ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ
ΛΟΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2022

Οι χειμερινοί κολυμβητές διώχνουν τα φαντάσματα του παρελθόντος στην Αρβανιτιά του Ναυπλίου

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 12:53:00 μ.μ. | | |
Μπάνιο
Της Νατάσσας Μπλάτσιου

Γύρισαν σπίτι τους οι τουρίστες και η πολύβουη παραλία της Αρβανιτιάς, που ασφυκτιά το καλοκαίρι από τον κόσμο, έχει επιστρέψει στους ρυθμούς της μικρής πόλης του Ναυπλίου. Στους ανθρώπους της. Στους χειμερινούς κολυμβητές, που ξέρουν πιο καλά από όλους ότι μέχρι τα Χριστούγεννα, αν δεν πιάσει κανένα μεγάλο κρύο, τα νερά παραμένουν ζεστά.

Είναι από αυτά τα μέρη που όλοι συμφωνούν πως «κάτι» έχει, μια «ενέργεια». Αν έμπαινε σε λέξεις η υπερβατική αυτή ερμηνεία του τοπίου, θα λέγαμε πως πρόκειται για ένα μέρος όπου, καθώς κολυμπάς, δεν μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου από τις κάθετες πλαγιές του βράχου της Ακροναυπλίας.

Θέλοντας και μη, ακολουθείς νοερά τη διαδρομή των λαξευμένων σκαλιών που αγκαλιάζουν το Παλαμήδι. Κοντοστέκεσαι σε κάθε σχισμή και πέτρα που έγιναν μάρτυρες αιματηρών συγκρούσεων. Την ίδια στιγμή, αυτή η σκέψη των βασανισμένων φαντασμάτων δεν σε αγγίζει τόσο. Κολυμπάς στον ακύμαντο Αργολικό κόλπο. Το νερό εξαγνίζει τις αγριότητες.

Εκείνη, κάθε πρωί η ώρα 9 π.μ., έχει κατέβει τα σκαλιά από την είσοδο της παραλίας της Αρβανιτιάς και κατευθύνεται αριστερά, στην τσιμεντένια εξέδρα όπου μαζεύεται ο θαυμάσιος μικρόκοσμος των κολυμβητών. Ανταλλάσσει καλημέρες. Κοντοστέκομαι στην άκρη και την παρατηρώ. Σήμερα είναι ομολογουμένως για όλες μας μια μέρα ξεχωριστή. Τρεις γενιές μαζί: γιαγιά, μαμά και εγγονές. Πρώτη φορά μετά την πανδημία. Τις βάζω να ποζάρουν με φόντο τη θάλασσα και τραβάω μια αναμνηστική φωτογραφία. Δύο χρόνια στο κάδρο αποτυπώνω εισόδους σπιτιών, πεζοδρόμια, μπαλκόνια και μασκοφορεμένα πρόσωπα. Κοιτάζω την οθόνη. Ζουμάρω. «Κοίτα τι όμορφο χαμόγελο που έχει η μητέρα σου, Τσουκαρέλα*», μονολογώ. Για να είμαι ειλικρινής, δεν το είχα προσέξει ποτέ. Είναι τα λεγόμενα «δώρα» της πανδημίας, που, όπως όλα τα τραυματικά γεγονότα, σου επιτρέπουν να κάνεις απολογισμούς. Πόνεσε αυτός ο αποχωρισμός. Τώρα που οι γονείς μεγάλωσαν και ήρθε η ώρα να επιστρέψεις τη φροντίδα που πήρες, δειλιάζεις ακόμα και να τους πλησιάσεις. Στιγμές λεπτές. Σώματα εύθραυστα.

Δύο κύριοι κάποιας ηλικίας κάνουν ασκήσεις. «Σκοτωμένη τη βλέπω», λέει ο ένας. «Μια χαρά είναι. Μπες», λέει ο άλλος. Η επτάχρονη Τζίνα τούς κοιτάζει παραξενεμένη και αντιγράφει κι αυτή τις ασκήσεις, σαν να είναι κάποιο τελετουργικό. Της κάνω νοήματα να σταματήσει, μη νομίσουν ότι τους κοροϊδεύει. Η εντεκάχρονη Ρόσα ήταν να μη δει κινητό, το έχει ρίξει στις σέλφι αντιγράφοντας κινήσεις από τα αγαπημένα της κορεατικά συγκροτήματα. Της το αρπάζω από το χέρι. «Έλεος πια!» της φωνάζω. «Άσε τα παιδιά» με παραμερίζει η γιαγιά τους και τις παίρνει από το χέρι να μπουν στη θάλασσα.

Σαν να μην πέρασε ώρα από το τελευταίο μπάνιο του Αυγούστου, τα κορίτσια πέφτουν στο νερό χωρίς δεύτερη σκέψη. Εγώ ούτε το δακτυλάκι μου δεν βάζω. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανατριχιαστικό από το θαλασσινό νερό που πάει να δροσίσει. Το ακύμαντο μπλε στιγματίζεται από κεφαλάκια κολυμβητών που κινούνται νωχελικά στον ορίζοντα. Κι όλα θα έμοιαζαν με πίνακα ρομαντικής ζωγραφικής εάν η Τζίνα και η Ρόσα δεν είχαν έρθει για να ταράξουν, κυριολεκτικά, τα νερά. Η Τζίνα δεν σταμάτα να μπαινοβγαίνει από τη μικρή σκαλίτσα στην εξέδρα. Ανοίγει τα χέρια της με περίσσιο στιλ για βουτιά με το κεφάλι, αλλά καταφέρνει να πέφτει μόνο με την κοιλιά. Μόλις βγάλει το κεφάλι από το νερό και πάρει ανάσα, κάνει δύο απλωτές, στην τρίτη αρχίζει να βυθίζεται. Ψάχνει απελπισμένη το πρώτο χέρι που θα βρει μπροστά της για να κρατηθεί ‒γνωστού, αγνώστου δεν την πειράζει‒ και συνεχίζει για άλλες δύο απλωτές μέχρι να εξαφανιστεί πάλι κάτω από το νερό. Καρφί δεν της καίγεται που οι ηλικιωμένοι θέλουν τον χρόνο τους για να μπουν στο νερό από τη μικρή σκάλα, τους προσπερνάει με το λεπτοκαμωμένο ευέλικτο σώμα της και ξεκινάει πάλι από την αρχή: βουτιά, απλωτή, βύθισμα… Φέτος έμαθε να κολυμπάει και ακόμα η βαρύτητα αποδεικνύεται πιο ισχυρή από τη νέα της ικανότητα.

Την ίδια ώρα, η εντεκάχρονη Ρόσα προσπαθεί να αποδείξει στον περίγυρο ότι άξιζε όλες τις διακρίσεις της στους κολυμβητικούς αγώνες που πήρε μέρος φέτος το καλοκαίρι και κολυμπάει σε όλα τα μήκη και πλάτη της παραλίας και σε όλα τα στιλ, πετώντας νερά σε καλοχτενισμένα κεφάλια, μουσκεύοντας καπέλα και λούζοντας φαλάκρες.

Θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί, έχω ήδη σηκωθεί όρθια και μοιράζω παρατηρήσεις, όταν η γιαγιά πετάγεται έξω από το νερό σαν σίφουνας και με καθίζει κάτω κλείνοντάς μου το στόμα. «Παιδιά είναι!» μου λέει αυστηρά. Μπορεί αυτή να είναι γιαγιά και να φουσκώνει σαν το παγόνι, κάνοντας τις χαριτωμένες επιτυχίες των εγγονών της και δικές της, αλλά κι εγώ είμαι το δικό της παιδί. «Εάν τα έκανα εγώ αυτά, θα μου είχες αστράψει ένα χαστούκι μπροστά σε όλο τον κόσμο!» της ανταπάντησα θυμωμένα. «Λάθος θα έκανα», μου χαμογέλασε γλυκά.

Υπάρχει μια στιγμή, αυτή η στιγμή, που ονειρεύεται κάθε παιδί, όσο χρονών κι αν έχει φτάσει. Είναι η στιγμή που ο γονιός παραδέχεται το λάθος του. Ήταν σαν να περίμενα αυτή τη μικρή κουβέντα όλη μου τη ζωή. Πως η αυστηρότητα με την οποία με μεγάλωσε και τώρα εφαρμόζω, αντιγράφοντάς την, στις κόρες μου ήταν ένα λάθος.

Σαν να είχα μυωπία και έβαλα γυαλιά, βλέπω ήδη τα πράγματα με άλλη διαύγεια. Παρατηρώ. Ξανακοιτάζω. Μήπως δεν είναι και τόσο αγενείς τελικά; Να η Ρόσα κάθε δύο δρασκελιές φωνάζει μέσα από το νερό «συγγνώμη!» και η Τζίνα σκάει χαμόγελα κάθε φορά που πέφτει κατά λάθος σε κάποιον από τη βιασύνη της. Σηκώνομαι να βοηθήσω έναν κύριο που η Τζίνα έχει αρπάξει από το χέρι. «Μια χαρά τα πάμε εμείς», με παραμερίζει, «να μόνο που τρέμουμε», μου λέει. «Κρυώνετε, να φέρω πετσέτες;» ρωτάω με αφέλεια. «Όχι, φοβόμαστε που φωνάζετε», μου λέει και ξεκαρδίζονται μαζί με την Τζίνα στα γέλια.

Νιώθω ευγνωμοσύνη. Μια μικρή διαγενεαλογική μάχη κερδήθηκε. Δεν είμαι μόνο ό,τι έμαθα. Μπορώ να γίνω και κάτι άλλο. Η ελπίδα ότι αυτή εδώ, η νέα γενιά, θα τα πάει καλύτερα από έμενα και τους προγόνους της μόλις γεννήθηκε.

* «Τσούκα» στη γλώσσα των Βλάχων της Ηπείρου σημαίνει «κορυφή». Η Τσουκαρέλα (2.295 μ.), η Τσούκα Ρόσα (1.987 μ.) και η Τσούκα Τζίνα (1.833 μ.) είναι τρεις κορυφές των βουνών της Πίνδου με βοσκότοπους, ορεινές διαδρομές και περιπάτους που αξίζει κανείς να ανακαλύψει. 

◆ Η Αρβανιτιά είναι η πιο κοντινή και οργανωμένη παραλία στην πόλη του Ναυπλίου και βρίσκεται μεταξύ του κάστρου Παλαμηδίου και της βραχώδους χερσονήσου της Ακροναυπλίας. Το δρομάκι που οδηγεί από τον παραλιακό δρόμο της ιστορικής πόλης μέχρι την παραλία ονομάζεται «ο γύρος της Αρβανιτιάς». Ο περίπατος αξίζει τον κόπο, αλλά τα τελευταία χρόνια η πρόσβαση είναι κλειστή λόγω κατολισθήσεων. Αντ’ αυτού μπορεί κανείς να περπατήσει από την παραλία της Αρβανιτιάς μέχρι την επόμενη παραλία, την Καραθώνα, μια εξίσου όμορφη διαδρομή.

◆ Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, η παραλία ονομάστηκε Aρβανιτιά από τη μεγάλη σφαγή των Αλβανών το 1779. Οι Αρβανίτες που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή με προτροπή των Τούρκων, για να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες, έγιναν στη συνέχεια ανεπιθύμητοι. Ο Καπετάν Πασάς τους παραπλάνησε, τους ανέβασε στον Προμαχώνα Θεμιστοκλή του Παλαμηδίου και τους έριξε στη θάλασσα. Στην πραγματικότητα, το όνομά της το πήρε από τους Αρβανίτες που κατοικούσαν σε αυτό το κομμάτι της πόλης.
 
◆ Η ζωντανή κοινότητα των χειμερινών κολυμβητών είναι εκεί όλες τις εποχές του χρόνου και αριθμεί πάνω από 150 μέλη. Σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν αντίστοιχοι σύλλογοι. Εάν κανείς θέλει να καθιερώσει τα θαλασσινά μπάνια τον χειμώνα, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα είναι μόνος.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην kathimerini.gr
ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ