δημόσια δημοπρασία, το δικαίωμα είσπραξης των κρατικών προσόδων ενός χωριού για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθως ενός έτους. Η πρακτική της εκμίσθωσης των προσόδων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε πολλές περιοχές κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Σε αναφορά κατοίκων άλλου χωριού της ίδιας περιόδου, οι ενοικιαστές χαρακτηρίζονται ως «…ἀνθρώπους βιαστὰς καὶ ἰδιορρύθμους, κινούμενοι μὲ τὸ πῦρ καὶ τὴν μάχαιραν εἰς τὰς χεῖρας…». Λίγα χρόνια αργότερα, το 1835, ο Μάουρερ παρατηρούσε ότι ο θεσμός της εκμίσθωσης των προσόδων αποτελούσε «τὸ σπουδαιότερον “νόμιμον” μέσον πλουτισμοῦ».

*Κουβέλι: μέτρο χωρητικότητας σιτηρών, που στην περιοχή αντιστοιχούσε σε περίπου 30 οκάδες.

*Ιερείς του Λυγουριού το 1824 ήταν ο παπα-Γιάννης Οικονόμου και ο παπα-Αθανάσιος , πρόγονος της οικογένειας Παπαθανασίου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών (περίοδος Αγώνα), φάκελοι 32–36 και 80. 

  • Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχείο Υπουργείου Οικονομίας (περίοδος Αγώνα), φάκελοι 13–18. 

  • Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχείο Υπουργείου Πολέμου (περίοδος Αγώνα), φάκελος 4. 

  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμ. Β΄, σ. 304. 

  • Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ, Ο Ελληνικός Λαός (1835).

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ