SUPER MARKET ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΒΕΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ
ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ

Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2021

"Η θεία Μπέμπα" είναι εδώ... Γράφει ο Τόλης Κοΐνης

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 10:45:00 π.μ. | | | |
"Η θεία Μπέμπα είναι εδώ;" γράφει ο Τόλης Κοΐνης
Του Τόλη Κοϊνη

Έγινε το Σάββατο 16 Οκτωβρίου η παρουσίαση του μυθιστορήματος της κ. Ισμ. Μπάρακλη, η “θεία Μπέμπα”. Λόγω κορωνοϊού το παρουσιάσαμε υπαίθρια στην πλατεία “Τριών Ναυάρχων” μπροστά στο Δημαρχείο. 

Εκτός από τις ομιλίες η εκδήλωση συμπληρώθηκε από την ανάγνωση αποσπάσματος από το βιβλίο, από την κ. Μπάρακλη και προβολή διαφανειών με φωτογραφίες του Παλιού Ναυπλίου (από την ομάδα των “Παλαιών Φωτογραφιών του Ναυπλίου”).

Για ευρύτερη ενημέρωσή σας αναρτώ και την εισήγησή μου.

H ΘΕΙΑ ΜΠΕΜΠΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ

Ναύπλιο 1934… Μεσοπόλεμος; Χρονολογικά, ναι. Η κυρία Μπάρακλη όμως ανοίγει ένα παράθυρο… το σπίτι βλέπει στο λιμάνι… ο χρόνος αργεί να αλλάξει για την οικογένεια του κυρίου Βασιλάκη… Τα καΐκια αράζουν και ξεφορτώνουν, κάρα με άλογα πηγαινοέρχονται, ένα μουτζούρικο τρενάκι κάνει που και που εμφάνιση, λιμενεργάτες (χαμάληδες τους λέγαμε τότε) μεταφέρουν τα εμπορεύματα… πλοία πιο μεγάλα… τα φουγάρα τους εκσφενδονίζουν τουλίπες καπνού… τα βίντζια τρίζουν… φέρνουν ξυλεία, παίρνουν καπνά… ένα λιμάνι γεμάτο ζωή. Από το παράθυρο η θεία Μπέμπα, προσγειωμένη από τις αντιξοότητες της ζωής, αντιμετωπίζει την εικόνα με απόλυτο ρεαλισμό… φαινομενικά αφελής, στην ουσία παρατηρητικός επόπτης των πάντων.

Ναύπλιο 1934, εποχή ανακατατάξεων στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά μια παρατεταμένη μπελ επόκ έχει στοιχειώσει στην πόλη μας. Κάποτε υπερηφανευόμαστε ότι η γειτονιά του ΑγιοΝικόλα ήταν ένα μικρό Κολωνάκι. Η κυρία Μπάρακλη το αποδεικνύει μέσα από την Θεία Μπέμπα, που εργάζεται στο σπίτι του πλούσιου Ναυπλιώτη εμπόρου κυρ Βασιλάκη (δεν αναφέρει επώνυμο, για να μας κεντρίσει την περιέργεια ποιον είχε κατά νου)… Δεν είναι μόνον η κυρία που τακτοποιεί το σπίτι… τακτοποιεί όλα τα προβλήματα και όλα τα μυστικά της οικογένειας.

1935. Επιστροφή του Βασιλιά… η πλοκή συνεχίζεται ( το βιβλίο έχει τόσο γρήγορη πλοκή, που σε προκαλεί από την μία σελίδα να γυρίσεις γρήγορα στην επόμενη) … το εμπορικό κατάστημα του κυρ Βασιλάκη πηγαίνει καλά… η θεία Μπέμπα αναλαμβάνει το μεγάλωμα του μικρού γιού… η κυρία Ελπινίκη, η κυρά του σπιτιού, βλέπει την συλλογή της με τις καπελαδούρες, τις στολισμένες με φτερά να μειώνεται… η κακιά πραγματικότητα επιτίθεται στις αισθητικές της αντιλήψεις. Οι δυο κόρες της οικογένειας πηγαίνουν στο Γυμνάσιο … τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα δίνουν το παρόν… υπό το άγρυπνο βλέμμα της Μπέμπας… Ο κυρ Βασιλάκης προσπαθεί να τσιλιμπουρδίσει… πάλι το άγρυπνο βλέμμα της Μπέμπας, τα πανθ’ ορά.

Η κυρία Μπάρακλη, δεν βλέπει το Ναύπλιο μέσα από καρτ ποστάλ… τα δωματιάκια, οι σοφίτες, τα πλυσταριά παρουσιάζονται ρεαλιστικά δίπλα στα σαλόνια των σουαρέ… Το σπίτι έχει και την αθέατη πλευρά… η Ελένη η πλύστρα και ο Αντρέας ο σωφέρ… προμηθευτής και για κάθε μερεμέτι… Η Μπέμπα, παρατηρεί, βγάζει συμπεράσματα, και τηρεί τις αποστάσεις από τους συναδέλφους της. Αυτή δεν είναι κλητήρας ούτε παραδουλεύτρα είναι η μία και ανεπανάληπτη θεία Μπέμπα.

Ο καιρός αλλάζει. Σκουραίνουν τα πράγματα. Μια αναλαμπή ευμάρειας στα τελευταία προπολεμικά χρόνια. Παρόλο τον σκοτεινό διεθνή ορίζοντα, από το παράθυρο στην οδό Μπουμπουλίνας, βλέπει μια οικονομική ζωή να προχωράει δυναμικά. Ο κυρ Βασιλάκης, προσγειωμένος έμπορος έχει την δυνατότητα να δει πίσω από τις γραμμές των οριζόντων. Ο ήλιος μπορεί να κάνει την προδιαγεγραμμένη πορεία του από το Παλαμήδι μέχρι τα Αρκαδικά βουνά, όπως ξέρει να κάνει αιώνες τώρα, αλλά τα σύννεφα υπάρχουν.

Για την Μπέμπα το μόνο απρόοπτο δεν βρίσκεται στην διεθνή πολιτική σκηνή, αλλά σε ένα φαρμακείο της Πλατείας Συντάγματος. Ο κύριος Φώτης – κάποτε συμμαθητής της- της κάνει πρόταση γάμου. Αναπάντεχο γεγονός. Την βρίσκει απροετοίμαστη και …λιποθυμάει. Η θεία Μπέμπα είχε κάνει έναν γάμο σε μικρή ηλικία και είχε μείνει πολύ γρήγορα χήρα, να μεγαλώνει δυο παιδιά. Τα οικονομικά της δύσκολα. Η ίδια έχει ένα σπίτι κάπου στα σκαλιά… δύσκολα αναγνωρίσιμο το μέρος σήμερα με την μετατροπή των πάντων σε πανσιόν και ξενοδοχεία… κάποιοι παλιοί Ναυπλιώτες θα το εντοπίσουν αμέσως οι υπόλοιποι θα αφεθούν στις περιγραφές ενός φτωχόσπιτου από την κυρία Μπάρακλη… Το σπίτι μέσα στην υγρασία δεν χωράει τα παιδιά. Η ίδια με τις υπηρεσίες στον Βασιλάκη και την Ελπινίκη τους παρέχει μια επαρκή οικονομική κάλυψη. Τα φτερά τους όμως είναι μεγάλα και δεν χωρούν στο Αναπλάκι. Ανοίγονται. Ο ένας μπαρκάρει… Αργεντινή, Αμέρικα… ταξείδια που γεννούν γλυκά όνειρα στην θεία Μπέμπα. Ο άλλος σπουδάζει … Νομική στην Αθήνα… ακόμα πιο ευχάριστα τα όνειρα.

Η Μπέμπα προσγειώνεται στην δύσκολη πραγματικότητα του 20ου αιώνα με την περιπέτεια του μικρού της γιού. Μπλέκει. Αυτό το ρήμα τα λέει όλα. Μπλέκει στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά με μια κομμουνιστική γκρούπα… Καλόβολος άνθρωπος η Μπέμπα, αγαπητή σε όλους… βρίσκει βοήθεια ανέλπιστη… από έναν ξάδερφο μπακάλη στην Αθήνα, από τον κύριο Βασιλάκη και από τον αιώνια ερωτευμένο μαζί της φαρμακοποιό, τον Φώτη. Βρίσκουν τον μικρό και τον βοηθούν να διαφύγει… Η καλοσύνη της Μπέμπας προς όλους έχει κάνει το θαύμα της…

Η κυρία Μπάρακλη καταφέρνει στο μυθιστόρημά της να περιγράψει αυτή την πολιτική περιπέτεια χωρίς να περιπέσει στο λάθος επανάληψης στερεοτύπων, αλλά με συνεχείς, καθημερινές θα τις χαρακτήριζα, ανατροπές.

Όμως από τον δημόσιο βίο προσγειωνόμαστε στον ιδιωτικό. Χώρο όπου η Μπέμπα μεγαλουργεί. Εκεί που δημιουργεί μικρά θαύματα στην κουζίνα του σπιτιού, λύνει και μια σειρά ερωτικά προβλήματα. Τα κορίτσια είναι πια της παντρειάς. Και η παντρειά οδηγεί σε δυσεπίλυτες εξισώσεις. Μια κόρη καλής οικογενείας να θέλει να παντρευτεί έναν ποδοσφαιριστή; Αμαρτία μεγάλη για το Ναύπλιο του 1939. Η παρέμβασή της αποφασιστική. Ο έρωτας νικάει. Ο γάμος γίνεται. Κι ένας εγγονός συνονόματος του παππού προστίθεται στα πρόσωπα της οικογένειας.
 
Η Μπέμπα στην αρχή είναι θεία κατ’ απονομήν του τίτλου, όχι εξ αίματος. Όπως προσφωνούμε κάθε αγαπητή μας γυναίκα πιο μεγάλη από μας. Θεία την λέει ο μικρός Ντίνος, ο μπόμπιρας με την πρώιμη σπιρτάδα στο νου, που μεγαλώνει κάτω από την απόλυτη προστασία της. Θεία και τα κορίτσια. Σα να μας προετοιμάζει η κυρία Μπάρακλη για μια μεγάλη αποκάλυψη. Δεν θα αργήσει.

Ο πόλεμος του 40 ανατρέπει τα πάντα. Ο ευτυχισμένος προπολεμικός Αναπλιώτικος κόσμος σβήνει μέσα στις σειρήνες των συναγερμών και το τρέξιμο στα καταφύγια. (Παρενθετικά επισημαίνω ότι είναι η πρώτη γραπτή αναφορά που συναντώ στην ύπαρξη καταφυγίων στην πόλη μας. Η γνωστή φωτογραφία με το όρυγμα και τα παιδιά που σκάβουν στην πλατεία Συντάγματος είναι απλώς μια νύξη του όλου θέματος. Η κυρία Μπάρακλη αναφέρει σπηλιές του Παλαμηδιού που είχαν χρησιμοποιηθεί για προστασία από τους βομβαρδισμούς. Υπήρξαν και άλλα σε πιο ενδιαφέροντα σημεία).

Ο πόλεμος για την θεία Μπέμπα έχει τρία μέτωπα. Ο μικρός Ντίνος συμμετέχει στο κτύπημα της καμπάνας… επεξήγηση: Μετά από κάθε νίκη του στρατού στο Αλβανικό μέτωπο, χτύπαγαν καμπάνες χαρούμενες και νικηφόρες για να μάθει όλη η πόλη το χαρμόσυνο νέο. Είχαν δημιουργηθεί ειδικές ομάδες με πιτσιρικάδες από την νεολαία του Μεταξά εντεταλμένες σε αυτό το έργο.

Το δεύτερο μέτωπο είναι τραγικό. Ο γαμπρός του κυρ Βασιλάκη γυρίζει σακάτης με ξύλινο πόδι. Ο πόλεμος είναι σκληρός και απάνθρωπος. Ένας ποδοσφαιριστής με ξύλινο πόδι.

Το τρίτο είναι το κρυφό δράμα της θείας Μπέμπας. Τα παιδιά της κάπου στους ωκεανούς… χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας… η αγωνία της μάνας κορυφώνεται καθώς έρχονται ειδήσεις για υποβρύχια που τορπιλίζουν πλοία και θωρηκτά τσέπης που τα κουρσεύουν.

Όμως η θεία Μπέμπα κρατάει την ψυχραιμία της… Σε όλες τις δυσκολίες δεν πανικοβάλλεται… Το μόνο, που την κάνει να χάνει τα νερά της, είναι ο έρωτας του φαρμακοποιού… Αν και αρνήθηκε την πρόταση γάμου, δεν παύουν να βλέπουν με ερωτική διάθεση ο ένας την άλλη και αντιστρόφως. Τον Φώτη ο πόλεμος τον εγκλωβίζει στην Ιταλία. Πρόβλημα υγείας και παραμονή σε σανατόριο καθώς και μια πολύ καλή κληρονομιά, τον είχαν στείλει στο εξωτερικό. Από την Ιταλία καταφέρνει να βρεθεί στην ουδέτερη Ελβετία… Οι αποστάσεις όμως όσο μεγαλώνουν, ευθέως ανάλογα απογειώνουν και την ερωτική διάθεση τους. Η κυρία Μπάρακλη καταφεύγει με επιδεξιότητα στην επιστολική γραφή για να περιγράψει αυτό τον παράξενο, αλλά και φλογερό έρωτα.

Μετά τον πόλεμο, η Κατοχή. Απότομη προσγείωση από την εθνική ομοψυχία και τον κοινό νικηφόρο αγώνα στην Αλβανία… στην πάλη για επιβίωση στις πόλεις… Ο σωφέρ της οικογένειας αποδεικνύεται λούμπεν στοιχείο. Καρφώνει στους κατακτητές με εντελώς ψεύτικα στοιχεία τον κυρ Βασιλάκη. Είναι η εποχή που άνθρωποι του είδους του καταφεύγουν στην μαύρη αγορά εκμεταλλευόμενοι τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το νόμιμο εμπόριο. Προσδοκούν κοινωνική άνοδο πατώντας κυριολεκτικά επί πτωμάτων. Χαίρεται που το αφεντικό του, ένας ήρεμος και συντηρητικός έμπορος του Ναυπλίου, οδηγείται όμηρος στην Τρίπολη και γίνεται υποψήφιος για εκτέλεση.

Δεν είναι μακριά από την αλήθεια το περιστατικό. Ρουφιανιά και μαυραγοριτισμός ήταν τα πρώτα στάδια ενός μαζικού δωσιλογισμού που αναπτύχθηκε σε όλη την επαρχιακή Ελλάδα. Κάποιοι δρόμοι του Ναυπλίου φέρνουν σήμερα τιμητικά τα όνοματα αθώων συμπολιτών που εκτελέστηκαν άνανδρα από τους κατακτητές, θύματα κακόβουλων ψευδών καταγγελιών. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει η πόλη μας για αυτούς.

Η θεία Μπέμπα όμως δεν τον αφήνει έτσι. Ο σωφέρ διώχνεται από το σπίτι και η ίδια ανεβαίνει στην Τρίπολη να σώσει όπως μπορεί τον κύριο Βασιλάκη. Γεννιέται το ενδιαφέρον και η απορία πώς μια υπηρέτρια κάνει τέτοια θυσία για το αφεντικό; Την απάντηση μας την δίνει η κυρία Μπάρακλη … μέσα στις γραμμές της, διαβάζουμε την περιγραφή μιας σχεδόν μεταφυσικής ώθησης που κάνει την Μπέμπα να ψάξει, πριν φύγει, παλιά, ξεχασμένα μπαούλα, και να ανακαλύψει απόκρυφες σημειώσεις της γιαγιάς Βαρβάρας,… ανακαλύπτει πως δεν είναι η ίδια παιδί του ξυλουργού και της παραδουλεύτρας, που έμεναν σε ένα φτωχό σπιτάκι στις σκάλες… αλλά καρπός ενός πρώιμου και παράνομου έρωτα της μητέρας του κυρ Βασιλάκη. Είναι δηλαδή αδελφή του. Ενώ η γυναίκα του και οι κόρες του αδυνατούν να του προσφέρουν βοήθεια και ο γιός του είναι μικρός, η Μπέμπα φέρεται ως αδερφή και του προσφέρει κάθε βοήθεια… μέχρι την απελευθέρωσή του και την επάνοδό του στο Ναύπλιο.

Η κατοχή τελειώνει με μια ακόμη περιπέτεια. Η μικρή κόρη με μεγάλο ταλέντο στην ζωγραφική ερωτεύεται έναν Ιταλό αξιωματικό. Συμφορά που τους βρήκε τους ανθρώπους. Η οικογένεια αντιδρά ακαριαία. Την στέλνουν στην Αθήνα, να σπουδάσει στην Καλών Τεχνών. Η απόσταση και ο πόλεμος διακόπτουν το ειδύλλιο… Μετά από χρόνια τον ξαναβρίσκει πάνω σε ένα τρακτέρ… ένας χοντρός αγρότης μαζί με το παιδί του οργώνει το χωράφι κάπου στους λόφους της Τοσκάνης… εικόνα που αποτελειώνει αυτή την περιπέτεια και αφήνει την μικρή κόρη ελεύθερη να κάνει μεγάλη καριέρα στη ζωγραφική.

Το χάπι εντ απλώνεται σε τέσσερις μεταπολεμικές δεκαετίες. Η θεία Μπέμπα παντρεύεται τον φαρμακοποιό της πλατείας Συντάγματος. Ξαναστήνουν το φαρμακείο. Ζει πάρα πολλά ευτυχισμένα χρόνια. Τα παιδιά της της δίνουν και εγγόνια. Ο κυρ Βασιλάκης παίρνει σύνταξη, το εμπορικό στο Μεγάλο Δρόμο συνεχίζει την επιτυχημένη λειτουργία του… από ραδιόφωνα Φίλιπς έφτασε να πουλάει και τηλεοράσεις… το διευθύνουν η μεγάλη κόρη και ο ποδοσφαιριστής με το ξύλινο ποδάρι. Μέσα στους σωρούς ερειπίων η Ελλάδα επιζεί και προσπαθεί για το καλλίτερο.

Όμως κλείνει, η κυρία Μπάρακλη, με μια συγκινητική εικόνα… στο Νοσοκομείο του Ναυπλίου… μεγαλογιατρός φτασμένος στην Αθήνα ο μικρός γιός του κυρ Βασιλάκη, η μεγάλη συμπάθεια της θείας Μπέμπας, (Πασά μου τον ανέβαζε, χρυσό μου τον κατέβαζε)… Παρατάει τη δουλειά του και έρχεται, αφιερώνει μια ολόκληρη μέρα για να ακούσει το ανοιακό παραλήρημα της ετοιμοθάνατης Μπέμπας… 97 χρονών και είναι ακόμα η θεία Μπέμπα… Όχι μόνο της κλείνει τα μάτια, αλλά κάθεται και ένα δεκάλεπτο σιωπηλός δίπλα στο μόνο άνθρωπο που τον αγάπησε.
 
Η θεία Μπέμπα δεν υπάρχει πια στο Ναύπλιο, μένει αθάνατη στις σελίδες ενός καλογραμμένου μυθιστορήματος.
 
Όσοι είχαμε την τύχη να ζήσουμε στην πόλη αυτή τη μετάβαση από το Ναύπλιο, του λιμανιού και των φουγάρων, στο Ναύπλιο των πανσιόν και των σουβλατζίδικων, αναπολούμε την παλιά εποχή. Αυτή η αναπόληση μας μετατρέπει σε ευήκοους δέκτες της διήγησης της κ. Μπάρακλη. Διαβάζοντας σκηνές, που πολύ πιθανά να είχαμε ζήσει, συγκινούμαστε… ξαναφέρνουμε στο νου, ψυχοκόρες, παραδουλεύτρες, οικονόμες, πλύστρες… τη Φωτεινή, την Όλγα (και οι δύο είχαν παράθυρα που έβλεπαν στην οδό Μπουμπουλίνας)… αυτές ήταν οι ψυχές κυριολεκτικά των πλούσιων σπιτιών που εργάζονταν.

Για τους νεότερους είναι μια πρόκληση… Το παιδί της σημερινής τεχνολογικής προόδου θα ξαφνιαστεί με το κάρβουνο στο σίδερο… (Όλα τα ραφεία, μέχρι περίπου το 1970, είχαν και μαγκάλι για να ετοιμάζουν τα κάρβουνα που έβαζαν σε κάτι τεράστια σίδερα για να γίνουν τα ρούχα κολλαριστά…) Το παιδί δύσκολα θα καταλάβει ότι κάποτε πλένανε τα ρούχα στη σκάφη με το χέρι… και τι σήμαινε αυτό για μια πολυμελή οικογένεια. Μια ζωή χωρίς να υπάρχουν θερμοσίφωνες και πλυντήρια ξαφνιάζει… όμως πριν από 60 χρόνια ήταν ακόμα μια πραγματικότητα στην πόλη μας.
 
Ο μόνος που δικαιούται να έχει παράπονο από το βιβλίο της κ. Μπάρακλη είναι ο Όθωνας. Αν και αναφέρει ευτράπελα επεισόδια με τον πρώτο βασιλιά και την γιαγιά Βαρβάρα… Όλα τα σπίτια που έχουν παράθυρα στην οδό Μπουμπουλίνας, όπως αυτό που εκτυλίσσεται η ιστορία της θείας Μπέμπας, δεν έχουν πόρτες σε αυτό το δρόμο, αλλά στον αμέσως παράλληλο, την οδό Όθωνος… Δεν υπάρχει σπίτι που να έχει διεύθυνση οδός Μπουμπουλίνας, αριθμός τάδε, Ναύπλιον 21100, μόνο καταστήματα!!!! Άρα μας χρωστάει και ένα ακόμα μυθιστόρημα με Αναπλιώτικο θέμα… Η ιστορική ενορία του Αγίου Νικολάου, ο Αιγιαλός των παλαιών συμβολαίων, το μικρό Κολωνάκι για τους παραδοσιακούς ενοίκους, δίνει μια ανεξάντλητη θεματολογία… η ευφάνταστη και καλογραμμένη προσέγγιση από την κυρία Μπάρακλη είναι σίγουρη.
Το περιμένουμε.
ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΜΕΡΑΚΛΙΔΙΚΟ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ