ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΤΙΑΣΗΣ
ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
ΕΙΔΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ
ΛΟΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΘΕΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Ένα καράβι γεμάτο πυρίτιδα στον Αργολικό κόλπο το 1822 (γράφει ο Αντώνης Ξυπολιάς)

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ | 6:41:00 μ.μ. | | |
Τρικάταρτο πλοίο
Ο πρώτος χρόνος του Αγώνα της Ελευθερίας του 1821, παρά τις σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες, ανέδειξε τις σοβαρές οικονομικές και διοικητικές αδυναμίες, καθώς και τις ελλείψεις σε τρόφιμα και πολεμοφόδια.

Τον Μάρτιο του 1822, η Κεντρική Διοίκηση Πελοποννήσου, γνωστή ως Πελοποννησιακή Γερουσία, αποφάσισε για πρώτη φορά την αγορά μιας μεγάλης ποσότητας πυρίτιδας, 10.000 οκάδων, από την Αγγλία. Από αυτές, οι 6.500 οκάδες ήταν ψιλή και προορίζονταν για τουφέκια, ενώ οι 3.500 οκάδες ήταν χονδρότερη για κανόνια. Η συμφωνία έγινε με τον έμπορο Γεώργιο Γαλάτη, με τιμή 8,25 γρόσια ανά οκά, ενώ η πληρωμή συμφωνήθηκε να γίνει κατά την παράδοση, με το μισό ποσό σε γρόσια και το υπόλοιπο σε λάδι ποιότητας «λαμπάντε μερκαντίλε». Για τη συγκέντρωση της ποσότητας του λαδιού ανέλαβε ο βουλευτής Πραστού, Γιαννούλης Καραμάνος, από την περιοχή του Λεωνιδίου, ο οποίος έπρεπε να το παραδώσει σε ξύλινα βαρέλια των 48 οκάδων.

Η παράδοση του φορτίου της πυρίτιδας είχε αρχικά προγραμματιστεί για την 1η Ιουνίου 1822 στην «σκάλα του Άστρους», αλλά για στρατηγικούς λόγους αποφασίστηκε τελικά να πραγματοποιηθεί στους Μύλους. Η συμφωνία της 31ης Μαρτίου 1822 στην Τρίπολη προέβλεπε και την άμεση παράδοση, ως προκαταβολή, 2.000 οκάδων, τις οποίες μετέφερε άμεσα ο Γαλάτης από την Ύδρα στους Μύλους.

Στα μέλη της Πελοποννησιακής Γερουσίας ανήκαν και οι εκπρόσωποι των επαρχιών Ναυπλίου, Άργους και Κρανιδίου: Αναγνώστης Αναστασόπουλος (από το Λυγουριό), Χαράλαμπος Περρούκας και Αναγνώστης Ζέρβας, αντίστοιχα.

Τα Σύνθετα Προβλήματα


Στις 10 Μαΐου 1822, η Πελοποννησιακή Γερουσία, υπεύθυνη για την είσπραξη των φορολογικών εσόδων από τις επαρχίες, κατέθεσε στο Εθνικό Ταμείο το ποσό των 52.000 γροσίων για να καλύψει τις άμεσες ανάγκες του ελληνικού στόλου. Παράλληλα, ενημέρωσε τον υπουργό Οικονομίας ότι θα διατηρούσε στο ταμείο της 30.000 γρόσια για την πληρωμή του σιταριού 5.000 κοιλών* από την Ισπανία, το οποίο είχε ήδη φτάσει στο Νεόκαστρο και προοριζόταν για τις πολιορκίες της Πάτρας και του Μοθωκόρωνα, καθώς και για την πληρωμή της πυρίτιδας από την Αγγλία. Οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες και το ταμείο της Κεντρικής Διοίκησης Πελοποννήσου παρέμεινε άδειο.

Δέκα ημέρες αργότερα, τέσσερις Γερουσιαστές (Γρηγόριος Δικαίος, Αναγνώστης Ζέρβας, Αναγνώστης Αναστασόπουλος και ο πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, δεσπότης Βρεσθένης Θεοδώρητος) ορίστηκαν μαζί με βουλευτές για να διαπραγματευτούν με τους Τούρκους του Ναυπλίου την παράδοση του Μπούρτζι. Σύμφωνα με το ιδρυτικό κείμενο της Γερουσίας, «η Πελοποννησιακή Γερουσία συνάπτει συνθήκες με τους εντός της πατρίδας εχθρούς, έως ότου συσταθεί η εθνική βουλή. Όταν, δε, συσταθεί η εθνική βουλή, κάθε συμφωνία πρέπει να επικυρώνεται από αυτήν—την Πελοποννησιακή Γερουσία» [Κεφ. Γ, ις’].

Στις αρχές Ιουνίου, οι Γερουσιαστές μετακινήθηκαν από την Τρίπολη στην Άρεια, όπου ενημερώθηκαν άμεσα για τις στρατιωτικές συνθήκες της πολιορκίας του Ναυπλίου και εγκαταστάθηκαν σε ένα κονάκι στον Μερζέ (Εξώστη). Εκεί ήρθαν άμεσα αντιμέτωποι με μια σειρά από σύνθετα προβλήματα, που έχρηζαν λύσης , όπως η εξεύρεση χρημάτων , η οργάνωση της είσπραξης των εθνικών δικαιωμάτων (φορολογικών εσόδων) από περιοχές της Πελοποννήσου όπου υπήρχαν τεράστιες δυσκολίες και κυρίως σε απομακρυσμένα χωριά, καθώς και η προετοιμασία της εκστρατείας στην Ανατολική Ελλάδα και η εξασφάλιση αναγκαίων πολεμοφοδίων.

Στις 7 Ιουνίου, με θέσπισμα του Βουλευτικού και διάταγμα του Εκτελεστικού, η Πελοποννησιακή Γερουσία όρισε τους αρχηγούς των επαρχιών που θα συμμετείχαν στην εκστρατεία στην Ανατολική Ελλάδα. Ο Παπαφλέσσας ορίστηκε επικεφαλής 500 ανδρών από την επαρχία Λεονταρίου, ο Χαράλαμπος Περρούκας 500 ανδρών από την επαρχία Άργους, ο Αναγνώστης Αναστασόπουλος επικεφαλής 200 ανδρών από την επαρχία Ναυπλίου, και ο Αναγνώστης Ζέρβας 100 ανδρών από την Ερμιονίδα. Η διάρκεια της εκστρατείας ήταν προγραμματισμένη για τρεις μήνες. Κάθε αρχηγός έπρεπε να επιλέξει τους άνδρες του, αλλά λόγω των συνθηκών και των περιορισμένων μέσων επικοινωνίας και πληροφόρησης, η οργάνωση της στράτευσης από κάθε χωριό ήταν εξαιρετικά δύσκολη, ιδίως για τον υπεύθυνο αρχηγό των αρμάτων της κάθε επαρχίας. Τελικά, η Διοίκηση δεσμεύτηκε να χορηγεί 60 οκάδες σιταριού ανά μήνα στην οικογένεια κάθε στρατιώτη και για τρείς μήνες.

Η Άφιξη της Πυρίτιδας


Κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο, το πλοίο Adolfo, υπό αγγλική σημαία και με Ιταλό καπετάνιο, έφτασε στο Άστρος φορτωμένο με πυρίτιδα. Επειδή δεν βρέθηκε αρμόδιος να παραλάβει το φορτίο, το πλοίο συνέχισε για τους Μύλους. Ο Γαλάτης πήγε αμέσως στο κονάκι του προέδρου της Πελοποννησιακής Γερουσίας, στο Μερζέ, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι η πληρωμή για την πυρίτιδα θα γινόταν άμεσα.

Ωστόσο, όταν επέστρεψε στο πλοίο, ενημερώθηκε ότι οι άνδρες του, που είχαν σταλεί στο Λεωνίδιο για τη μεταφορά του λαδιού, είχαν διωχθεί βίαια από τους κατοίκους της περιοχής. Επικράτησε έντονη αναστάτωση. Την ίδια νύχτα, υπό το φως του λυχναριού, ο Γαλάτης έγραψε επείγουσα επιστολή στον δεσπότη Βρεσθένης, καταγγέλλοντας τα γεγονότα, την αθέτηση της συμφωνίας και τους κινδύνους που συνόδευαν το φορτίο. Στην επιστολή του ανέφερε και την παρουσία εκείνη τη νύχτα στους Μύλους του «κύρ Αναγνώστη» Αναστασόπουλου.

Το πρωί της επόμενης ημέρας, 8 Ιουνίου 1822, οι τέσσερις Γερουσιαστές — Βρεσθένης, Παπαφλέσσας, Ζέρβας και Αναστασόπουλος — πήγαν στο Άργος για να διαπραγματευτούν με τον υπουργό Οικονομίας, Παναγιώτη Νοταρά, προτείνοντας λύσεις για την αγορά της πυρίτιδας. Παρά τις προσπάθειές τους και την ένταση, η διαπραγμάτευση απέβη άκαρπη, καθώς τα χρήματα δεν υπήρχαν.

Την ίδια ημέρα, οι Γερουσιαστές έστειλαν έγγραφο «από την πολιορκία του Ναυπλίου» προς τον υπουργό Οικονομίας, τονίζοντας : «Ημείς, όντες εδώ και επιφορτισμένοι με την εξοικονόμηση των αναγκαίων για την καθ' ήπειρον εκστρατεία πολεμοφοδίων, καταντήσαμεν τελικά σε αμηχανία και απορούμεν πού να αναδράμωμεν» .

Οι οικονομικές δυσχέρειες αποκάλυπταν και τις διοικητικές δυσαρμονίες . Λίγες ημέρες πριν, η Διοίκηση είχε καλέσει σε απολογία τον Αναγνώστη Αναστασόπουλο για όσα είχε πει για τον υπουργό Οικονομίας,σχετικά με την διαχείριση των εσόδων της επαρχίας Ναυπλίου. Τώρα, οι τέσσερις Γερουσιαστές έγραφαν: «Ημείς κατά πυρ και η Διοίκησις μένει πάντα ελευθέρα ως εν καιρώ πράξασα τα καθήκοντα».

Οι Γερουσιαστές ζήτησαν χρήματα από τους εφόρους των Καλαβρύτων, του Πύργου και του Μυστρά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι, αναγκάστηκαν να αγοράσουν το μισό φορτίο πυρίτιδας από το πλοίο του Γαλάτη, καταβάλλοντας έναντι το ποσό των 6.401 γροσίων και μια ποσότητα λαδιού. Ο έμπορος τους παρέδωσε το μισό φορτίο και διαμαρτυρήθηκε έντονα στο Βουλευτικό και στον υπουργό Πολέμου Ι. Κωλέτη.

Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Την ίδια περίοδο, το Εκτελεστικό διέταξε την καταβολή 15.000 γροσίων από τα αναμενόμενα έσοδα της Καρύτενας στους εκπροσώπους της Δημητσάνας, οι οποίοι είχαν ήδη διαθέσει από τον Μάιο του 1821 σημαντικές ποσότητες πυρίτιδας και μολυβιού στον Αγώνα (21.000 οκ. πυρίτιδας και 15.000 οκ. μολύβι), χωρίς να έχουν λάβει καμία πληρωμή μέχρι τότε.

Στο Μπούρτζι

Στις 13 Ιουνίου 1822, οι πληρεξούσιοι Βουλευτές και Γερουσιαστές, συνοδευόμενοι από φρουρά, εισήλθαν στο Ναύπλιο για να διαπραγματευτούν με τους Τούρκους σχετικά με την παράδοση του φρουρίου Μπούρτζι. Σε ένα έγγραφο, το πρώτο από το ελεύθερο «Καστέλλι Ναυπλίου», οι Γερουσιαστές Γρηγόριος Δικαίος, Χαράλαμπος Περρούκας και Αναγνώστης Αναστασόπουλος, καθώς και οι Βουλευτές Ιωάννης Βαρβάτης και Πολυχρόνης Τζανέτου, ενημέρωναν τον Υπουργό Οικονομίας ότι είχε βρεθεί ποσότητα λαδιού από το Κρανίδι και τυρί από το Άστρος, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν για την πληρωμή του Γαλάτη.

Ωστόσο, σε νέα επιστολή τους, οι Γερουσιαστές ενημέρωναν τον Υπουργό ότι η ποσότητα του λαδιού στο Κρανίδι ήταν μόλις 150 μπότσες, αντί των 500 που είχαν πληροφορηθεί αρχικά, ενώ η ποσότητα του τυριού από το Άστρος δεν ήταν διαθέσιμη. Αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες, οι Γερουσιαστές κατέβαλαν στον Γαλάτη μία συναλλαγματική, με λήξη στις 22 Ιουλίου, για ποσό 9.000 γρόσια.

Σε νέα τους επιστολή προς τον Υπουργό Νοταρά, οι Γερουσιαστές τον ενημέρωναν ότι η καθυστέρηση στην αποπληρωμή είχε προκαλέσει την επιβολή ποινικής ρήτρας 40 τάληρων την ημέρα, επιβαρύνοντας την Πατρίδα με περίπου 10.000 γρόσια για τις 33 ημέρες καθυστέρησης. Παράλληλα, ανέφεραν ότι ο Γαλάτης επικαλείτο «την αγγλική βοήθεια, η οποία ήταν υπό την προστασία της Βρετανίας».

Η αναφορά στην αγγλική βοήθεια εντάσσεται στη διπλωματική κινητικότητα της εποχής. Στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών των μεγάλων δυνάμεων, που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο στις 24 Απριλίου 1822, συζητήθηκε ο περιορισμός της Τουρκίας, η «ενωμένη Ευρώπη» και για πρώτη φορά η «νέα Ελλάδα». Από τα πρακτικά διαβάζουμε: «Αι μεγάλαι δυνάμεις θέλουν συνέλθει πριν του Σεπτεμβρίου μηνός, δια να σκεφθούν περί του σχήματος και των ορίων της νέας των Ελλήνων Αυτοκρατορίας», [για το δικό τους φυσικό όφελος]. Η Ελληνική Επανάσταση πλέον είχε ενταχθεί στον διεθνή γεωπολιτικό χάρτη, κάτι που ήταν σε γνώση των Ελλήνων αξιωματούχων.

Η Κάθοδος του Δράμαλη


Στις 3 Ιουλίου 1822, η εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη, αποτελούμενη από 500 έφιππους, πέρασε τα Δερβένια και κατευθύνθηκε προς το Ναύπλιο. Ο Ρήγας Παλαμήδης, αρχηγός στρατιωτών από την Τριπολιτσά που κατευθύνονταν προς την Ανατολική Ελλάδα, συνάντησε τους Τούρκους στα Χάνια και οπισθοχώρησε στη θέση «Αέρας». Όπως περιέγραφε και ο Αναστασόπουλος με τη στρατιωτική δύναμη της επαρχίας Ναυπλίου: « όθεν οπισθοδρομήσαμε εισβαλλόντων των εχθρών…».

Η είδηση της προέλασης των Τούρκων ανάγκασε τους Έλληνες πληρεξούσιους στο Ναύπλιο, οι οποίοι εκείνη τη στιγμή κατέγραφαν την κινητή περιουσία των Τούρκων, να μαζέψουν βιαστικά τα «καλαμάρια» τους και να απομακρυνθούν. Αντίθετα, οι Τούρκοι, χωρίς καμία διάθεση για συνθηκολόγηση, αιχμαλώτισαν κάποιους γραμματείς και, ενθαρρυμένοι από την πρόοδό τους, έβαλαν σε χρήση ένα κανόνι από το φρούριο της πόλης, το οποίο συνέχισε να πλήττει τις ελληνικές θέσεις. Στην εμβέλεια του κανονιού βρισκόταν και το πλοίο με την πυρίτιδα στους Μύλους.

Ο Γαλάτης, πληροφορημένος και για την έξοδο του εχθρικού στόλου από τα Δαρδανέλια, αποφάσισε να φύγει στις 13 Ιουλίου με κατεύθυνση τη Μήλο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, το πλοίο υπέστη ζημιές λόγω κακοκαιρίας, με αποτέλεσμα να μετακινηθεί το φορτίο και να χυθεί η ποσότητα του λαδιού που είχε λάβει ως μέρος της πληρωμής για την πυρίτιδα στη θάλασσα.

Μετά από μια περιπετειώδη διαδρομή και αφού απέφυγε την "εχθρική φλότα", το καράβι έφτασε τελικά στη Μήλο. Εκεί, ο Γαλάτης διαμαρτυρήθηκε έντονα κατά της Διοίκησης με νέα καταγγελία, διεκδικώντας αποζημιώσεις για τις ζημιές και τα διαφυγόντα κέρδη του. Απευθύνθηκε στην αγγλική καγκελαρία της Μήλου, ζητώντας και την πώληση της πυρίτιδας που είχε στο πλοίο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Τις ίδιες ώρες, στις 31 Ιουλίου 1822, και μετά την καταστροφή του Δράμαλη, η Διοίκηση κατέθεσε ποσότητα χρυσού (1.600 δράμια) από τα λάφυρα της Κορίνθου, αξίας 14.400 γροσίων, στον εκπρόσωπο του Γαλάτη. Παράλληλα, οι υπεύθυνοι των φορολογικών εσόδων Άργους και Ναυπλίου μέτρησαν επιπλέον 4.000 γρόσια.

Ο Γαλάτης αποβίβασε το φορτίο πυρίτιδας στη Μήλο και συνέχισε την αναζήτηση αγοραστή. Πέντε μήνες αργότερα, συμφώνησε με την διοίκηση και τον φρούραρχο του Νεόκαστρου ,καθώς και τον στρατηγό Αναγνωσταρά, οι οποίοι του εγγυήθηκαν την αναγνώριση των δικαιωμάτων του από τη Διοίκηση, ενώ οι έφοροι του Νεοκάστρου διασφάλισαν την καταβολή της πληρωμής. Έτσι, στις 21 Φεβρουαρίου 1823, ο Γαλάτης μετέφερε από τη Μήλο στο Νεόκαστρο: 2.347 οκάδες χονδρής πυρίτιδας σε 56 βαρέλια και 4.207 οκάδες ψιλής για τουφέκια σε 106 βαρέλια.

Στις 23 Μαΐου 1823, ο Γαλάτης διαμαρτυρήθηκε έντονα για την καθυστέρηση στην εξόφληση της πυρίτιδας και τελικά έλαβε ομολογία για 818 τάληρα Ισπανικά, με προθεσμία δύο μηνών, η οποία όμως δεν πληρώθηκε. Έναν χρόνο αργότερα, μετά την έγκριση του πρώτου δανείου προς το Ελληνικό Δημόσιο στο Λονδίνο, ο εκπρόσωπος του Γαλάτη, Χαράλαμπος Μηλιάνης (αδελφός βουλευτή), απευθύνθηκε τον Μάιο του 1824, τόσο στον Μαυροκορδάτο όσο και στον υπουργό Οικονομίας, ζητώντας την αποπληρωμή των εκκρεμών χρημάτων για την πυρίτιδα. Ο Μαυροκορδάτος, από το Μεσολόγγι, απέστειλε επιστολή στον υπουργό Οικονομίας, επισημαίνοντας την ανάγκη πληρωμής για την «προ πολλού» αγορασμένη πυρίτιδα.

Ήταν τα πρώτα χρόνια του Αγώνα, όπου οι τεράστιες ελλείψεις και δυσκολίες ισορροπούσαν μόνο με την αυταπάρνηση και την αποφασιστικότητα των Αγωνιστών. Σε ένα χαρακτηριστικό έγγραφο εκείνης της περιόδου, οι οπλαρχηγοί της Αργολίδας, Δημήτρης Λιάτας από το Λυγουριό και Αναστάσης Νέζος από το Κουτσοπόδι, έγραφαν στον υπεύθυνο στρατιωτικής τροφοδοσίας, Ρήγα Παλαμήδη: «Κύριε Ρήγα φροντιστά, δώσε του τσαούση μας δύο μπότζες κρασί, μία οκά ελιές, όπου μας λείπουν, και εκατό δράμια λάδι και ολίγο ξίδη.»

*το κοιλό, ισοδυναμούσε με 25,659 σημερινά κιλά.

ΠΗΓΕΣ

*Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Εκτελεστικού περιόδου Αγώνος 1822-1826 Φ2 ,Φ 3 ,Φ7 *ΓΑΚ ,Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Εσωτερικών περιόδου Αγώνος 1821-1827] Φ 20 *ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Οικονομίας περιόδου Αγώνος 1821-1827]Φ2 .Φ 3,Φ4,Φ5 ,Φ 6, Φ7, Φ13, *ΓΑΚ, Αρχείο Γραμματείας Υπουργείου Πολέμου περιόδου Αγώνος 1821-1827] Φ73 ,Φ 87 *ΓΑΚ ,Μικροί κλάδοι του Αγώνος και Καποδίστρια 1822-1828 Φ 3 *ΓΑΚ ,Συλλογή Γιάννη Βλαχογιάννη [1600-1950] Φ38 Ναυτικών,Φ 46 Οικονομίας ,Φ 73 Πολέμου και ιδιωτικαί Συλλογαί [1588-1902]Φ 250 ,Φ251,Αρχείο Ρήγα Παλαμήδη Επαναστατικά *Αρχείο Ελληνικής Παλιγγενεσίας Τόμος 1,Τόμος 15αβ ,Τόμος 15γ *Ρήγα Παλαμήδη ,Πρόχειρος Απάντησις , εν Αθήναις 1853 *Φ.Χρυσανθοπούλου-Φωτάκου,Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως ,επανέκδοση ,επιμέλεια Τάσου Γριτσοπούλου τ.Α,Αθήναι 1974.

ΑΡΓΟΛΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ι ΚΤΕΟ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΣΑΛΑΠΑΤΑΣ