ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ
ΚΑΦΕΣ - ΣΦΟΛΙΑΤΕΣ

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

Χρονικό της πολιορκίας και της άλωσης του Παλαμηδίου

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 6:47:00 μ.μ. | | |
Χρονικό της πολιορκίας και της άλωσης του Παλαμηδίου
Του Τόλη Κοϊνη

Υποτίθεται ότι την τελευταία Κυριακή του Νοεμβρίου η πόλη μας τιμά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους το 1822.

Για την ενημέρωσή σας ανεβάζω την ομιλία μου (περιλαμβάνονται και οι τρεις τέσσερις γραμμές που δεν μπόρεσα να πω):

Φώναξα στις πύλες
κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων

Με αυτούς τους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη ας ξεκινήσουμε τη σημερινή μας ομιλία.
Σε ποια Πύλη να φωνάξει ο σκλαβωμένος Έλληνας; Η Πύλη του Ξηράς το 1821 στολιζόταν με το αποκεφαλισμένο άγαλμα του βενετσιάνικου λιονταριού και ένα μεγάλο γιαταγάνι, δείγμα ότι αυτή η πόλη είχε κατακτηθεί με τη βία. Μέσα από τα τείχη κατοικούσαν Οθωμανοί μεγιστάνες… ο καθένας τους είχε για τσιφλίκι και ένα χωριό της Αργολίδας και όχι μόνο. Λίγοι Έλληνες επιτρέπονταν να μείνουν κι εκείνοι εργάζονταν σε παρακατιανές δουλειές.

Η φωνή μου πήρε την θλίψη των φονιάδων.

Ο Ελληνικός πληθυσμός καταδιωγμένος από το Ναύπλιο το 1715, πρόκοψε ασχολούμενος με τη ναυτιλία και το εμπόριο στην Ύδρα και στις Σπέτσες, ενώ στο Άργος ανέπτυξε βιοτεχνία και παράλληλα καλλιέργησε τα γράμματα. Αντίθετα οι φονιάδες του ποιήματος, οι κατακτητές επαναπαύονταν σε έναν μαλθακό βίο, γίνονταν ακόμα πιο άγριοι και επιθετικοί από τους προγόνους τους.
 
Η αντίθεση ήταν δεδομένη. Από την μια οι Οθωμανοί αφεντάδες γαιοκτήμονες και από την άλλη οι Έλληνες δουλοπάροικοι στα χωράφια, αλλά ανεπτυγμένοι αστοί στις πόλεις. Οι αντιθέσεις όμως πρέπει να λύνονται. Και λύνονται με επαναστατικές εξεγέρσεις. Η επαναστατική ενέργεια δεν είναι μια τυφλή, αυθόρμητη αντίδραση. Χρειάζεται σοβαρή μελέτη και προετοιμασία. Αυτός ήταν ο ρόλος της Φιλικής Εταιρίας. Η διάδοσή της στην Αργολίδα προσδιορίζεται τους τελευταίους μήνες του 1818.

 Υδραιοσπετσιώτες έμποροι μυήθηκαν στην Κων/πολη, μετέφεραν στα νησιά το μυστικό και μετά άρχισε και η κατήχηση διαφόρων προσωπικοτήτων της Αργολίδας. Οι Αρχιμανδρίτες Διονύσιος Βούλγαρης και Αρσένης Κρέστας στο Κρανίδι. Ο Περρούκας και ο Τσώκρης στο Άργος. Οι τρεις ηρωικοί ιερείς: ο παπα Γιώργης Βελίνης, ο Παπα Θεοδόσης Μπούσκος και ο παπα Κακάνης. 

Η κορυφαία όμως προσωπικότητα ήταν ο Μητροπολίτης Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριος, ο επονομαζόμενος Καλαμαράς, εξ αιτίας της δυναμικής ενίσχυσης που είχε δώσει στην Παιδεία.
Η παρουσία του Παπαφλέσσα στο Άργος τον χειμώνα του 1821 είχε υπερθερμάνει το κλίμα. Οι Τούρκοι μετέφεραν ως όμηρο στην Τρίπολη τον Μητροπολίτη, πιστεύοντας ότι έτσι οι Έλληνες θα έμεναν ακέφαλοι και δεν θα μπορούσαν να κινηθούν.
 
Όμως το γενικό σχέδιο της Φιλικής Εταιρίας ήταν «να έχει ξεσηκωθεί ο Μοριάς μέχρι της 25 Μαρτίου». Πραγματικά, έτσι έγινε.

Πριν από την 25 Μαρτίου η Μάνη, η Κυνουρία, η επαρχία Καλαβρύτων, και η Ερμιονίδα είχαν αποτάξει την Οθωμανική κυριαρχία.
 
Οι Τούρκοι του Αναπλιού και του Άργους είχαν φοβηθεί. Αν και τα κάστρα του Ναυπλίου, τα έλεγχαν επαρκείς δυνάμεις Γενίτσαρων, Αλβανών μισθοφόρων και ντόπιων Τούρκων εθελοντών, μη έχοντας σαφείς πληροφορίες για το μέγεθος της εξέγερσης και τις δυνάμεις των επαναστατών, προτίμησαν να κλειστούν στο Ναύπλιο περιμένοντας εξωτερική βοήθεια.

Ένα ασήμαντο επεισόδιο στο παζάρι του Άργους στις 23 Μαρτίου, τους οδήγησε στην απόφαση να μαζέψουν τις οικογένειες και τα πλούτη τους όλα μέσα στο Ναύπλιο. Απαίτησαν την παράδοση όλων των προκρίτων του Άργους και την μεταφορά τους ως ομήρων στο Ναύπλιο. Αυτό ήταν η αφορμή. Μια ενέδρα στην Δαλαμανάρα στις αρχές Απρίλη και η ταυτόχρονη απόβαση χιλιάδας ενόπλων Ελλήνων από Ερμιονίδα και Σπέτσες στο Δρέπανο, ήταν η αρχή των πολεμικών γεγονότων.
Ανάπλι για δε χαίρεσαι, για δε βαρείς παιχνίδια;

Στεριάς με δέρνει ο Πρίτζιπας, πελάγου η Μπουμπουλίνα.
 
Με αυτή την απλή περιγραφή η δημοτική μούσα περιγράφει τα όσα συνέβησαν γύρω από τα τείχη της πόλεώς μας.

Αποκλεισμός από στεριά και θάλασσα. Οι Οθωμανοί αφεντάδες έβλεπαν πως δεν μπορούν να πάνε στα χωράφια τους και στο λιμάνι δεν μπορεί να πλησιάσει πλοίο.

Πρώτη τους αντίδραση η έξοδος ανήμερα του Πάσχα. Επιτέθηκαν στο στρατόπεδο των Ελλήνων στο Κατσίγκρι. Είχε ανάψει το πασχαλιάτικο γλέντι και οι φρουρές δεν ήταν στις θέσεις τους. Καταστροφή. Μόνο οι καλόγεροι της Μονής Αυγού με τον ηγούμενό τους κράτησαν τις θέσεις τους σκοτώθηκαν όλοι πολεμώντας. Τα κεφάλια τους κομμένα τα έφεραν ως αποτρόπαια λάφυρα στην πόλη. Μαζί και τον Γιώργη Λεμπέση, από την Ερμιόνη, που τον περίμενε μαρτυρικός θάνατος με παλούκωμα, ανασκολοπισμό τον λένε οι γραμματιζούμενοι, μπροστά από την Πύλη της Ξηράς.

Όμως σε λίγες ημέρες το σκηνικό άλλαξε. Οι Σπετσιώτες με καταδρομική ενέργεια καταλαμβάνουν τους Μύλους στερώντας από το Ανάπλι το αλεύρι. Αποβιβάζεται και η Μπουμπουλίνα και οδεύουν προς το Άργος. Εκεί έχει καταφθάσει και ο Παπαφλέσσας, η συνάντησή τους γίνεται σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Ο λαός ξαναπαίρνει θάρρος για να συνεχίσει τον αγώνα. Φτιάνεται ένα διοικητικό όργανο, η λεγόμενη Καγκελαρία του Άργους και αποφασίζεται η συνέχιση της πολιορκίας του Ναυπλίου με ανακατάληψη του Κατσιγκριού και τοποθέτηση ως γενικού επόπτη στρατοπέδου του Στάϊκου Σταϊκόπουλου και εφόρου του παπά Θεοδόση Μπούσκου. Βασικός σκοπός η αποκοπή των χερσαίων συγκοινωνιών των Οθωμανών.

Οι Τούρκοι δεν επιχείρησαν δεύτερη έξοδο. Περίμεναν. Πράγματι σε δεκαπέντε περίπου ημέρες έφτασε στην Αργολίδα μια ορδή 3.500 Τουρκαλβανών με επικεφαλής τον Κεχαγιάμπεη.

Η πολιορκία λύνεται. Με τάξη όμως αυτή τη φορά. Τα στρατεύματα πηγαίνουν έξω από το Άργος και πιάνουν θέσεις στις όχθες του Ξεριά. Ο Κεχαγιάμπεης είχε το πλεονέκτημα ότι διέθετε ιππικό. Με μια κυκλωτική κίνηση τους εγκλωβίζει. Οι μάχες σώμα με σώμα. Ο γιος της Μπουμπουλίνας παλεύει σώμα με σώμα με έναν Τουρκαλβανό που τον έριξε κάτω από το άλογο. Δέχεται πισώπλατο πυροβολισμό και ανεβαίνει στο Πάνθεον των Ηρώων. Ο παπαΑρσένης Κρέστας καταφέρνει να κλειστεί στην Παναγιά την Πορτοκαλούσα και αντιστέκεται μαζί με ένα πλήθος αμάχων. Ο Κεχαγιάμπεης προτείνει αμνηστία αρκεί να παραδοθεί ο τρελό παππάς που πολεμάει σκληρότερα κι από τους κλέφτες. Ο παπα Αρσένης όμως ξεφεύγει τη νύχτα και οι άμαχοι παραδίδονται.

Ο αγώνας όμως δεν τελειώνει. Ο Παπαφλέσσας επανεμφανίζεται μαζί με τον Σταϊκόπουλο και τον Τσώκρη, οχυρώνονται στη Λάρισα του Άργους. Το μεσαιωνικό αυτό φρούριο ήταν αφοπλισμένο πλήρως, δεν υπήρχαν ούτε φρουρά, ούτε κανόνια, ούτε εφόδια.
 
Είναι αμφίβολο κατά πόσον ο Κεχαγιάμπεης βοήθησε τους πολιορκούμενους Τούρκους του Ναυπλίου. Οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Το βέβαιο είναι ότι διόρισε στο Άργος νέους προύχοντες, έκαψε τα σπίτια των επαναστατών (μαζί και το κτίριο της Μητρόπολης και του Σχολείου του Άργους), πήρε κάποιους λίγους δούλους και σκότωσε περίπου 25 αιχμαλώτους. Στο Ναύπλιο δεν ήρθε. Προχώρησε στην Τρίπολη. Προχώρησε στο ολέθριο τέλος του. Εκεί ο Κολοκοτρώνης πήρε την εκδίκηση στο πεδίο της μάχης στο Βαλτέτσι και μετά από λίγο ο Νικηταράς στα Δολιανά. Ο τρομερός Κεχαγιάμπεης βρέθηκε φοβισμένος και εγκλωβισμένος στην Τρίπολη να περιμένει το μοιραίο τέλος του.

Ο Κολοκοτρώνης τότε ενδιαφέρθηκε για το Ναύπλιο. Ήταν το πλησιέστερο στην Τρίπολη φρούριο και λιμάνι. Έπρεπε να πολιορκείται στενά και να αποκοπούν όλες οι δυνατότητες συγκοινωνίας μεταξύ των δύο φρουρίων. Ανέθεσε την ανασύσταση της πολιορκίας στον Νικηταρά και στον αδερφό του Νικόλαο Σταματελόπουλο. Παλιοί κλέφτες, που είχαν υπηρετήσει στον Αγγλικό στρατό στα Επτάνησα και είχαν πολεμήσει στη Νότια Ιταλία. Ήξεραν τι σημαίνει πειθαρχία. Τώρα πια δεν υπήρχε στο Κατσίγκρι ένα λημέρι κλεφτών, αλλά ένα σοβαρό στρατόπεδο, με φρουρές, εξωτερικά φυλάκια, επιμελητεία, διοίκηση κλπ.

Την αλλαγή αυτή την κατανόησαν πικρά οι Τούρκοι του Ναυπλίου στο τέλος του Μάϊου του 1821. Έκαναν με πανστρατιά έξοδο, μεταφέροντας πολλούς Έλληνες αιχμαλώτους – ομήρους για συγκομιδή καρπών. Ο Νικηταράς τους άφησε να αναπτυχθούν στη σημερινή περιοχή μεταξύ Πολυγώνου και Αγίου Αδριανού. Με μια έξυπνη κυκλωτική κίνηση τους ανάγκασε να φύγουν με βαριές απώλειες, να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους και να εγκαταλείψουν δυο κανόνια. Για το συμπλήρωμα της καταστροφής έβαλε φωτιά στα πλησιέστερα στο Ναύπλιο σταροχώραφα.

Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων στην Αργολίδα. Η πατρίδα ευγνωμονούσα, δια της Πελοποννησιακής Γερουσίας, αφαίρεσε αμέσως την διεύθυνση της πολιορκίας του Ναυπλίου από τον Νικηταρά (ανιψιός του Κολοκοτρώνη και γαμπρός του Ζαχαριά, ήταν πιο κλέφτης από τους κλέφτες, πιο παλικάρι από τα παλικάρια, πάντα με το λαό και όχι με τους αρχόντους).

Στις 23 του Σεπτέμβρη του 1821 έπεσε η Τριπολιτσά. Η πτώση της πρωτεύουσας του πασαλικιού σήμαινε ότι όλος ο ορεινός όγκος του εσωτερικού της Πελοποννήσου ήταν στα χέρια των Ελλήνων και μπορούσαν να διαθέσουν δυνάμεις για τις πολιορκίες των παραλιακών κάστρων. Ήδη είχαν απελευθερωθεί η Μονεμβάσια και η Πύλος και ήταν από την αρχή του αγώνα λεύτερα το Γύθειο και η Καλαμάτα. Το μπαϊράκι με το μισοφέγγαρο κυμάτιζε μόνο σε Μεθώνη, Κορώνη, Πάτρα, Κόρινθο και Ναύπλιο.
 
Αποφασίστηκε η άλωση του Ναυπλίου κατά προτεραιότητα. Σχεδιάστηκε μια συντονισμένη επίθεση από στεριά και θάλασσα, η πρώτη στην ιστορία της νέας Ελλάδας. Όλα πήγαν στραβά. Ήταν 4 Δεκεμβρίου 1821. Τα πλοία λόγω άπνοιας δεν μπόρεσαν να προσεγγίσουν τα τείχη. Ο Νικηταράς, αξημέρωτα το πρωί, είχε προωθηθεί μέσα στη Φόσσα, την τάφρο που προστάτευε τις ανατολικές τάπιες . Οι σκάλες είχαν τοποθετηθεί. Όλα ήταν έτοιμα για την αναρρίχηση. Όμως ένα παλικάρι γλίστρησε και εκπυρσοκρότησε το όπλο του. Σήμανε συναγερμός στους Τούρκους και άρχισαν να πυροβολούν από όλα τα μέρη. Ο Νικηταράς τραυματίστηκε. Οι Τούρκοι κατεβάζουν την πόρτα στην Πύλη της Ξηράς και πραγματοποιούν έξοδο, καλυπτόμενοι από τα κανόνια των φρουρίων. Προσπαθούν να τον συλλάβουν ζωντανό. Οι συναγωνιστές του δίνουν ομηρική μάχη για να τον σώσουν.
 
Αιχμαλωτίζουν όμως έναν αγωνιστή από τον Κοσμά της Κυνουρίας, τον Αναγνώστη Γκεμπερή, τον σέρνουν μέσα στην πόλη και τον διαμελίζουν ζωντανό.

Η έξοδος των Τούρκων βρήκε φράγμα από τις τακτικές δυνάμεις που είχε οργανώσει ο Υψηλάντης. Εκεί, μπροστά από τη σημερινή Πυροσβεστική έγιναν επικές μάχες. Πολλοί φιλέλληνες άφησαν την τελευταία τους πνοή. Η μάχη ήταν αμφίρροπη. Τότε, ο Κολοκοτρώνης, ως από μηχανής θεός, επαναλαμβάνει την επίθεση στο Παλαμήδι. Οι Τούρκοι διακόπτουν την έξοδό τους, για να ανεβάσουν δυνάμεις πάνω στο κάστρο. Η μάχη τελειώνει άδοξα.

Μετά από αυτό, οι Έλληνες συνεχίζουν τον αποκλεισμό του Ναυπλίου, χωρίς να επαναλάβουν την επίθεση. Ο τραυματισμένος Νικηταράς αποκρούει μία ακόμη έξοδο των Τούρκων στα μέσα Δεκέμβρη. Όμως ο μακροχρόνιος αποκλεισμός φέρνει αποτελέσματα. Η πείνα παραλύει τις ενέργειες των πολιορκουμένων. Τον Μάϊο του 1822 αρχίζουν διαπραγματεύσεις παράδοσης. Συμφωνούν να παραδώσουν τα κάστρα και τη μισή περιουσία τους και να τους μεταφέρουν με Ελληνικά πλοία στην Μικρά Ασία.

Στις 19 Ιουνίου 1822 προς εκτέλεση των συμφωνηθέντων ανοίγει η πύλη της Ξηράς και μπαίνει μέσα στην πόλη αντιπροσωπεία. Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας με τον Παπαφλέσσα, ο Ι. Ορλάνδος εκ μέρους του Εκτελεστικού και έξι αντιπρόσωποι του Βουλευτικού. Σκοπός η καταμέτρηση της Τουρκικής περιουσίας. Συνοδεύονται από ένα άγημα 50 περίπου Κρανιδιωτών που αντικαθιστά την Τουρκική φρουρά στο Μπούρτζι και τους παραδίδονται πέντε παιδιά επιφανών Οθωμανικών οικογενειών ως ενέχυρο.

Η συμφωνία δεν τηρήθηκε. Ο Ορλάνδος διαφώνησε με τους άλλους για το μοίρασμα της περιουσίας και έφυγε. Τα πλοία στα οποία θα μπαρκάρανε οι Τούρκοι δεν εμφανίσθηκαν. Αντίθετα καταφθάνει απόσπασμα 50 Τούρκων ιππέων με επικεφαλής τον Αργείτη Αλή Πασά. Ανακοινώνει το ερχομό του Δράμαλη με 30.000 στρατό. Οι Τούρκοι συλλαμβάνουν τα μέλη της επιτροπής (μόνο ο Παπαφλέσσας πρόλαβε να διαφύγει). Και αρχίζουν αμοιβαίοι κανονιοβολισμοί μεταξύ της πόλεως και του φρουρίου Μπούρτζι.

Ο Δράμαλης ήρθε στο Ναύπλιο και έστησε το κεντρικό του στρατόπεδο στην Γλυκιά. Οι Έλληνες είχαν αποσυρθεί στους Μύλους. Τότε αναλαμβάνει πρωτοβουλίες ο Κολοκοτρώνης. Στέλνει τον Τσώκρη να κάψει τα γεννήματα από τον κάμπο και να μολύνει τα πηγάδια. Ανεβάζει τον Υψηλάντη στη Λάρισα του Άργους για να απασχολήσει τους Τούρκους. Και ο ίδιος πηγαίνει προς τα Δερβενάκια.
 
Το σχέδιο πέτυχε. Ο περήφανος στρατός των 30.000 ανδρών βρέθηκε περικυκλωμένος και πεινασμένος στην Αργολική πεδιάδα. Αποφασίζουν υποχώρηση στην Κόρινθο. Στα Δερβενάκια τους περιμένει ο όλεθρος. Ο Δράμαλης έντρομος αποφασίζει να γυρίσει στο Ναύπλιο. Μετά από δύο ημέρες επιχειρεί δεύτερη έξοδο, ακολουθώντας τον δρόμο από Προσύμνη, Λίμνες, Αγιονόρι. Με τα απομεινάρια του στρατού του κλείνεται στην Κόρινθο.

Οι Τούρκοι του Ναυπλίου συνέχισαν τον απελπισμένο αγώνα τους. Η τροφοδοσία τους γινόταν ολοένα και δυσκολότερη. Δυο φορές οι Τούρκοι της Κορίνθου τους έστειλαν περιορισμένες ποσότητες τροφίμων. Ο Τουρκικός στόλος, αν και έφθασε μέχρι τα ανοικτά της Καραθώνας, υποχώρησε άτακτα, φοβούμενος τη δράση των πυρπολικών.
 
Η πείνα μέσα στο Ναύπλιο έφτασε σε ανείπωτα επίπεδα. Μέχρι και επεισόδια κανιβαλισμού καταγράφηκαν μεταξύ των Οθωμανών. Η προσπάθεια των Τούρκων της Κορίνθου να διασπάσουν τον Ελληνικό κλοιό και να βοηθήσουν την έξοδο των εγκλωβισμένων ομοεθνών τους απέτυχε.

Στο τελευταίο αυτό διάστημα της πολιορκίας, οι Έλληνες είχαν προωθηθεί μέχρι την Άρια και την Αγία Παρασκευή. Οι πληροφορίες που συγκέντρωναν έδειχναν πως ήταν ζήτημα ημερών η κατάληψη εξ εφόδου του Παλαμηδιού. Την αρχηγία των πολιορκητών είχε αναλάβει ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος, μαζί με τον επικεφαλής του τακτικού στρατεύματος Ιταλό Φιλέλληνα Ντε Γκομπερνάτις.
 
Οι Τούρκοι στις 29 Νοεμβρίου του 1822 κάλεσαν γενική σύσκεψη όλους τους τζιδάρηδες των ταπιών του Παλαμηδιού και της πόλεως. Να παραδοθούν με ευνοϊκούς όρους ήταν το ζητούμενο. Ελάχιστες οι φωνές για συνέχιση της αντίστασης. Οι συζητήσεις τράβηξαν σε μάκρος και όσοι είχαν κατέβει από το φρούριο δεν μπορούσαν να επιστρέψουν.
 
Ήταν η ιστορική ευκαιρία. 70 παλικάρια με τον Σταϊκόπουλο γλίστρησαν μέσα στην ασέληνη νύχτα από την Αγία Παρασκευή. Μαζί δυο παράξενες φιγούρες. Ένας καλόγερος από το Άγιον Όρος και ένας βιολιτζής από το Άργος κουβαλώντας μία σκάλα και τέλος ένας γέρος μάστορας από το Κρανίδι, ο Σκρεπετός. Αυτός είχε δουλέψει μέσα στο κάστρο και ήξερε τα κατατόπια.

Πέπλο μυστηρίου καλύπτει το πρόσωπο του καλόγερου. Παφνούτιος το όνομά του. Έπαιξε σημαντικό ρόλο σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας και μετά χάνονται τα ίχνη του. Ο Αργείτης βιολιντζής, Πορτοκάλης το όνομά του, συνέχισε για πολλά χρόνια να ασκεί την τέχνη του στα πανηγύρια της περιοχής μας.

Με λίγα βήματα διαφορά πίσω από τον Σταϊκόπουλο, ερχόντουσαν οι τακτικοί του Ντε Γκομπερνάτις.
Η σκάλα στήθηκε στην Γιουρούς Τάπια. Ένα ναυτόπουλο από τις μαρτυρικές Κυδωνιές της Μικράς Ασίας, ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης σκαρφαλώνει. Βρίσκει έναν αποκαμωμένο από την πείνα φρουρό. Μόλις ο άλλος αντιλαμβάνεται τι γίνεται παραδίδεται. Δίνει το σύνθημα και ανεβαίνουν και οι άλλοι. Κατευθύνονται προς τις νότιες τάπιες για να καλύψουν τα νώτα τους. Τις καταλαμβάνουν με τον ίδιο τρόπο. Σειρά έχει το διοικητήριο, η Τζιδάρ Τάπια, γύρω από τον Άγιο Ανδρέα. Χωρίς να πέσει πυροβολισμός τελειώνει και αυτή η επιχείρηση. Παραμένει στα χέρια των εχθρών Η Μπαζιριάν Τάπια, ο μετέπειτα Μιλτιάδης. Εκεί εκδηλώνεται αντίσταση. Ο Σταϊκόπουλος τους προτείνει να φύγουν ανενόχλητοι με τα όπλα τους, τα πράγματά τους και με τις οικογένειές τους, που μερικοί τις είχαν ανεβάσει επάνω για να παίρνουν καλλίτερες μερίδες φαγητού. Δέχονται.

Αμέσως ο Σταϊκόπουλος διατάζει να γυρίσουν όλα τα κανόνια προς την πόλη του Ναυπλίου. Η ομοβροντία που ακολούθησε έστειλε το μήνυμα σε όλη την οικουμένη. ΤΟ ΠΑΛΑΜΗΔΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟ!

Την άλλη ημέρα καταφθάνει στο Παλαμήδι ο Κολοκοτρώνης. Στέλνει αυστηρό μήνυμα στους Τούρκους του Αναπλιού: Τα αφήνετε όλα, κινητή και ακίνητη περιουσία και όπλα. Με τα απαραίτητα ρούχα σας μόνο σας μπαρκάρουμε στα πλοία και φεύγετε για την Μικρά Ασία. Και αυτό έγινε…
Στα περήφανα κάστρα του Ναυπλίου υψώθηκε η Ελληνική σημαία…
 
Η τύχη των ηρώων όμως δεν ήταν η «σωστή». Ο Σταϊκόπουλος πέθανε φτωχός και τρελαμένος και κηδεύτηκε με δημόσιο έρανο των συντοπιτών του στο Ναύπλιο. Ο Κολοκοτρώνης σύρθηκε στις φυλακές. Ο Μοσχονησιώτης έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του στην Πρόνοια δουλεύοντας σαν λιμενεργάτης. Η επίσημη πολιτεία μπορεί να φάνηκε σκληρή. Ο λαός όμως τους αγάπησε, τραγούδησε την παλικαριά τους και τους περιέβαλε με σεβασμό.

Το Ναύπλιο στα Ελληνικά χέρια έγινε η «κιβωτός του Έθνους», αλλά και το μήλον της έριδος ανάμεσα στις διάφορες πολιτικές παρατάξεις. Στα κρίσιμα χρόνια 1825-1827, δεν ήταν απλά η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας. Ήταν το μόνο σταθερά ελεύθερο τμήμα, όπου συνέρρευσε πλήθος προσφύγων από όλα τα σημεία του Ελληνισμού, γιατί μόνον εδώ ένιωθαν ασφάλεια.

Το Ναύπλιο αποτελεί τη ζωντανή κιβωτό του Έθνους. Κάθε τάπια κάθε δρομάκι κάθε πλατεία «θυμίζει πως μια Ελλάδα ζωντάνεψε εδώ», για να θυμηθούμε τους στίχους από το Χαίρε Ανάπλι του Λέοντος Ρηγίδη.
ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ